feature, διάφορα

Εν Αθήναις… το μαγκάλι


Χρειάστηκε να ανατρέξουμε στο λεξικό για να δούμε αν η λέξη “μαγκάλι” γράφεται με “γκ” ή με “γγ”.
Και αυτό γιατί η συσκευή μαγκάλι είχε εξαφανιστεί εδώ και κάποιες δεκαετίες ακόμη και από τα πιο απομακρυσμένα και φτωχά χωριά.


Μαγκάλι
Οι θάνατοι από ασφυξία, λόγω παραγωγής μονοξειδίου του άνθρακα, ήταν πολύ συνηθισμένοι από τη χρήση του μαγκαλιού και ήταν και μια από τις αιτίες που εγκαταλείφθηκε σαν τρόπος θέρμανσης.
Το μαγκάλι όμως μας εκδικείται!
Εκδικείται όλους αυτούς που είτε ψήφισαν ξανά την κατοχή της τρόικας, είτε δεν ξεκουνάνε από τους καναπέδες τους περιμένοντας από τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.
Και μαζί με αυτούς όλους τους φτωχοποιημένους συνανθρώπους μας.
Χιλιάδες θα αναγκαστούν να το ξαναχρησιμοποιήσουν λόγω οικονομικής αδυναμίας να ζεσταθούν με καλοριφέρ, σόμπες κλπ.


Μαγκάλι πολυτελείας
Δεν είμαστε κασσάνδρες αλλά στις εφημερίδες και τις TV θα μαθαίνουμε για θανάτους από ασφυξία.
Οι συλλογικές δολοφονίες ενός ολόκληρου λαού θα συνεχιστούν και με αυτό τον τρόπο.
Θα τους αφήσουμε;

Κίνημα Δεν Πληρώνω- Ομάδα Υγείας

και κάποια χρηστικά:

μαγκάλι < αραβική منقل mankal
μαγκάλι (το) = Χάλκινο συνήθως σκεύος που προέρχεται από την ανατολή, όπου καιγόντουσαν κάρβουνα για να θερμάνουν τον χώρο. Υπεύθυνο για αρκετές περιπτώσεις δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω της μη τέλειας καύσης. (βικιλεξικό)

ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΗ ΜΕ ΜΟΝΟΞΕΙΔΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ


Το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) αποτελεί προϊόν ατελούς καύσης οργανικών ουσιών. Η δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα είναι μια ύπουλη κατάσταση, καθώς αυτό είναι άοσμο και δεν διακρίνεται στην ατμόσφαιρα όπως ο καπνός (αιθάλη). Τα πιο συνηθισμένα ατυχήματα αφορούν ανθρακωρύχους, οδηγούς οχημάτων που κοιμούνται μέσα σε αυτά με αναμμένη μηχανή, επισκευές οχημάτων που γίνονται μέσα σε κλειστά γκαράζ, συσκευές οικιακής θέρμανσης όπως μαγκάλι, τζάκι η σόμπα σε χώρους που δεν αερίζονται επαρκώς, πυρκαγιές, αλλά και απόπειρες αυτοκτονίας.
Η τοξική δράση του μονοξειδίου του άνθρακα οφείλεται στην ικανότητά του να εκτοπίζει το οξυγόνο από τις θέσεις δέσμευσής του με την αιμοσφαιρίνη. Αυτό οφείλεται στην πολύ μεγαλύτερη χημική συγγένεια που έχει το μονοξείδιο του άνθρακα με την αιμοσφαιρίνη, σε σχέση με το οξυγόνο. Με τον τρόπο αυτό εμποδίζεται η ανταλλαγή των αερίων στο επίπεδο των ιστών και γρήγορα εμφανίζεται υποξία.
Καθώς αυξάνει η συγκέντρωση του μονοξειδίου του άνθρακα στο αίμα, εμφανίζεται ναυτία, κόπωση και πονοκέφαλος. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το βαθύ κόκκινο χρώμα που αποκτά το θύμα (σαν κεράσι), που είναι εμφανές και στο πρόσωπο. Στη συνέχεια το θύμα πέφτει σε κώμα και επέρχεται ο θάνατος. Οι ηλικιωμένοι, τα μικρά παιδιά και οι πάσχοντες από καρδιοαναπνευστικές παθήσεις είναι πολύ πιο ευάλωτοι στις τοξικές επιδράσεις του μονοξειδίου του άνθρακα.
Εκτός από την οξεία δηλητηρίαση και η χρόνια δηλητηρίαση είναι πιθανή, όταν π.χ. μια οικιακή συσκευή εμφανίζει ελαττωματική λειτουργία και τα επίπεδα του μονοξειδίου του άνθρακα αυξάνουν μεν, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να επέλθει κώμα. Ο γιατρός πρέπει να υποπτεύεται τη χρόνια δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, όταν περισσότερα από ένα μέλη της ίδιας οικογένειας εμφανίζουν συμπτώματα, όπως κόπωση, ναυτία και πονοκεφάλους.
Όταν κάποιος ανακαλύψει ένα άτομο που είναι πολύ πιθανόν να έχει δηλητηριαστεί με μονοξείδιο του άνθρακα θα πρέπει να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες. Το θύμα θα πρέπει να μεταφερθεί το συντομότερο σε χώρο που αερίζεται καλά. Αν το θύμα δεν εμφανίζει αυτόματη αναπνοή ή δεν ψηλαφάται σφυγμός, ακολουθείται η διαδικασία της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης. Με γρήγορες κινήσεις θα πρέπει ο χώρος που συνέβη το ατύχημα να αεριστεί καλά και να γίνει προσπάθεια εντοπισμού της πηγής του μονοξειδίου του άνθρακα, ώστε να διαφυλαχθεί η ασφάλεια των διασωστών.

epitropesdiodiastop

feature, διάφορα

Επιστολή βορειοηπειρώτη (Άγαμοι Θύται, 1993)

Απαγγελία: Ιεροκλής Μιχαηλίδης


«Αγαπητέ αδερφέ…» Μια ιστορία για γέλια ή για κλάματα; Ο μοναδικός Ιεροκλής Μιχαηλίδης μας αφηγείται. Ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια από τον δίσκο, all time classic πλέον από το ένα σχήμα που έγραψε ιστορία. Το συγκεκριμένο είναι LP Rip από τον δίσκο με τίτλο «ΑΓΑΜΟΙ ΘΥΤΑΙ» που κυκλοφόρησε το 1993. 19 χρόνια πριν… αλλά επίκαιρο; Δεν ξέρω, εσείς θα το κρίνεται αυτό!  (Ελπίζω να μην σας πειράζει που το δημοσιεύω κ. Άγαμοι Θύται, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το ακούσουν και κάποιοι νέοι που δεν έτυχε να το ακούσουν ποτέ.) Απολαύστε λοιπόν το κομμάτι και γελάστε/κλάψτε με την ψυχή σας!

Αγαπητέ αδερφέ, πάνε τόσες μέρες που είμαι φευγάτος απ την Κορυτσά και δε βρήκα λίγο χαρτί κι ένα μολύβι για να σου γράψω αφού πέρασα έρπην τα σύνορα μαζί με άλλους πέντε βρήκαμε ένα ταξιτζή και του δώσαμε όλες τις οικονομίες που κάναμε τριάντα χρόνια κι αυτός μας πήγε στη λίμνη της Καστοριάς μόλις είδαμε τη λίμνη αυτός είπε: εδώ είναι Ομόνοια, Αθήνα, κατεβείτε κι εμείς κατεβήκαμε και απορούσαμε πως χωράνε τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι μέσα σε χίλια σπίτια. Τελικά όμως μετά από εφτά μέρες ποδαρόδρομο βρήκαμε την Αθήνα, ωραία χώρα η Ελλάδα αλλά λίγο σκοτεινή τα βράδια, ειδικά άμα έχουν αυτό το παράξενο έθιμο που το λένε Απεργία,κι είναι κάτι σαν το Ραμαζάνι που κάνουν οι Μουσουλμάνοι εκεί στην Αλβανία πάνω σ εμάς. Όταν το χουνε αυτό γεμίζουν κάτι μαύρες πλαστικές σακούλες που βρομάνε και τις πετάνε στο δρόμο, στοίβες, δε ξέρω άμα γεμίζει ο δρόμος τι κάνουν, αν τις μαζεύουν η αν αλλάζουν χωριό. Έχουν και κάτι μεγάλα μαγαζιά που γράφουν απ έξω τpάπεζα κι είναι μέσα γεμάτα λεφτά, εκατομμύρια, αλλά είναι κλειστά και κανένας δε πάει να τα πάρει, χορτάτοι άνθρωποι….

….Κανένας δε δουλεύει εδώ αδερφέ κι όποιος πάει να δουλέψει βγαίνουν κάποιοι με κράνη και ρόπαλα και δέρνουν δέρνουν! Βάρβαρο πράγμα αυτό το ξύλο, τουλάχιστον εκεί σε μας σε σκοτώνουν μια και καλή. Αδερφέ άμα δε βγάζεις τα γράμματα είναι γιατί τρέμω απ τη πείνα, κι εδώ η πείνα είναι χειρότερη από Αλβανία, γιατί εκεί ούτε φαγητά βλέπεις ούτε κανένα να τρώει, εδώ όμως με πήγαν σε ένα μεγάλο μπακάλικο που το λένε στα Ελληνικά πρεζντουνικ και λιποθύμησα τρεις φορές μέσα αλλά μετά συνήθισα και να σου πω και την αμαρτία μου έκλεψα και μία κονσέρβα πολύ νόστιμη, τέτοιο ωραίο πράμα δεν έχω ξαναφάει, είχε και φωτογραφία ένα σκυλί απ έξω, αλλά τι με νοιάζει εμένα, εγώ το ευχαριστήθηκα, μόλις χόρτασα όμως σκέφτηκα μήπως αυτό που έφαγα ήταν σκυλί και θυμήθηκα τον δικό μας τον Βελινγκέκα και άρχισα να κλαίω, λές να είναι τόσο νόστιμος και ο Βελινγκέκας μας και να μη το ξέρουμε; Εδώ όμως μου φαίνεται αδερφέ ότι οι άνθρωποι είναι πιο πεινασμένοι από μας, όλοι την ημέρα ψωνίζουν τόνους από φαγητά λες και έχουν να φάνε από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά το βράδυ πάνε σε κάτι μαγαζιά και πίνουν και κάτι άνθρωποι που κρατάν μικρόφωνα ουρλιάζουν σαν τον Βελινγκέκα μας όταν τον δέρνεις και αυτοί από κάτω προσπαθούν να τους πετύχουν με ότι πιάτα τους περίσσεψαν απ΄ το φαί, αυτός ο Ελληνικός καπιταλισμός… μυστήριο πράγμα. Θυμάσαι αδερφέ που πριν μερικά χρόνια συνέλαβαν τη γιαγιά έξω από το καφενείο επειδή είπε ότι εκτός από το σοσιαλισμό υπάρχει και μοναξιά; Να τη φιλήσεις σταυρωτά και να τη πεις να μη στεναχωριέται, γιατί και στο σοσιαλισμό και στο καπιταλισμό η μοναξιά παντού ίδια είναι.

via

feature, διάφορα

Τι σημαίνουν οι φράσεις

Του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά


ΨύλλοςΟι Βυζαντινοί ήταν άφταστοι στο να εφευρίσκουν πρωτότυπες τιμωρίες.
Όταν έπιαναν κάποιον να κρυφακούει, του έριχναν ζεματιστό λάδι στ’ αφτιά και τον κούφαιναν. Για τους «ωτακουστές» -όπως τους έλεγαν τότε αυτούς- ο αυτοκράτορας lουλιανός αισθανόταν φοβερή απέχθεια. Μπορούσε να συγχωρέσει έναν προδότη, αλλά έναν «ωτακουστή» ποτέ. Ο ίδιος έγραψε έναν ειδικό νόμο γι’ αυτούς, ζητώντας να τιμωρούνται με μαρτυρικό θάνατο. Μα όταν τον έστειλε στη Σύγκλητο, για να τον εγκρίνει, εκείνη τον απέρριψε, γιατί θεώρησε ότι το αμάρτημα του «ωτακουστή» δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Είπαν δηλαδή -οι Συγκλητικοί- ότι η περιέργεια είναι φυσική στον άνθρωπο και ότι αυτός που κρυφακούει, είναι, απλώς, περίεργος. Μπορεί να κάνει την κακή αυτή πράξη, αλλά χωρίς να το θέλει. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία να καταργήσουν και το καυτό λάδι και ζήτησαν να τους επιβάλλεται μικρότερη ποινή.

Ο lουλιανός θύμωσε, μα δέχτηκε να αλλάξουν το σύστημα της τιμωρίας με κάτι άλλο που, ενώ στην αρχή φάνηκε αστείο, όταν μπήκε σε εφαρμογή, αποδείχθηκε πως ήταν αφάνταστα τρομερό. Έβαζαν δηλαδή στ’ αφτιά του ωτακουστή…ψύλλους! Τα ενοχλητικά ζωύφια, έμπαιναν βαθιά στο λαβύρινθο του αφτιού κι άρχιζαν να χοροπηδούν, προσπαθώντας να βρουν την έξοδο. Φυσικά, ο δυστυχισμένος που δοκίμαζε αυτή την τιμωρία, έφτανε πολλές φορές να τρελαθεί.
Από τότε, ωστόσο, έμεινε η φράση «του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά», που σήμερα έφτασε να σημαίνει, ότι μου μπαίνουν υποψίες στο μυαλό για κάτι.

Αλά μπουρνέζικα


Όταν μας μιλάει κάποιος και θέλουμε να του πούμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι μας λέει, τότε του λέμε πως μιλάει…αλά μποuρνέζικα.
Πολλοί νομίζουν, πως είναι μια λέξη (αλαμπουρνέζικα). Είναι όμως δύο. Όπως το «αλά γαλλικά».
Μπουρνέζικα, λοιπόν, είναι η γλώσσα που θα μιλούσαν σε κάποιο τόπο ή και θα μιλάνε ακόμα, γιατί ο τόπος αυτός πράγματι υπάρχει. Είναι σε μια περιοχή του Σουδάν, όπου ζει η φυλή Μπουρνού.
Η γλώσσα αυτή ήρθε στην Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821, με την φυλή των Μπουρνού η οποία αποτελούσε τμήμα του εκστρατευτικού σώματος του Αιγύπτιου στρατηγού Ιμπραήμ.
Καθώς η αραβική γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη και μάλιστα στις διαλέκτους της, σε μας τους Έλληνες, λοιπόν δίκαια, όσα θ’ ακούγαμε από αυτούς, θα φαίνονταν «αλά μπουρνέζικα», δηλαδή ακατανόητα.


Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο




ΨάριαΤην λίμνη των Ιωαννίνων ανέκαθεν τη δούλευαν οι ψαράδες της περιοχής για τα νόστιμα ψάρια της (σήμερα τα πιο πολλά χρήματα τούς τα δίνουν οι βάτραχοι της λίμνης, γιατί τους εξάγουν στο εξωτερικό). Στην εποχή, όμως, που κυβερνούσε τα Γιάννενα ο Αλί Πασάς, είχε μπει φόρος ένα γρόσι στην κάθε οκά στα ψάρια και στα χέλια, που θα ψαρευόντουσαν μέσα στη λίμνη. Εκείνος που δε θα πλήρωνε, θα έχανε τα ψάρια του, που του τα έπαιρναν οι φοροεισπράκτορες του Αλί Πασά.
Αλλά φτωχοί καθώς ήταν όλοι τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην πληρώσουν το φόρο, αλλά οι άνθρωποι του Αλί τους παρακολουθούσαν και τους έπαιρναν ό,τι είχαν όλη τη νύχτα τραβήξει. Ένας γερο-θυμόσοφος όμως ψαράς, βλέποντας το βίος του να καταστρέφεται και αντικρίζοντας τα ψάρια τους, που τα φόρτωναν οι στρατιώτες του Αλί Πασά, είπε: «Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο», για να μείνει από τότε και να λέγεται σήμερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε είτε την ακόρεστη πείνα, είτε τον ανεκπλήρωτο πόθο, το απλησίαστο.


Κάποιος φούρνος θα γκρέμισε




Παραδοσιακός χωριάτικος φούρνοςΠαλαιότερα, τα σπίτια ενός χωριού μετριόντουσαν με τους…φούρνους τους. Οι χωρικοί, δηλαδή, δεν έλεγαν ότι «το χωριό μου έχει τόσα σπίτια» αλλά «τόσους φούρνους», επειδή κάθε σπίτι είχε και το δικό του φούρνο, για να ψήνει το ψωμί του.
Είναι γνωστό και το ανέκδοτο του Κολοκοτρώνη με τον Άγγλο φιλέλληνα Κνόου. Ο τελευταίος, που μιλούσε αρκετά καλά τη γλώσσα μας και θαύμαζε το Γέρο για την τόλμη και την εξυπνάδα του, τον ρώτησε κάποτε, αν το χωριό που γεννήθηκε ήταν μεγάλο.
– Όχι και τόσο, αποκρίθηκε ο Κολοκοτρώνης. Δεν πιστεύω να έχει παραπάνω από εκατό φούρνους…
Ο Άγγλος, που δεν ήξερε ότι με το «φούρνος» εννοούσε «σπίτι», τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
– Και δεν είσαι ευχαριστημένος, στρατηγέ; τον ρώτησε. Εμένα το δικό μου χωριό δεν έχει περισσότερους από δυο φούρνους!
– Βρε τον κακομοίρη! είπε τότε ο Κολοκοτρώνης. Και πώς ζεις σε τέτοια μοναξιά;
Όταν λοιπόν στα χωριά αυτά πέθαινε κανένας νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: «Ο φούρνος του μπάρμπα Νότη γκρέμισε», εννοώντας ότι με το θάνατο το αρχηγού της οικογένειας, το σπίτι του γκρέμιζε, χανόταν.
Από τη μεταφορική λοιπόν αυτή φράση, βγήκε η έκφραση «Κάποιος φούρνος γκρέμισε», ή «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε» που τη λέμε σήμερα, άγνωστο γιατί, όταν μας επισκέπτεται κάποιος, που έχουμε να δούμε πολύ καιρό.


Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει


Ανάμεσα στα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ξεχώριζε ένας Τριπολιτσιώτης, ο Γιάννης Θυμιούλας, που είχε καταπληκτικές διαστάσεις: Ήταν δυο μέτρα ψηλός, παχύς και πολύ δυνατός (λέγεται ότι με το ένα του χέρι μπορούσε να σηκώσει και άλογο).
Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που τον έβλεπε, τρόμαζε στη θέα του. Πολλοί καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον…δανείσει!
Κάποτε ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους του, πολιορκήθηκαν στη σπηλιά ενός βουνού. Και η πολιορκία κράτησε κάπου τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και ο Θυμιούλας άρχισε να υποφέρει αφάνταστα. Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, προκλήθηκε πανικός και τελικά τρόμαξε και το ‘βαλε στα πόδια. Έτσι, γλίτωσαν όλοι τους.
Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ’ ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει, τι συμβαίνει.
– Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει! απάντησε ο προεστός του χωριού.
Όπως λένε, αυτή η φράση, αν και παλιότερη, έμεινε από αυτό το περιστατικό. Παραπλήσια είναι και η αρχαιότερη έκφραση: «Αυτός αυτόν αυλεί».


Βγήκε ασπροπρόσωπος


Άσπρο πρόσωποΈνας Οθωμανός στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, ήθελε να πάει στη Μέκκα, για να προσκυνήσει. Βρήκε, λοιπόν έναν συγχωριανό του Οθωμανό και του άφησε τα πενήντα του πρόβατα να τα προσέχει μέχρις ότου γυρίσει.
Την άλλη μέρα, όταν είχε κιόλας αναχωρήσει ο φίλος του για το μεγάλο ταξίδι της Μέκκας βρήκε την ευκαιρία και πούλησε τα πρόβατα, που του είχε αφήσει να τα φυλάει.
Όταν με τον καιρό επέστρεψε ο γείτονάς του από τη Μέκκα, πήρε μια «τσανάκα» γιαούρτι και το πήγε στο φίλο του, για να τον καλωσορίσει και να του πει πως αυτό το γιαούρτι είναι, ό,τι έμεινε από τα πενήντα του πρόβατα.
Τούτο δε έγινε, όπως του είπε, γιατί έμαθε από άλλους συνταξιδιώτες του ότι είχε αρρωστήσει από πανώλη και αφού έδωσε τα μισά πρόβατα στους φτωχούς παρακάλεσε τον Αλλάχ να τον κάνει καλά. Τα δε άλλα μισά τα έδωσε προ ημερών στους φτωχούς, γιατί έμαθε ότι ο Αλλάχ τον έκανε καλά και γυρίζει πίσω στην πατρίδα.
Αλλά, όταν τον άκουσε να του λέει τα ψέματα αυτά, τόσο αγανάκτησε, που πήρε την «τσανάκα» με το γιαούρτι και του την πέταξε στα μούτρα, λέγοντάς του να ξεκουμπιστεί από το σπίτι του. Αυτός τότε, έφυγε απαθέστατα.
Όταν κάποιος άλλος συγχωριανός του τον ρώτησε που τον είδε βγαίνοντας από το σπίτι, γιατί είναι έτσι άσπρο το πρόσωπό του απάντησε: «Α, φίλε μου, όποιος δίνει καλό λογαριασμό, βγαίνει ασπροπρόσωπος».
Αυτή είναι μια από τις επικρατέστερες εκδοχές, απ’ την οποία έμεινε η φράση «βγήκε ασπροπρόσωπος», που την λέμε σήμερα, όταν κάποιος βγαίνει αλώβητος από μια δοκιμασία, μια δύσκολη περιπέτεια, ένα μπλέξιμο. Λέμε επίσης και «τον έβγαλε ασπροπρόσωπο», εννοώντας πως κάποιος δικαιώνει κάποιον άλλον που πίστεψε σ’ αυτόν.


Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος

Άσπρο πρόσωποΤην εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην Αθήνα ένας απαίσιος Αλβανός, ου γύριζε στα διάφορα σπίτια των Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο κεφαλικό φόρο. Ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Ήταν δύο μέτρα περίπου ψηλός και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο και βλογιοκομμένο. Οι Έλληνες, μόνο που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα.
Ο λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν, ξαφνικά μπροστά τους. Ο Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και με αυτόν απειλούσε τους Χριστιανούς. Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι, αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός φόρος κάθε έξι μήνες.
Ο Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός, ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα νομίσματα της εποχής εκείνης. Έτσι,, πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν, του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες, που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν. Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση που τη λέμε, συνήθως για τους ελαφρόμυαλους. Μπογιατζής δεν ήταν άλλος από το Κιουλάκ Βογιατζή με τον κόπανο του.


Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του




Μακριά μαλλιάΟι φόροι πριν από τον 19ο αιώνα ήταν τόσοι πολλοί στην Ελλάδα, ώστε, όσοι δεν είχαν να πληρώσουν, έβγαιναν στο βουνό. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους φόρους, υπήρξε και ένας τον οποίον πλήρωνα όσοι είχαν μακρυά…μαλλιά!
Για τη φοβερή αυτή φορολογία, ο ιστορικός Χριστόφορος Άγγελος, γράφει τα εξής χαρακτηριστικά:
«Οι επιβληθέντες φόροι ήσαν αναρίθμητοι, αλλά και άνισοι. Έκτος της δεκάτης, του εγγείου και της διακατοχής των ιδιοκτησιών, εκάστη οικογένεια κατέβαλε χωριστά φόρον καπνού εστίας), δασμόν γάμου, δούλου και δούλης, καταλυμάτων, επαρχιακών εξόδων, καφτανίων, καρφοπετάλλων καί άλλων εκτάκτων. Ενώ δε ούτω βαρείς καθ’ εαυτούς ήσαν οι επιβληθέντες φόροι, έτι βαρύτερους καί αφόρητους καθίστα ο τρόπος της εισπράξεως και η δυναστεία των αποστελλομένων προς τούτο υπαλλήλων ή εκμισθωτών. Φόρος ωσαύτως ετίθετο επί των ραγιάδων (ραγιάς=υπόδουλος εκ της τουρκικής λέξεως «raya») εκείνων οίτινες έτρεφον μακράν κόμην».
Από τον τελευταίο αυτόν φόρο, έμεινε παροιμιώδης η φράση «Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του», την οποία λέμε σήμερα για κάτι που πληρώνουμε πολύ ακριβά.


Σιγά τον πολυέλαιο!


ΠολυέλαιοςΒρισκόμαστε στα χρόνια του Όθωνα. Ο Βαυαρός βασιλιάς, που ντυνόταν με φουστανέλες και φέσι και στις πιο επίσημες εμφανίσεις του, μαζί με τη βασίλισσα Αμαλία οργάνωναν συχνά γιορτές στ’ Ανάκτορα. Η πιο διαλεχτή κοινωνία εκείνον τον καιρό ήταν, βέβαια, οι επιζώντες και οι απόγονοι των αγωνιστών του ’21, μαζί με τους ξένους αυλικούς, που ήρθαν στην Ελλάδα, συνοδεύοντας τον Όθωνα. Το ότι στους απλούς αυτούς ανθρώπους ήταν άγνωστη η δυτική εθιμοτυπία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δε μείωνε καθόλου τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά των συγκεντρώσεων ούτε την οικειότητα με τους ξένους αξιωματικούς, που ήταν πάντα θαυμαστές κάθε ελληνικής εκδήλωσης.
Το κέφι, λοιπόν, έφθανε πολύ γρήγορα στο κατακόρυφο με τους ελληνικούς χορούς, που με ζήλο προσπαθούσαν να μάθουν και οι ξένοι. Κι εδώ ακριβώς είναι το σημείο που μας ενδιαφέρει. Οι γερολεβέντες παλιοί πολεμιστές, στον ενθουσιασμό τους, τραβούσαν κι άδειαζαν προς το ταβάνι τα κουμπούρια τους. Κι ακόμα σε καμιά «γυροβολιά», όταν το απαιτούσε η φιγούρα του χορού, έβγαζαν και το τσαρούχι, εκσφενδονίζοντάς το προς τα πάνω.
Αλλά τις αίθουσες των Ανακτόρων τις φώτιζαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι και κηροστάτες. Στο κρίσιμο, λοιπόν, αυτό σημείο, ακουγόταν ψιθυριστά και με τη συνοδεία ενός ευγενικού χαμόγελου, φιλική «παραίνεση» κάποιου γνωστού των Ανακτόρων προς τον ενθουσιώδη χορευτή: «Σιγά τον πολυέλαιον!».
Μια δεύτερη εκδοχή δίνει την εξής προέλευση: Σε πολλά μοναστήρια και εκκλησίες της πατρίδας μας, επικρατεί ακόμα και σήμερα η συνήθεια, στις μεγάλες γιορτές και συγκεκριμένα κατά τη δοξολογία, αφού ανάψει ο καντηλανάφτης τους πολυέλαιους, να τους κινεί, τον ένα από την Ανατολή στη Δύση και τον άλλο από Βορρά προς Νότο, έτσι που να σχηματίζεται το σημείο του Σταυρού. Έτσι παρουσιάζεται με περισσότερη λαμπρότητα ο διάκοσμος της εκκλησίας. Αν, όμως, η κίνηση δεν ήταν ομαλή και κινδύνευαν να σβήσουν τα φώτα, του έλεγαν: «Σιγά τον πολυέλαιο, να μη σβήσουν τα φώτα».
Κατ’ άλλους, η λέξη πολυέλαιος γράφεται με έψιλον και όχι με άλφα γιώτα, γιατί τον πολυέλαιο τον ανάβουν στην εκκλησία, όταν ψάλλεται ο ψαλμός του Δαυίδ, ο γνωστός ως «πολυέλεος», που τα εδάφια του έχουν σαν επωδό το «ότι εις τον αιώνα, το έλεος αυτού».
Η φράση αυτή έμεινε μέχρι σήμερα, με απαξιωτική έννοια όμως. Την λέμε δηλαδή όταν θέλουμε να υποβαθμίσουμε και να απαξιώσουμε κάτι, που δεν θεωρούμε τόσο σημαντικό, όσο παρουσιάζεται.


Τον έπιασαν στα πράσα


ΠράσαΜόλις η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, κάποιος Θεόδωρος Καρράς έφτιαξε μια συμμορία κακοποιών, που ρήμαζαν τα σπίτια και τα μαγαζιά. Η αστυνομία τούς κυνηγούσε να τους πιάσει, μα ποτέ δεν το κατόρθωνε. Ο Καρράς είχε γίνει αληθινό φόβητρο των κατοίκων. Την εποχή εκείνη στην Κολοκυνθού των Αθηνών κατοικούσε ο παπά-Μελέτης, που έλεγαν ότι είχε φλουριά με το τσουβάλι.
Αν και περασμένης ηλικίας, η καταπληκτική του δύναμη έκανε εντύπωση σε όλους. Το σπιτάκι που έμενε, ήταν τριγυρισμένο με περιβόλι από πράσα. Μια νύχτα ο παπάς πετάχτηκε οπό τον ύπνο του. Του φάνηκε πως είδε στο περιβόλι του κάποια σκιά, που κινούταν ύποπτα μέσο στα πράσα. Άφοβος καθώς ήταν, πήγε προς τα κει και μ’ ένα πήδημα γράπωσε από τον σβέρκο -ποιον άλλον;- τον περίφημο Καρρά, που τον παρέδωσε στην αστυνομία. Ο κακοποιός ομολόγησε γρήγορα τους συνεργάτες του, που πιάστηκαν κι αυτοί.
Απ’ αυτό το γεγονός προέκυψε και η φράση «τον έπιασαν στα πράσα», που σημαίνει επ’ αυτοφόρω σύλληψη.


Σήκωσε δικό του μπαϊράκι


Η σημαία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη«Μπαϊράκι» στα τούρκικα σημαίνει «σημαία» (bayrak) και πιο συγκεκριμένα, μικρή σημαία ή λάβαρο. Τα μπαϊράκια κατά την περίοδο της Επανάστασης, χρησιμοποιούνταν ως διακριτικά των αντάρτικων ομάδων των Κλεφτών και των Αρματολών. Οι περισσότεροι αγωνιστές είχαν δική τους σημαία, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος κ.ά.
Συχνά, ανάμεσα στους Αρματολούς του 1821, συνέβαιναν πολλά επεισόδια, παρεξηγήσεις και παραστρατήματα, που κατέληγαν, τις περισσότερες φορές, σ’ ένα θανάσιμο μίσος μεταξύ τους. Οι διαφορές τους αυτές προέρχονταν κυρίως από το ποιος θ’ αναλάμβανε το «καπετανιλίκι». Δηλαδή, ποιος θα γινόταν αρχηγός στις διάφορες αντάρτικες ομάδες των βουνών, όταν «χήρευε» καμιά θέση. Φυσικά, οι παλιοί Αρματολοί, που είχαν ψηθεί στη φωτιά του μπαρουτιού, αδιαφορούσαν για κάτι τέτοια κι έμεναν μακριά από τους καβγάδες. Αλλά οι νεότεροι, που ήθελαν να δείξουν τις ικανότητές τους, επιζητούσαν με κάθε τρόπο να γίνουν αρχηγοί.
Έριχναν, λοιπόν, κλήρo μεταξύ τους και εκείνος που κέρδιζε, γινόταν αρχηγός της μιας ή της άλλης ομάδας. Αυτοί που έχαναν, όμως, δεν έμεναν διόλου ευχαριστημένοι. Έτσι άρχιζαν να βάζουν διαβολές σε βάρος του καινούριου «καπετάνιου» και πολλές φορές κατόρθωναν, με τον τρόπο αυτό, να πάρουν με το μέρος τους ορισμένα παλικάρια και να σηκώσουν δικό τους «μπαϊράκι».
Δηλαδή, οι αποστάτες έκαναν δική τους ομάδα και ύψωναν σημαία δική τους. Το μπαϊράκι αυτό (λεγόταν και φλάμπουρο), σήκωνε ο θεωρούμενος πιο γενναίος της ομάδας, που ονομάζονταν μπαϊρακτάρης ή φλαμπουριάρης. Η ιδιότητα αυτή μάλιστα, με τον καιρό μετεξελίχθηκε και σε οικογενειακό επώνυμο (π.χ. ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, γνωστός για την δράση του εναντίων των Κουτσαβάκηδων).
Από τότε έμεινε η φράση: «Σήκωσε δικό του μπαϊράκι», που τη λέμε για κάποιον που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα, για κάποιον που εκφράζει ενστάσεις και αυτονομείται.
Εναλλακτικά, χρησιμοποιείται και η έκφραση «Σήκωσε μπαντιέρα», η οποία παντιέρα είναι η σημαία στα ιταλικά (bandiera).


Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου


Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής Αστραπογιαννάκης.
Όταν οι Ενετοί κυρίευσαν τη Μεγαλόνησο, αυτός πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους.
Για να δίνει, ωστόσο, κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη.
Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε.
Οι Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!».
Έτσι προέκυψε και η αντίστοιχη παροιμιώδης φράση, η οποία υποδηλώνει μια κατάσταση, συνήθως ανεπιθύμητη, η οποία παραμένει αμετάβλητη.


Απ’ έξω κι ανακατωτά (απ’ την καλή και την ανάποδη)



ΠροσευχήΤον Σεπτέμβριο του 1155, σ’ ένα μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης συνέβησαν τέτοια έκτροπα, που ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Εμμανουήλ Κομνηνός, διέταξε να τιμωρηθούν όλοι με τις πιο βαριές ποινές εκείνης της εποχής. Έτσι, πολλοί τυφλώθηκαν, άλλοι εξορίστηκαν και άλλοι ρίχτηκαν στα φοβερά κελιά των φυλακών του Επταπυργίου. Οι τελευταίοι, πέραν του εγκλεισμού τους στην φυλακή, είχαν υποβληθεί και σε μια επιπλέον πρωτότυπη τιμωρία-μαρτύριο: Κάθε μέρα, ήταν υποχρεωμένοι να προσεύχονται και να ψάλλουν, φωναχτά, είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο!
Οι φύλακες δεν τους άφηναν να πάρουν ανάσα και ουαί κι αλίμονο αν οι τιμωρημένοι σταματούσαν τις προσευχές και τους ψαλμούς, έστω και για ένα λεπτό. Οι προσευχές διαβάζονταν μέσα από μεγάλα και χοντρά εκκλησιαστικά βιβλία. Όταν οι προσευχές τελείωναν, αντί οι φυλακισμένοι να αρχίσουν το βιβλίο από την αρχή, ήταν υποχρεωμένοι να τις διαβάσουν απ’ το τέλος προς την αρχή. Δηλαδή ανάποδα.
Απ’ αυτό το περίεργο γεγονός προέκυψαν και οι παροιμιώδεις φράσεις «του τα ‘ψαλα απ’ την καλή και την ανάποδη» και «τα έμαθα απ’ έξω κι ανακατωτά»*, που σημαίνει σήμερα «γνωρίζω κάτι πολύ καλά», γιατί οι τιμωρημένοι έφτασαν στο σημείο από τις πολλές φορές που έλεγαν τις προσευχές, να τις μαθαίνουν από έξω κι ανακατωτά.
* Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η φράση «τα έμαθα απ’ έξω κι ανακατωτά», προέρχεται από την εκπαιδευτική διδασκαλία στα σχολεία του Βυζαντίου: Οι δάσκαλοι για να διαπιστώσουν αν οι μαθητές γνώριζαν καλά το αλφάβητο απ’ έξω και δεν το «παπαγάλιζαν» απλά, τους έδειχναν τα γράμματα ανακατεμένα και τους ζητούσαν να τα πουν.


Αλλουνού παπά ευαγγέλιο


Ανάγνωση ευαγγελίουΑυτή τη φράση την παίρνουμε από μια Κεφαλλονίτικη ιστορία.
Κάποιος παπάς σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σ’ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύν καιρό.
Ο παπάς όμως, στο δικό του ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε να το λέει.
Εδώ όμως, στο ξένο ευαγγέλιο, δεν υπήρχαν τα σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος.
Άρχισε, λοιπόν, ο καλός μας να λέει το ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου.
Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε, «Τί μας ψέλνεις εκεί παπά; Αυτό δεν είναι το σημερινό ευαγγέλιο!…».
«Εμ, τι να κάνω;», απάντησε αυτός, που κατάλαβε το λάθος του και προσπάθησε να το «μπαλώσει» όπως όπως.
«Αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο…».
Από τότε έμεινε αυτή η παροιμιώδης φράση, με την οποία εννοούμε ότι κάτι είναι άσχετο με κάτι άλλο, ή ότι κάποιος είναι αναρμόδιος για κάποιο θέμα.


via

feature, διάφορα

Κάντε σάτιρα, όχι πόλεμο

Ένας Αμερικάνος κωμικός είχε ορίσει τη διαφορά ανάμεσα στην πλάκα και το χιούμορ ως εξής:

«Πλάκα είναι να ρίχνεις μια τούρτα στα μούτρα του άλλου και να γελάς.

Χιούμορ είναι να σου ρίχνουν μια τούρτα και να γελάς.»


Το κωμικό όμως, μπορεί να είναι και κάτι παραπάνω από το πέταγμα τουρτών.


Ας το ορίσουμε με διαστάσεις.

Μονοδιάστατο είναι το κωμικό όπως το βλέπουμε στις ταινίες των αδελφών Μαρξ: Ένας ηλίθιος πατάει μια μπανανόφλουδα και πέφτει.


Μπορεί όμως να είναι και δυσδιάστατο, όπως στις κωμωδίες χαρακτήρων: Ένας ηλίθιος βλέπει μια μπανανόφλουδα και λέει: «Ωχ, πάλι θα πέσω.»


Στις τρεις του διαστάσεις η κωμωδία γίνεται κάτι παραπάνω, όπως στο Ιπτάμενο Τσίρκο των Μόντι Πάιθονς, όπου ένας εκπαιδευτής μαθαίνει στους νεοσύλλεκτους πως να αμύνονται αν τους επιτεθεί κάποιος με… φρέσκα φρούτα (και το χειρότερο απ’ όλα, με μπανάνα).

 

Τέλος, το κωμικό μπορεί να ξεφύγει από την «κωμική του διάσταση» και να γίνει μέρος μιας ανώτερης λειτουργίας, όπως στις ταινίες του Κιούμπρικ, όπου το κωμικό στοιχείο είναι υπολανθάνον, και δε σου προκαλεί το γέλιο, παρά μια εγκεφαλική θυμηδία.


Όταν το κωμικό δεν έχει ως μόνο στόχο την ψυχαγωγία, αλλά είναι δηκτικό, «δαγκώνει», τότε μιλάμε για σάτιρα.


Η σάτιρα είναι ένας τρόπος επιθετικής συμπεριφοράς, που κρύβει μέσα του μια δόση κακίας ή –τουλάχιστον- την έλλειψη επιείκειας.

Γι’ αυτό και μας φαίνεται κακοήθης όταν γίνεται εις βάρος των «αδύναμων».

Θυμηθείτε, για παράδειγμα, μια σειρά εκπομπών στο σκουπιδότοπο που λέγεται ελληνική τηλεόραση, όπου κάποιοι «γραφικοί τύποι» γελοιοποιούνταν από μια «έξυπνη ξανθιά» -που μετά παντρεύτηκε έναν εξίσου «έξυπνο» τραγουδοποιό.


Το να σατιρίζεις κάποιον άνθρωπο που έχει ένα πρόβλημα –σωματικό, διανοητικό- ή είναι θύμα της κοινωνικής πραγματικότητας (άστεγοι, άποροι, Παλαιστίνιοι) είναι ανοησία, γιατί η σάτιρα δεν είναι φάρσα, η σάτιρα είναι πόλεμος.


«Ρίζα της σάτιρας είναι κυρίως το μίσος του κακού, η εξέγερση που προκαλεί στον ανίσχυρο η φυσική ή η ηθική του καταδυνάστευση από πρόσωπα και καθεστώτα τυραννικά», γράφει ο Παπανούτσος.


Και ο Ροΐδης:

«Ο έρως του καλού καλείται ενθουσιασμός και γεννά τους Πινδάρους και τους Μίλτωνας. Το μίσος του κακού καλείται σάτιρα και γεννάει τους Λουκιανούς και τους Βολταίρους.»


Η σάτιρα ανθίζει στα σαθρά θεμέλια των κοινωνικών συστημάτων, στο μεταίχμιο ανάμεσα σε εκείνο που πεθαίνει και σε αυτό που θα γεννηθεί.


Ο Λουκιανός εμφανίζεται στο τέλος του Ρωμαϊκού πολιτισμού. Ο Θερβάντες στο τέλος του ιπποτισμού (το σηματοδοτεί ουσιαστικά). Ο Βολταίρος όταν η Αναγέννηση έχει αποσαρθρωθεί.


Και στην Αρχαία Ελλάδα η λογοτεχνία ακολουθεί τον εξής δρόμο: Έπος -ηρωικό (Όμηρος) και διδακτικό (Ησίοδος)- λυρικό, τραγικό και στο τέλος το κωμικό με τον επιφανέστερο της αττικής κωμωδίας, τον Αριστοφάνη.


Η κωμωδία εγκαθίσταται στο ετοιμόρροπο οικοδόμημα της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Ο ποιητής, προτού κλείσει η αυλαία μιας εποχής, κοροϊδεύει και γελάει. Με όλους και με τον εαυτό του…


Ο σατιρικός ποτέ δε θεωρείται τόσο «σπουδαίος», όσο ο τραγικός, ο λυρικός, ο ηρωικός, ο διδακτικός.


Τα ποιήματα του Σουρή αρέσουν σε πολλούς και του έχουν εξασφαλίσει μια θέση στο ποιητικό στερέωμα, όμως κανείς δε θα συγκρίνει το Σουρή με το Σολωμό ή τον Παλαμά.

(Αν και θα ήταν πιο ενδιαφέρον –και πιο ταιριαστό για την Ελλάδα- αν ο εθνικός μας ποιητής ήταν ο Σουρής και ο εθνικός μας ύμνος το «Εις τα θεμέλια του Φρενοκομείου».)


Ο σατιρικός στηλιτεύει, διαπομπεύει, γελοιοποιεί ένα ελάττωμα ή ένα χαρακτήρα. Ποιανού όμως;

Ο σατιρικός καταδιώκει την κιβδηλότητα, την ψευτιά και την παραποίηση –όχι την αδυναμία ή το καθαρό έγκλημα.

Στόχος του δεν είναι ο δολοφόνος, αλλά ο ραδιούργος, ο κόλακας, ο υποκριτής, ο δημαγωγός. Αυτοί που δολοφονούν χαμογελώντας και υποστηρίζουν ότι δεν είναι φονιάδες, αλλά σωτήρες.


Άλλες φορές οι σατιρικοί δεν στρέφονται ενάντια στο άτομο, αλλά ενάντια στο κατά συνθήκη ψεύδος της κοινωνίας ολόκληρης.


«Εγώ δεν ημπορώ», γράφει ο Λασκαράτος, «να ναναρίσω την κοινωνία μας με το ναρκωτικό νανούρισμα των λαοπλάνων. Εγώ εξεναντίας ξεσκεπάζω τα ελαττώματα της με θάρρος και με εξουσία, με όλη εκείνη την εξουσία που μου δίνει η αλήθεια.»


Και πόσο αποτελεσματική ως όπλο μπορεί να είναι η σάτιρα;

Κάποιες φορές πιο αποτελεσματική από την ευθεία επίθεση. Γιατί «εύκολα υποφέρει κανείς τις επιπλήξεις, αλλά κανένας δεν αντέχει τη γελοιοποίηση. Κάποιος μπορεί να θέλει να είναι κακός, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να είναι γελοίος.»

Κι αυτό το γράφει ο Μολιέρος στον πρόλογο του «Ταρτούφου».


Σκεφτείτε το Χίτλερ που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη γελοία του απεικόνιση, στο «Μεγάλο Δικτάτορα» του Τσάπλιν.


Η γελοιοποίηση αυτών των «υπεράνθρωπων» που αποφασίζουν για τη μοίρα των «υπανθρώπων» που κυβερνούν τους προκαλεί μεγαλύτερο κακό απ’ την συνήθη επιχειρηματολογία εναντίον τους.

Η εικόνα –ακόμα και ψευδής- ενός πρωθυπουργού που σφίγγεται για να εκκενώσει τα έντερα του στην τουαλέτα, συνοδευόμενη από την κατάλληλη λεζάντα (όπως, για παράδειγμα, «δημιουργική λογιστική») θα του σπιλώσει περισσότερο τη δημόσια εικόνα από ένα δεκασέλιδο άρθρο σχετικά με τη μη βιωσιμότητα του χρέους.


Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της Απριλιανής δικτατορίας τα ανέκδοτα που γελοιοποιούσαν τους «σωτήρες» και την «επανάσταση» τους διαδίδονταν από στόμα σε στόμα πιο γρήγορα απ’ ό,τι τα απαγορευμένα τραγούδια –παρά την έλλειψη διαδικτύου.

Και μπορεί τα ανέκδοτα, όπως η εξέγερση του Πολυτεχνείου, όπως τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, να μην έριξαν τη δικτατορία, αλλά βοήθησαν στην ενδυνάμωση της λαϊκής μέθεξης.


Ας κλείσουμε με ένα ανέκδοτο από εκείνα τα σκοτεινά χρόνια. Δεν είναι τόσο αστείο όσο άλλα, όμως είναι ιδιαίτερα επίκαιρο.


Ένας βλάχος τριγυρνάει στην Ομόνοια και φωνάζει:

«Που είσαι, μωρή; Που είσαι, μωρή;»

Τον πλησιάζει ένας αστυφύλακας και τον επιπλήττει.

«Τι φωνάζεις έτσι, άνθρωπε μου; Που νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Στο χωριό σου;»

«Συχώρα με, κύριε χωροφύλακα», του λέει ο βλάχος, «αλλά έχασα τη γυναίκα μου και ψάχνω να τη βρω.»

«Και είναι αυτός λόγος να υβρίζεις δημοσίως; Μωρή και μωρή; Φώναξε ‘την με το όνομα της.»

«Με το όνομα της;» ρωτάει ο βλάχος και κοιτάει καλά-καλά τον αστυφύλακα.

«Με το όνομα της», τον παροτρύνει αυτός.

Οπότε ο βλάχος αρχίζει να φωνάζει:

«Που είσαι, Ελευθερία; Που είσαι, μωρή Ελευθερία;»

sanejoker

feature, διάφορα

Το νόημα της ζωής, Small Pleasures (Μικρές Χαρές) 2008

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα πολύ μακριά, ζούσε ένα αγόρι, πολύ διαφορετικό από όλα τα άλλα παιδιά. Το όνομά του ήταν Ευτύχης. Τα πάντα κυλούσαν ομαλά στη ζωή του, μέχρι που μια μέρα, πολλά πολλά χρόνια πριν, ένα περιστατικό τον έκανε να δει τη ζωή από μια διαφορετική οπτική γωνία. Και ξαφνικά, ένα μεγάλο μυστικό αποκαλύφθηκε.

Μια συγκλονιστική ταινία Μικρού Μήκους με αφήγηση στα ελληνικά, την οποία πρέπει να δείτε μέχρι τέλους …

via

feature, διάφορα

Εγκατελειμένα σπίτια που έγιναν φυσικά γλυπτά


Υπάρχουν αρκετά σπίτια σε ορισμένες περιοχές του Αμερικανικού Νότου που οι άνθρωποι για τους δικούς τους λόγους τα εγκατέλειψαν.

Αποτέλεσμα; να έχει αναλάβει η φύση να τα μετατρέψει σε φυσικά γλυπτά! τα αποτελέσματα μπορείτε να τα κρίνετε και μόνοι σας.

Αυτο που ακολουθεί είναι ένα δείγμα απο φωτογραφίες 41 παλιών σπιτιών στην Αλαμπάμα, στη Νότια Καρολίνα και στην Γεωργία..

















 
 

 
 












 
 
 
 

 







 

link

feature, διάφορα

Η Αγάπη, ο Πλούτος και η Ευτυχία


Μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωµένους µε τις εµπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού.

Παρ’ όλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε:
“Δεν σας γνωρίζω, όµως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι”.
Αυτοί την ρωτάνε:
“Ο άντρας σου είναι στο σπίτι”;
“Όχι, δεν είναι εδώ”, απάντησε εκείνη.
“Τότε δεν µπορούµε να έρθουµε”, της λένε οι γέροντες.
Όταν επιστρέφει ο σύζυγος, η γυναίκα του περιγράφει το περιστατικό.
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, µιας και ήταν ακόµη εκεί.
“Δεν µπορούµε να έρθουµε όλοι µαζί”, της λένε οι τρεις γέροντες
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί !
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγεί ξεκινώντας να της συστήνεται:

“Είµαι ο Πλούτος”, της λέει.

Της συστήνει, µετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.

Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη.

“Τώρα”, της λένε, “πήγαινε στον άντρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις µας θα έρθει να φάει µαζί σας”. Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.

Ο άντρας ενθουσιάζεται και λέει:
“Τι τυχεροί που είµαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουµε όλα όσα επιθυµούµε!”
Η σύζυγός του όµως δε συµφωνούσε:
“Και γιατί να µην έχουµε τη χαρά της Ευτυχίας”;
Η κόρη τους που άκουγε από µια γωνιά, τότε, τους λέει:
“Δε θα’ταν καλύτερα να καλούσαµε την Αγάπη; Το σπίτι µας θα είναι πάντα γεµάτο αγάπη!”

Ας ακούσουµε αυτό που λέει η κόρη µας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.

Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό µας.

Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά:
“Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει µαζί µας”.

Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι…
…και οι δύο άλλοι να τον ακολουθούν!


Έκπληκτη η γυναίκα,
ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία:
“Εγώ κάλεσα µόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς”;
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες µαζί:
“Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έµεναν απ’έξω. Τώρα όµως που κάλεσες την Αγάπη…”
όπου πάει η Αγάπη, πάµε κι εµείς µαζί της!

Δεν έχει σηµασία πού! Όπου υπάρχει Αγάπη, θα υπάρχει επίσης Πλούτος κι Ευτυχία!

via

feature, διάφορα

Αν είμαι διατεθειμένος να πληρώσω το τίμημα, μπορώ να κάνω τα πάντα

Ένας άνθρωπος προχωράει απελπισμένος στην έρημο. Μόλις έχει πιει την τελευταία σταγόνα νερό από το παγούρι του. Ο ήλιος που καίει πάνω από το κεφάλι του και οι γύπες που τον περιτριγυρίζουν, προμηνύουν το επικείμενο τέλος του.

“Νερό!” φωνάζει. “Νερό! Λίγο νερό!“

Βλέπει από δεξιά να έρχεται προς το μέρος του ένας βεδουίνος πάνω σε μια καμήλα.

“Δόξα τω Θεώ!” λέει. “Νερό σε παρακαλώ…νερό!“

“Δεν μπορώ να σου δώσω νερό” του λέει ο βεδουίνος. “Είμαι έμπορος, και το νερό είναι απαραίτητο για να ταξιδεύει κανείς στην έρημο.“

“Πούλησέ μου λίγο νερό” τον εκλιπαρεί εκείνος. “Θα σε πληρώσω…“

“Αδύνατον “εφέντη”. Δεν πουλάω νερό, πουλάω γραβάτες.“


“Γραβάτες;;;;“

“Ναι, κοίτα τι ωραίες γραβάτες…Αυτές εδώ είναι ιταλικές και είναι προσφορά, οι τρεις δέκα δολάρια…Κι αυτές εδώ, από ινδικό μετάξι, αθάνατες…Κι αυτές εδώ…“

“Όχι…Όχι…Δεν θέλω γραβάτες, νερό θέλω…Φύγε! Φύγεεεε!“

Ο έμπορος συνεχίζει το δρόμο του, και ο διψασμένος εξερευνητής προχωράει σταθερά μέσα στην έρημο.

Σκαρφαλώνει σ’ ένα αμμόλοφο και βλέπει να έρχεται από αριστερά άλλος έμπορος.

Οπότε, τρέχει προς το μέρος του και του λέει: “Πούλησέ μου λίγο νερό, σε παρακαλώ…“

“Νερό δεν γίνεται” του απαντάει ο έμπορος, “έχω όμως να σου προσφέρω τις καλύτερες γραβάτες της Αραβίας…“

“Γραβάτες!!! Δεν θέλω γραβάτες! Θέλω νερό!” φωνάζει ο άνθρωπος απελπισμένος.

“Έχουμε προσφορά” επιμένει ό άλλος. “Αγοράζοντας δέκα γραβάτες, παίρνεις ακόμη μία δωρεάν…“

“Δεν θέλω γραβάτες!!!“

“Μπορείς να πληρώσεις σε τρεις άτοκες δόσεις και με πιστωτική κάρτα. Έχεις πιστωτική κάρτα;“

Φωνάζοντας έξαλλος, ο διψασμένος συνεχίζει το δρόμο του προς το πουθενά.

Λίγες ώρες αργότερα κι ενώ σέρνεται πια, ο ταξιδιώτης σκαρφαλώνει σ΄έναν ψηλό αμμόλοφο κι από ΄κει ατενίζει τον ορίζοντα.

Δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που βλέπουν τα μάτια του. Μπροστά, στα χίλια μέτρα, βλέπει καθαρά μια όαση. Μερικούς φοίνικες και μια απίστευτη βλάστηση γύρω από τη γαλάζια αντανάκλαση του νερού.

Ο άντρας τρέχει προς τα εκεί φοβούμενος μήπως είναι οφθαλμαπάτη. Δεν είναι όμως, η όαση είναι αληθινή.

Το μέρος φυλάσσεται. Το προστατεύει ένας φράκτης με μία μόνο είσοδο που τη φυλάει ένας φρουρός.

“Σας παρακαλώ, αφήστε με να περάσω. Χρειάζομαι νερό…νερό. Σας παρακαλώ…“

“Αδύνατον, κύριε. Απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος χωρίς γραβάτα.“

***************************************************************************************************************************************

Στην καθημερινή μας ζωή αποφασίζουμε σχεδόν για καθετί που κάνουμε και καθετί που σταματάμε να κάνουμε.

Η συμμετοχή στη ζωή μας είναι όχι μόνο εφικτή, αλλά και αναπόφευκτη.

Είμαστε αναγκαστικά συνένοχοι για όλα όσα μας συμβαίνουν, γιατί με τον άλφα ή βήτα τρόπο έχουμε επιλέξει να μας συμβούν.

“Ε, καλά…εγώ όμως πρέπει κάθε μέρα να πάω στη δουλειά…. δεν μπορώ να κάνω τίποτε γι’ αυτό…ακόμη κι αν δεν θέλω και δεν το επιλέγω, πάλι πρέπει να πάω. Δεν μπορώ να δώσω στον εαυτό μου την άδεια να μην πάω αύριο στη δουλειά.”

Αν είμαι διατεθειμένος να πληρώσω το τίμημα, μπορώ.

Είτε το ξέρεις προκαταβολικά είτε όχι, πάντα υπάρχει ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσεις.

“Α, έτσι…Αν όμως πληρώσω το τίμημα, αύριο τα παιδιά μου δεν θα έχουν να φάνε.”

Ωραία, αυτό θα είναι το τίμημα. Οπότε, επιλέγω να πάω στη δουλειά. Και επιλέγω να συνεχίσω να δουλεύω, να κρατήσω τη δουλειά μου. Επιλέγω να μπορώ να θρέψω τα παιδιά μου. Και μου φαίνεται σωστό που κάνω αυτή την επιλογή. Όμως, εγώ το επιλέγω, έτσι; Εγώ είμαι αυτός που αποφασίζει. Σύμφωνα με τις αρχές μου, είναι πιο σημαντικό να μπορώ να θρέψω τα παιδιά μου από το να ικανοποιήσω την επιθυμία μου να χουζουρεύω μέχρι αργά στο κρεβάτι. Αυτό μου φαίνεται σωστό. Είναι δική μου απόφαση. Και ακριβώς επειδή είναι δική μου απόφαση, έχει αξία.

Ένας από τους όρους της αυτοεξάρτησης, είναι ότι μέσω της άδειας που έχω δώσει στον εαυτό μου να είμαι αυθεντικός, συνειδητοποιώ αυτομάτως ότι μου αξίζει οποιαδήποτε ανταμοιβή παρουσιάζεται, για τις σωστές αποφάσεις που παίρνω. Γιατί, ό,τι έκανα δεν ήταν υποχρέωσή μου, αλλά δική μου απόφαση. Μπορούσα να πάρω αυτήν ή την άλλη απόφαση, συνεπώς, μου ανήκει ο έπαινος για την επιτυχία.

Ο δρόμος της αυτοεξάρτησης είναι ο δρόμος της ανάληψης της ευθύνης για τον εαυτό μας. Για να βαδίσεις αυτόν τον δρόμο χρειάζεται:

Να είσαι σε θέση να το κάνεις, να έχεις τα κατάλληλα εφόδια και να πάρεις την απόφαση.

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο μέρος για να προετοιμαστεί κανείς για τον δρόμο.

Θα ανακαλύπτουμε τους όρους και τις συνθήκες στη διαδρομή.

Θα βελτιώνουμε τα εφόδιά μας όσο προχωράμε.

Θα παγιώνεται η απόφασή μας όσο περισσότερο δρόμο αφήνουμε πίσω μας.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ :Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΕΞΑΡΤΗΣΗΣ, ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ Ι)

via

feature, διάφορα

Ένα υπέροχο φιλμ που συγκίνησε σε διεθνές διαγωνισμό


Αρκούν τρία λεπτά για να προκαλέσουν τόσα συναισθήματα, όσα δεν μπορεί μία ταινία του Χόλιγουντ σε 2 ώρες.

Το συγκεκριμένο φιλμ, Porcelain Revised Score» , κέρδισε το προηγούμενο Καλοκαίρι στον διεθνή διαγωνισμό «Parallel Lines».

Οι υποψήφιοι είχαν απεριόριστη ελευθερία έκφρασης αλλά έπρεπε να ακολουθήσουν τους εξής δύο κανόνες: Ο διάλογος θα έπρεπε να είναι ακριβώς έξι γραμμές και η διάρκεια δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα τρία λεπτά.

antikleidi

feature, διάφορα

Ένα ταξίδι γύρω απο τον πλανήτη μας

Ένα πολύ ωραίο, ολιγόλεπτο video που μας ταξιδεύει γύρω από την γη,

και οι στίχοι από ένα αγαπημένο τραγούδι που μας φέρνει στο μυαλό το παραπάνω video:
Απ” τ’αεροπλάνο
Μουσική: Κώστας Χατζής
Λόγια: Σώτια Τσώτου
Πολύ με πίκρανε η ζωή
Μακριά θα φύγω ένα πρωί
Θ” ανέβω σ” ένα αεροπλάνο
Να δω τον κόσμο από κει πάνω
Όταν κοιτάς από ψηλά
Μοιάζει η γη με ζωγραφιά
Κι εσύ την πήρες σοβαρά
Κι εσύ την πήρες σοβαρά
Αγαπημένη μου μην κλαίς
Πάμε μαζί ψηλά αν θες
Να δεις τη γη απ” την σελήνη
Ενα φεγγάρι είναι κι εκείνη
Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα
Μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι
Το μεγαλύτερο ανάκτορο
Μοιάζει μ” ένα μικρούλι τόπι
Κι ότι σε πίκρανε ή σε πλήγωσε
Από ψηλά αν το κοιτάξεις
Θα σου φανεί τόσο ασήμαντο
Που στη στιγμή θα το ξεχάσεις
.

antikleidi

feature, διάφορα

Ο ιστορικός τόπος και χρόνος τού Παραδείσου

Η Γεωλογία επιβεβαιώνει τη Γένεση!
Η μελέτη αυτή, έχει σκοπό να δείξει σε όσους δεν εμπιστεύονται τη Χριστιανική πίστη, ότι η Αγία Γραφή παραμένει διαχρονικά μία πολύτιμη και ακριβής καταγραφή της πραγματικότητας, σύμφωνη πάντοτε με την επιστήμη. Αυτό που μας τυφλώνει, είναι μόνο οι δικές μας ερμηνείες και προκαταλήψεις…
Πολλοί υποστηρίζουν ότι η αφήγηση τής Γενέσεως για έναν επίγειο Παράδεισο, είναι ένας αλληγορικός μύθος. Όμως τα ιστορικο-γεωγραφικά στοιχεία που μας δίνει η Αγία Γραφή, όχι μόνο αποδεικνύονται αληθινά, αλλά μπορούν να αποτελέσουν μια σπουδαία ιστορική πηγή για το απώτερο παρελθόν τής Μεσοποταμίας, τού 5500 π.Χ.
Η μελέτη αυτή, εξερευνά τον τόπο και το χρόνο τού Αδάμ με τη βοήθεια κάποιων στοιχείων που μας δίνει η Γένεση για το λίκνο τού λαού τών Αδάμ.

Για την εύρεση τής τοποθεσίας τού Παραδείσου, βρίσκουμε στην Αγία Γραφή κάποιο σημαντικό γεωγραφικό στοιχείο, που περιγράφεται στη Γένεση 2/β΄ 10-14:
“Ποταμός δε εκπορεύεται εξ Εδέμ ποτίζειν τον παράδεισον. εκείθεν αφορίζεται εις τέσσαρας αρχάς.
Όνομα τω ενί Φισών.ούτος ο κυκλών πάσαν την γην Ευϊλάτ, εκεί ού εστι το χρυσίον. Το δε χρυσίον της γης εκείνης καλόν. και εκεί εστιν ο άνθραξ και ο λίθος ο πράσινος.
Και το όνομα τω ποταμώ τω δευτέρω Γεών (Γιών κατά το Εβραϊκό).ούτος ο κυκλών πάσαν την γην Αιθιοπίας (“Χους” κατά το Εβραϊκό).
Και ο ποταμός ο τρίτος Τίγρης. ούτος ο προπορευόμενος κατέναντι Ασσυρίων.
Ο δε ποταμός ο τέταρτος Ευφράτης.
Ο Τίγρης και ο Ευφράτης είναι τα γνωστά ποτάμια που πηγάζουν από τα ορεινά τής Αρμενίας και χύνονται στον Περσικό Κόλπο. Γνωρίζουμε λοιπόν ότι ο Παράδεισος βρισκόταν κάπου γύρω στη Μεσοποταμία. Σε ποιο σημείο της όμως;
Πολλοί προσπάθησαν να τον ανακαλύψουν στα ορεινά τής Αρμενίας, απ’ όπου πηγάζουν ο Τίγρης και ο Ευφράτης. Ο λόγος γι’ αυτό είναι, τα παραπάνω λόγια τής Γένεσης: “Ποταμός δε εκπορεύεται εξ Εδέμ ποτίζειν τον παράδεισον”. Έτσι τον αναζήτησαν στα ορεινά απ’ όπου εκπορεύονται ο Τίγρης και ο Ευφράτης. Με μια προσεκτικότερη ματιά όμως, το χωρίο λέει κάτι άλλο.
Το χωρίο δεν λέει ότι ο ποταμός εκπορευόταν από τον Παράδεισο, ώστε να αναζητήσουμε τον Παράδεισο στις πηγές τών ποταμών. Λέει ότι ο ποταμός εκπορευόταν από την Εδέμ, που ήταν η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Παράδεισο. Έτσι, δεν είναι δυνατόν να αναζητήσουμε τον Παράδεισο στις πηγές τών ποταμών, αλλά εκεί που 4 αρχαίοι ποταμοί δια-σταυρώνονται. Και η περιοχή από την οποία περνούν τέσσερεις ποταμοί, πρέπει να είναι μια εξαιρετικά εύφορη και υγρή περιοχή, ένας παράδεισος, κάτι που δύσκολα μπορεί να συμβαίνει στις ορεινές πηγές κάποιου ποταμού.

Αν και ο Τίγρης και ο Ευφράτης ήταν γνωστοί, ο Γιών (ή Γεών) αποτελούσε πρόβλημα, καθώς η Γένεση γράφει ότι αυτός είναι “ο κυκλών πάσαν την γην Αιθιοπίας” (“Χους” κατά το Εβραϊκό).
Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για την Αιθιοπία. Εδώ το Εβραϊκό κείμενο αποδεικνύεται ορθότερο, καθώς αντί για “Αιθιοπία” αναφέρει τη γη “Χους”,τη γη τών Χουσιτών, ή Κασιτών.
Κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, οι Κασσίτες και η τοποθεσία τής χώρας τους δεν ήταν γνωστή, και η προσπάθεια τών ερμηνευτών να συμβιβάσουν την ιστορία τής Γένεσης για την Εδέμ με τη γεωγραφία τού κόσμου που ήταν γνωστή σ’ αυτούς, οδήγησε σε σφάλματα. Έτσι ο Γιών αναπόδειχτα ταυτίστηκε με το Νείλο και η χώρα τού Χούς με τη χώρα τής Νουβίας από την οποία ρέει ο Νείλος, στον οποίο οι Ελληνιστές Ιουδαίοι απένειμαν το όνομα Χούς.
Οι Κασσίτες επανευρέθησαν μόνο κατά τον τελευταίο αιώνα σε αναφορές γι’ αυτούς που βρίσκονταν σε αρχαία σφηνοειδή γραφή.
Στους χρόνους τού Μωυσή αυτό ήταν ένα ποτάμι που συναντούσε τον Ευφράτη λίγα μίλια Νότια από εκεί που συνδέεται ο Τίγρης , κοντά στο Αμπαντάν.
Σήμερα το ποτάμι αυτό ονομάζεται Καρούν, και πηγάζει από τα βουνά τού Ιράν, Ανατολικά τού Περσικού Κόλπου όπου αδειάζουν τα νερά τους, ο Τίγρης, ο Ευφράτης και ο Καρούν. Ο Γιών έρεε από τη χώρα τού Χους, δηλαδή έξω από τη χώρα τών αρχαίων Κασσιτών οι οποίοι ήταν μεταξύ τών βουνών τού Ιράν και τής χώρας τής Ασσυρίας (μεταξύ τού Τίγρη και τού Ευφράτη), ακριβώς όπως το λέει η Γένεσις.
Οι Κασσίτες ήταν αρχικά ένας ποιμενικός νομαδικός λαός που ξεκίνησε στην Εγγύς Ανατολή ως μέρος τής επέκτασης τών Ινδο-Ευρωπαϊκών λαών έξω από την Τουρκία, μέσα στην Περσία, και τελικά στην Ινδία. Κατά την πτώση τής Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας, αυτοί εγκατέστησαν για 4 αιώνες μια δική τους αυτοκρατορία. Μετά το τέλος τής Κασσιτικής περιόδου, το όνομά τους ξεχάστηκε.

Ο Φισών δε ρέει πλέον για τα τελευταία 4000 χρόνια. Σήμερα, είναι απλά μια ξερή κοίτη που ονομάζεται Βάντι Αλ-Μπατίν,τής οποίας η αρχή βρίσκεται μέσα στην πιο χρυσοφόρα πρεριοχή τής Σαουδικής Αραβίας, μόλις Βόρεια τής Μεδίνα. Αλλά κατά τη διάρκεια τού υγρού κλίματος, προ τού 3500 π.Χ. πήγαζε από την Αραβική Peninsula κι ενώνετο με τον Ευφράτη στο ίδιο περίπου μέρος όπως έκανε κι ο Γιών (Καρούν). Λίγο χρόνο μετά απ’ αυτό, ίσως περίπου το 2000 π.Χ., ξεράθηκε.
Αν και η μνήμη του διετηρήθη, η τοποθεσία του δεν ήταν πλέον γνωστή όταν κατεγράφει η διήγηση τής Γενέσεως.
Πρόσφατα όμως, η κοίτη αυτή βρέθηκε από δορυφορική φωτογραφία, από τον Φαρούκ Ελ-Μπαζ τού Πανεπιστημίου τής Βοστώνης. Ο τελευταίος συμπέρανε, ότι ο ποταμός αρχικά επήγαζε για πλέον τών 650 μιλίων από τα βουνά Χιζάζ (στη Σαουδική Αραβία) προς το Κουβέιτ, όπου ενώνετο με τον Ευφράτη. Η ιστορία αυτής τής αποκαλύψεως δημοσιεύθηκε από τον Τζέιμς Σάουρ (1996: 52-57,64) στο Περιοδικό τής Βιβλικής Αρχαιολογίας.
Το σημείο όπου κάποτε ο ποταμός αυτός διοχέτευε τα νερά του, ήταν γνωστός στον αρχαιολόγο Λέοναρντ Γούλεϋ, που στο βιβλίο του “Οι ανασκαφές στην Ουρ”, περιέγραψε πώς ο ποταμός αυτός μαζί με τους άλλους τρεις, δημιούργησανμε τις προσχώσεις τους την κοιλάδα τής Μεσοποταμίας.

Από αυτήν την περιγραφή των τεσσάρων ποταμών της Γένεσης, εξάγεται ότι η Βιβλική τοποθεσία τού Παραδείσου τής Εδέμ, αντιστοιχεί με την περιοχή της αρχαίας Σουμερίας. Έτσι μπορεί να αναγνωρισθεί ως η μεγάλη πλημμυρισμένη πεδιάδα τού Ευφράτη νοτίως τών αρχαίων πόλεων τής Σουμερίας
Σύμφωνα με τη Σουμεριακή παράδοση, η παλαιότερη απ’ όλες τις Σουμεριακές πόλεις-κράτη, και η παραδοσιακή πατρίδα τού Αδάπα (Αδάμ), ήταν η πόλη τής Εριδού (ή Εριντού), η οποία βρέθηκε, όπως οι κατοπινές Σουμεριακές πόλεις τής Ουρ και Ερέχ, στις όχθες τού ποταμού Ευφράτη. (Τα ερείπια τών πόλεων αυτών, βρίσκονται περίπου 400 μίλια από όπου ο Ευφράτης εισέρχεται στον Περσικό Κόλπο). Ήταν η πρώτη περιοχή που σχηματίστηκε στη Μεσοποταμία από τις προσχώσεις τών τεσσάρων ποταμών. Η Εριντού, ξεκινώντας από απλός οικισμός, χτίστηκε από τους πρώτους κατοίκους, κατά το 5400 π.Χ., και κατοικείτο τουλάχιστον ως το 3600 π.Χ.
Στην αρχή η περιοχή ήταν πλημμυρισμένη με νερό. Σταδιακά όμως, άρχισε να ανυψώνεται. Η Εριντού όπου εγκαταστάθηκε ο Αδάμ και οι απόγονοί του, μετά από την πτώση του από τον Παράδεισο, ήταν προφανώς από τις πρώτες περιοχές.
Σταδιακά η προοδευτική αύξηση τής λάσπης τών ποταμών, μετακίνησε την ακτή αρκετά μακριά στο Νότο. Έτσι το σημείο που οι ποταμοί έχυναν τα νερά τους άλλαξε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η μετέπειτα σύγχυση για τη θέση τού Παραδείσου.

Η παραπάνω χρονολόγηση τής Εριντού είναι πολύ σημαντική για την επιβεβαίωση τής αφήγησης τής Γενέσεως, και την επιλογή τού κειμένου που θα αποδεχθούμε.
Ως γνωστόν, τα εγκυρότερα κείμενα τής Παλαιάς Διαθήκης σήμερα, είναι το Εβραϊκό, και η μετάφραση τών Εβδομήκοντα (Ο΄), που είναι αρχαιότερη από το Εβραϊκό. Στο θέμα τών χρονολογιών τής Γενέσεως όμως, οι ημερομηνίες που μας δίνουν διαφέρουν μεταξύ τους κατά 1500 έτη. Έτσι, το Εβραϊκό τοποθετεί τον Αδάμ στο 4000 π.Χ., ενώ η μετάφραση Ο΄ τον τοποθετεί στο 5500 π.Χ.!
Το 5500 π.Χ. όπως είδαμε, είναι εξαιρετικά κοντινή ημερομηνία στη χρονολόγηση τών αρχαιολόγων για την αρχή κατοίκησης τής πρώτης πόλης τής Σουμερίας, τής Εριντού (5400 π.Χ.). Ενώ λοιπόν ο Αδάμ τοποθετήθηκε στον Παράδεισο το 5500, ο πρώτος οικισμός τών απογόνων του, χρονολογείται από το 5400 π.Χ., δηλαδή 100 χρόνια αγότερα. Αυτό είναι η καλύτερη απόδειξη για την ορθότητα τών χρονολογικών πινάκων τής Γενέσεως! Εδώ θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε και άλλα στοιχεία, όπως το ότι ο Κάιν ήταν γεωργός και ο Άβελ ήταν βοσκός, πράγμα που αποδεικνύεται από τις ανασκαφές τών αρχαιολόγων για τις δραστηριότητες τών πρώτων κατοίκων τής περιοχής.
Έτσι, αν και το Εβραϊκό συχνά αποδεικνύεται εγκυρότερο στην απόδοση κάποιων λέξεων, στις ημερομηνίες αποδεικνύεται λιγότερο αξιόπιστο από τών Ο΄. (Άλλη απόδειξη για την εγκυρότητα τών Ο΄ έναντι τού Εβραϊκού, μπορεί να βρεθεί στη χρονολόγηση τού Κατακλυσμού τού Νώε, κλπ).
Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε την Αγία Γραφή, όχι ως μια αλληγορική καταγραφή, αλλά ως μια πιστή αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων, που ως σήμερα μπορούν να επιρρεάσουν την πίστη μας και το αιώνιο μέλλον μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:Souer, James A. 1996 ΄΄The River Runs Dry΄΄ Περιοδικό Βιβλικής Αρχαιολογίας, τόμ. 22, Νο 4 (Ιούλιος/Αύγουστος) σελ. 52-57,64.

Ν. Μ.

Χάρτης

via