feature, σύρος

Τον ταπεινό «υψώνει» και δοξάζει ό Θεός

Όπως ή χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινόφρονα, έτσι στον υπερήφανο έρχονται οδυνηρές περιστάσεις. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στους ταπεινόφρονες, για να τους κάνει να ευφραίνονται στους υπερήφανους όμως εναντιώνεται, για να τους ταπεινώσει. Ό ταπεινός δέχεται συνεχώς το έλεος του Θεού, ενώ ό σκληρόκαρδος και ολιγόπιστος βρίσκει στο δρόμο του συναπαντήματα φοβερά. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για όλες τίς δωρεές πού δέχθηκες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, και θα δοξαστείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Να προλαβαίνεις και να χαιρετάς όλους τους ανθρώπους, και να υποκλίνεσαι μπροστά τους, και έτσι θα τιμηθείς πιο πολύ παρά αυτοί πού προσφέρουν ως δώρο χρυσάφι καθαρό.


Εξευτέλισε τον αμαρτωλό εαυτό σου, και θα δεις μέσα σου τη δόξα του Θεού. Γιατί όπου βλαστάνει ή ταπείνωση, εκεί αφθονεί ή δόξα του Θεού. Εάν αγωνισθείς να εξευτελιστείς φανερά από τους ανθρώπους, για να εξαλείψεις την υπερηφάνεια σου και τον εγωισμό σου, ό Θεός θα σε κάνει να δοξαστείς. Εάν όμως ταπεινώνεσαι μέσα στην καρδιά σου, χωρίς να σε βλέπουν οί άλλοι, τότε ό Θεός φανερώνει τη δόξα του στην καρδιά σου. Όταν έχεις μεγάλα αξιώματα ή χαρίσματα, να γίνεις ευκαταφρόνητος, για να μην υψηλοφρονήσεις και χάσεις τη χάρη του Θεού όταν πάλι βλέπεις ότι είσαι πολύ μικρός και αδύναμος πνευματικά, μη κάνεις τον σπουδαίο. Να δέχεσαι με προθυμία την καταφρόνια των ανθρώπων, και θα γεμίσεις από την τιμή του Θεού. Δε βλέπεις μέσα σου τα πολλαπλά τραύματα της αμαρτίας σου και ζητάς να σε τιμήσουν; Απόφυγε τίς τιμές των ανθρώπων, για να σε τιμήσει ό Θεός, και μην αγαπήσεις τίς τιμές, για να μην ατιμασθείς. Όποιος κυνηγάει την τιμή, αύτη φεύγει από μπροστά του, και όποιος την αποφεύγει, ή τιμή θα τον κυνηγήσει | και θα γίνει κήρυκας της ταπείνωσης του σε όλους τους ανθρώπους. Εάν καταφρονείς τον εαυτό σου ότι τίποτε δεν είσαι χωρίς τη χάρη του Θεού, για να μην τιμηθείς από τους ανθρώπους, θα σε φανερώσει για την ταπείνωση σου. Εάν από αληθινή ταπείνωση κατηγορήσεις τον εαυτό σου, θα επιτρέψει ό Θεός σε όλα τα κτίσματα του να σε επαινέσουν. Και θα ανοίξει μπροστά σου ή πόρτα της δόξας του Πλαστουργού σου, και θα σε επαινέσουν, διότι έγινες στην πραγματικότητα κατ’ εικόνα και καθ’ όμοίωσιν του Θεού.

Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τίς αρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Πού ή ζωή του να είναι φωτεινή και να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνημα; Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τίς περιστάσεις και μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, πού ταπεινώνει τον εαυτό του και τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Και αν κανείς υπομένει και πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οί Απόστολοι και οί Μάρτυρες, θα τον μεθύσει ό Θεός με τα επουράνια αγαθά του. Και όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ό Θεός με τη στολή της αφθαρσίας και της δόξας. Και όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ό Θεός τον παρηγορεί με τον αληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ό Κύριος και οί Άγιοι, και χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη ή ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, και μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι άμαθης. Και εάν τον αφελή και τον αμαθή ή ταπείνωση του τον υψώνει, πόσης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (ή ταπείνωση) για τους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους;
Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, και θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, και θα θεωρείσαι σπουδαίος. Ή κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε ή υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέληση σου απαρνήθηκες, μοναχέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθηκες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ’ αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες και να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.

Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπείνωση, και θα μάθεις και συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον ή διδασκαλία τους.

Να τιμάς τον πλησίον σου
Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια και τα πόδια, και κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή και βάλε τα στα μάτια σου, και παίνεψε τον και γι’ αυτά πού δεν έχει. Και όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι’ αυτόν ότι καλό και σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρόμοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, και τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Και σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού αποκτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρακτήρας, και αποκτάς πολλή ταπείνωση, και χωρίς κόπο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς εσύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέδωσες.

Ή ταπείνωση είναι στολή της θεότητας
Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, και να μιλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης. Όμως φοβάμαι πολύ, όπως φοβάται εκείνος πού πρόκειται να μιλήσει για το Θεό με τους δικούς του συλλογισμούς. Γιατί ή ταπείνωση είναι στολή της Θεότητας. Ό Υιός δηλ. και Λόγος του Θεού, πού έγινε άνθρωπος, την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε, και συναναστράφηκε μαζί μας με αυτήν μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Και οποίος ντυθεί την ταπεινοφροσύνη, πραγματικά γίνεται όμοιος με το Λόγο του Θεού, πού κατέβηκε από το δικό του ύψος και σκέπασε με την ταπεινοφροσύνη τη μεγαλοσύνη και τη δόξα του, για να μην καταφλεχθή ή κτίση, βλέποντας τη θεότητα του. Διότι ή κτίση δεν μπορούσε να τον αντικρίσει, αν δεν έπαιρνε ένα μέρος από αυτήν, δηλ. το ανθρώπινο σώμα, ώστε να επικοινωνήσει μαζί της. Ούτε μπορούσαν οί κτιστές υπάρξεις να ακούσουν τα λόγια του πρόσωπο με πρόσωπο. Διότι ούτε οί Ισραηλίτες μπόρεσαν να ακούσουν τη φωνή του, όταν λάλησε προς αυτούς μέσα από τη νεφέλη. Γι’ αυτό είπαν στο Μωϋσή (Εξ. 20, 19): “Ας λαλήσει ό Θεός μαζί σου, και συ πες μας τους λόγους του, και ας μη λαλήσει ό Θεός μαζί μας, για να μην πεθάνουμε.

Τώρα όμως, πού ό Θεός έχυσε τη χάρη του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατέβηκε σε μας με σεισμό και φωτιά, ούτε με φοβερή και δυνατή φωνή, αλλά ήρθε όπως ή βροχή στο κουρεμένο μαλλί του προβάτου και όπως ή σταγόνα πού στάζει στο χώμα απαλά, και συναναστράφηκε μαζί μας με ανθρώπινη μορφή. Σκέπασε δηλ., όπως σκεπάζουμε ένα θησαυρό, με την ανθρώπινη σάρκα τη δόξα του, και επικοινωνούσε μαζί μας με κείνο το σώμα πού κατασκεύασε το θείο του νεύμα από τον κόλπο της παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, ώστε βλέποντας τον ως άνθρωπο να συναναστρέφεται μαζί μας, να μη ταραχθούμε από τη θεωρία του. Γι’ αυτό το λόγο, οποίος φορέσει εκείνη τη στολή της ταπεινοφροσύνης, με την οποία τον είδε ή κτίση μέσα στο ανθρώπινο σώμα πού φόρεσε ό κτίστης, τον ίδιο το Χριστό ντύνεται. Και αντί να ντύνεται την κοσμική τιμή και την εξωτερική δόξα, στολίζεται με το εσωτερικό ένδυμα της ταπεινοφροσύνης. Γι’ αυτό και τα λογικά κτίσματα, βλέποντας έναν οποιοδήποτε άνθρωπο να φοράει αυτό το ομοίωμα της ταπεινοφροσύνης, ακόμη και με τη σιωπή τους τον προσκυνούν, τιμώντας τον Κύριο τους, πού τον είδαν να τη φοράει και να συναναστρέφεται μαζί τους μέσω αυτής. Ποιο κτίσμα, αλήθεια, δεν ευλαβείται τη θεωρία του ταπεινόφρονα; Όμως μέχρι πού αποκαλύφθηκε σε όλους ή δόξα της ταπεινοφροσύνης, ήταν ευκαταφρόνητη ή θεωρία της, μόλο πού ήταν γεμάτη αγιότητα. Τώρα όμως ανέτειλε σαν τον ήλιο ή δόξα της στα μάτια των ανθρώπων. Και κάθε συνετός άνθρωπος την τιμά, οπού και αν φανεί. Γι’ αυτό ούτε οί εξ αγνοίας εχθροί της αλήθειας δεν τη θεωρούν ευκαταφρόνητη, αν και αυτός πού την απέκτησε φαίνεται φτωχότερος άπ’ όλα τα κτίσματα. Ωστόσο, όποιος έμαθε την ταπείνωση, τιμάται από τα λογικά κτίσματα σαν να φοράει στεφάνι και βασιλική πορφύρα.

Στο ταπεινόφρονα υποτάσσεται ή λογική και ή άλογη κτίση. Ό αληθινός ταπεινόφρων

Όποιος υποτάξει τον εαυτό του στο Θεό, είναι κοντά στο να υποταγούν σ’ αυτόν τα πάντα. Τον καιρό δηλ. πού κυριαρχεί ή ταπείνωση στη διαγωγή σου, υποτάσσεται σε σένα τον ταπεινό ό ψυχικός σου κόσμος, και μαζί μ’ αυτόν υποτάσσονται σε σένα τα πάντα. Διότι γεννιέται μέσα στην καρδιά σου ή ειρήνη του Θεού. Και όσο είσαι έξω από την ειρήνη του Θεού, θα καταδιώκεσαι συνεχώς όχι μόνο από τα πάθη σου, αλλά και από διάφορα δυσάρεστα περιστατικά. Αλήθεια, Κύριε, αν δεν ταπεινωθούμε, δεν παύεις συ να μας ταπεινώνεις. Ή αληθινή ταπείνωση γεννιέται από τη γνώση. Και ή αληθινή γνώση γεννιέται από τους πειρασμούς.

Τον ταπεινόφρονα κανένας μυαλωμένος άνθρωπος ποτέ δεν τον μισεί, δεν τον πληγώνει με λόγια, δεν τον καταφρονεί. Όλοι οί καλοί άνθρωποι τον αγαπούν, διότι τον αγαπά ό Κύριος του. Όλους τους αγαπάει και όλοι τον αγαπούν. Όλοι τον θέλουν, και σε κάθε τόπο, όπου πλησιάζει, τον βλέπουν ως άγγελο φωτός και του αποδίδουν ξεχωριστή τιμή. Και όταν μιλήσει, ό σοφός και ό δάσκαλος σιωπούν μπροστά του, διότι δίνουν το λόγο στον ταπεινόφρονα. Τα μάτια όλων προσέχουν στα λόγια του στόματος του. Κάθε άνθρωπος περιμένει τι θα πει, σαν να είναι λόγια Θεού. Τα σύντομα και κοφτά λόγια του είναι σαν τους λόγους των σοφών, πού προσέχουν ένα ένα τα νοήματα τους. Τα λόγια του είναι γλυκά για τους σοφούς πού τα ακούνε, πιο γλυκά από την κηρήθρα στο φάρυγγα. Και όλοι τον λογαριάζουν ότι έχει το Θεό μέσα του, κι ας είναι αμαθής στην έκφραση του, και στη θεωρία ευκαταφρόνητος και ευτελής.

Πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα σαρκοβόρα θηρία και, όταν πέσει το βλέμμα τους επάνω του, γίνεται ήμερη ή αγριότητα τους, και τον πλησιάζουν σαν κύριο τους, και κινούν περιποιητικά τα κεφάλια τους και γλείφουν τα χέρια και τα πόδια του διότι οσφραίνονται σ’ αυτόν εκείνη την εύωδία, πού εξέπεμπε ό Αδάμ πριν από την παράβαση, όταν μαζεύτηκαν κοντά του και τα ‘δωσε ονόματα στον παράδεισο. Το σώμα πού έλαβε από μας τους ανθρώπους ό Ιησούς το ξανάκτισε και το χάρισε σε μας με την ανθρώπινη παρουσία του. Αυτό είναι πού σκόρπισε την εύωδία του στο ανθρώπινο γένος.

Και πάλι, πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα θανατηφόρα ερπετά, και μόλις αισθανθούν επάνω στο σώμα τους το χέρι του, ή οξύτητα και ή σκληρότητα της θανατηφόρας πικρότητάς τους σταματάει, και στα χέρια του τα τρίβει σαν να ‘ναι ακρίδες. Έρχεται κοντά στους ανθρώπους και τον προσέχουν όπως τον Κύριο. Και γιατί αναφέρω μόνο τους ανθρώπους; Άλλα και οι δαίμονες με όλη την ορμητικότητα και την πικρία τους και το καυχησιάρικο φρόνημα τους, μόλις πλησιάσουν στον ταπεινόφρονα, γίνονται αδρανείς σαν το χώμα, και μαραίνεται όλη ή κακία τους, και καταστρέφονται οι μηχανορραφίες τους, και μένουν ανενέργητες οί πανουργίες τους.
Όποιος άνθρωπος είναι από τη φύση του επιεικής και ήσυχος, ή συνετός, ή πράος, δε φτάνει μόνο άπ’ αυτό στο βαθμό της ταπεινοφροσύνης. Αληθινός ταπεινόφρων είναι αυτός πού έχει ένα κρυφό ταλέντο, πού να τον κάνει να υπερηφανεύεται, αλλά δεν υπερηφανεύεται, παρά συλλογίζεται ότι είναι χωματένιο. Άλλα ούτε κι αυτόν πού, από την ενθύμηση των αμαρτημάτων, συντρίβεται ή καρδιά του, και ταπεινοφρονή και δεν αφήνει στο νου του να περηφανευτεί, ούτε κι αυτόν τον λέμε ταπεινόφρονα, αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο. Διότι ακόμη έχει το λογισμό της υπερηφάνειας, και δεν απέκτησε την αληθινή ταπείνωση, αλλά την προσεγγίζει απλώς με τους παραπάνω τρόπους. Αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο, όπως είπα, όμως ακόμη θέλει την ταπείνωση, γιατί δεν την έχει αποκτήσει. Αληθινός και τέλειος ταπεινόφρων είναι αυτός πού δε χρειάζεται να εφευρίσκει με το νου του διάφορους λόγους, όπως οι αμαρτίες του και ή χοικότητά του, για να ταπεινοφρονή, αλλά απέκτησε την ταπεινοφροσύνη σε υψηλό βαθμό και σαν κάτι το φυσιολογικό, χωρίς ιδιαίτερη εργασία. Σαν να δέχτηκε δηλ. μέσα του ένα μεγάλο χάρισμα, ανώτερο από όλη την κτίση, και, εντούτοις, αυτός θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό και ευτελή και ευκαταφρόνητο.

Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα
Αγάπησε τα πενιχρά ενδύματα, για να σβήσεις τους λογισμούς της υψηλοφροσύνης πού αναδύονται μέσα σου. Γιατί αυτός πού αγαπά την πολυτέλεια και τα λαμπερά ρούχα δεν μπορεί να αποκτήσει ταπεινούς λογισμούς. Διότι ή καρδιά μέσα στον άνθρωπο συμμορφώνεται με τα εξωτερικά σχήματα.

Πώς να προλάβεις την οίηση
Φυλάξου από την οίηση την ώρα των καλών αλλοιώσεων. Άμα αρχίσεις να αισθάνεσαι οίηση και έπαρση, να προσευχηθείς με την καρδιά σου και να παρουσιάσεις στον Κύριο την αδυναμία σου και την αμάθεια σου, για να μη σου συμβεί να πέσεις σε αισχρά αμαρτήματα. Διότι την υπερηφάνεια ακολουθεί ή πορνεία, και την οίηση ή πλάνη.

Χωρίς την ταπείνωση τα ενάρετα έργα γίνονται μάταια
Αν κάνεις ένα καλό έργο αρετής και δεν αισθανθείς τη γεύση ότι σε βοηθάει πνευματικά, μη θαυμάσεις. Γιατί, μέχρι να ταπεινωθεί ό άνθρωπος, δεν απολαμβάνει το μισθό της εργασίας του. Ή αμοιβή, πάλι, δε δίνεται για τον κόπο της εργασίας, αλλά για την ταπείνωση πού συνοδεύει την εργασία. Όποιος περιφρονεί την ταπείνωση χάνει την αμοιβή της εργασίας του. Όποιος προλάβει και πάρει από το Θεό την αμοιβή της ταπεινής του καρδιάς, ή και των ταπεινών του έργων, αυτός είναι ανώτερος από τον εργαζόμενο την απλή αρετή. Την αρετή ακολουθεί ή λύπη και ό κόπος, και από τη λύπη γεννιέται ή ταπείνωση, και στον ταπεινό δίνεται ή χάρη του Θεού. Λοιπόν, ή ανταπόδοση της θείας Χάρης δε δίνεται για την απλή αρετή, ούτε για τον κόπο πού τη συνοδεύει, αλλά για την ταπείνωση πού γεννιέται άπ’ αυτά. Και αν λείψει ή ταπείνωση, τα πρώτα, δηλ. τα ενάρετα έργα και ό κόπος τους, γίνονται μάταια.

Ό Κύριος σοφίζει τον ταπεινό
Όποιος εξευτελίζει τον εμπαθή εαυτό του και τον ταπεινώνει, αυτός θα γίνει σοφός από τον Κύριο. Και όποιος έχει την ιδέα ότι είναι σοφός, αυτός θα χάσει τη σοφία του Θεού.

Και μόνο ή ταπείνωση μπορεί να παρασταθεί ενώπιον τον Θεον και να πρεσβεύσει για μας
Ή κατάσταση της ταπείνωσης, και χωρίς να συνοδεύεται από έργα αγαθά, όπως στην περίπτωση του άρρωστου, ή του εγκλείστου μονάχου, πολλά αμαρτήματα συγχωρεί τα έργα όμως, χωρίς την ταπείνωση, όχι μόνο είναι ανωφελή, αλλά και πολλά κακά μας προκαλούν. Λοιπόν, με την ταπείνωση, όπως ανέφερα, να περιμένεις τη συγχώρηση των αμαρτιών σου. Και όπως το αλάτι συντηρεί και νοστιμίζει κάθε τροφή, έτσι είναι και ή ταπείνωση για κάθε αρετή και μπορεί να συντρίψει τη δύναμη πολλών αμαρτημάτων. Γι’ αυτή λοιπόν την ταπείνωση είναι ανάγκη να λυπάσαι, αδιαλείπτως, ανάλογα βέβαια με τις δυνάμεις σου, μέχρι να την αποκτήσεις. Και όταν την αποκτήσουμε στο κελί της ησυχίας μας, όπου ζούμε εντελώς απομακρυσμένοι από τον κόσμο, μας κάνει παιδιά του Θεού και χωρίς να μπορούμε να κάνουμε αγαθά έργα, όπως οι άνθρωποι πού έχουν επαφή με τον κόσμο, μας φέρνει στο Θεό. Χωρίς αυτήν όλα τα έργα μας είναι μάταια, και όλες οι αρετές, και όλες οι εργασίες μας.
Λοιπόν, ό Θεός θέλει την αλλοίωση των λογισμών μας διότι με τους καλούς λογισμούς προοδεύουμε, και με τους κακούς λογισμούς εξαχρειωνόμαστε. Μόνη ή ταπείνωση, χωρίς άλλη βοήθεια, είναι ικανή να παρασταθεί ενώπιον του Θεού και να πρεσβεύσει για μας.

Τα μεγάλα μέτρα της ταπεινοφροσύνης
Αυτόν πού έφτασε σε πολύ μεγάλα ύψη ταπεινοφροσύνης, δεν τον πιάνει ταραχή όταν τον αδικούν, ούτε θέλει να απολογηθεί για κείνο το πράγμα, για το όποιο αδικήθηκε. Δέχεται, λοιπόν, τις συκοφαντίες σαν να είναι αλήθεια, και δε φροντίζει να πείσει τους ανθρώπους ότι τον συκοφάντησαν, αλλά ζητάει να τον συγχωρήσουν. Μερικοί μάλιστα, με τη θέληση τους, κατάφεραν να τους ονομάζουν οί άλλοι ακόλαστους, ενώ δεν ήταν άλλοι πάλι δέχτηκαν με υπομονή να τους ονομάζουν μοιχούς, χωρίς να είναι και, δακρύζοντας, φόρτωναν στον εαυτό τους την πικρή ανταμοιβή μιας αμαρτίας πού δε διέπραξαν, και κλαίγοντας ζητούσαν, άπ’ αυτούς πού τους είχαν συκοφαντήσει, συγχώρηση για την αμαρτία πού δεν έκαμαν, ενώ ήταν στεφανωμένοι στην ψυχή με το στεφάνι της καθαρότητας και της αγνότητας. Άλλοι πάλι, για να μη δοξαστούν για την κρυμμένη μέσα τους ενάρετη κατάσταση τους, έκαναν τον παλαβό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σταθερά γαλήνιοι και καρυκευμένοι με το θεϊκό αλάτι, ώστε για την άκρα τελειότητα τους αξιώθηκαν να έχουν τους αγίους Αγγέλους κήρυκες των ανδραγαθημάτων τους.
Σύ λοιπόν νομίζεις πώς έχεις ταπείνωση άλλοι όμως κατηγορούσαν τον εαυτό τους, ενώ εσύ δεν μπορείς να υποφέρεις ούτε όταν οι άλλοι σε κατηγορούν. Ωστόσο σκέφτεσαι ότι είσαι ταπεινόφρων. Εάν πράγματι είσαι ταπεινόφρων, δοκίμασε τον εαυτό σου αν δε σε πιάνει ταραχή όταν σε συκοφαντούν και σε αδικούν.

Ποια είναι τα δείγματα της εξαιρετικής ταπείνωσης των ησυχαστών;
Όπως ή οίηση (ή υψηλοφροσύνη) με τους λογισμούς της αμαρτωλής φαντασίας διασκορπίζει την ψυχή και την κάνει να περιπλανάται σ’ όλη την κτίση, έτσι και ή ταπείνωση συμμαζεύει την ψυχή στην ησυχία. Και όπως ή ψυχή δεν είναι γνωστή ούτε ορατή στους σωματικούς οφθαλμούς, έτσι και ό ταπεινόφρων παραμένει άγνωστος κατά την πρόθεση του μεταξύ των ανθρώπων. Και όπως ή ψυχή μέσα στο σώμα είναι κρυμμένη και δεν μπορούν να τη δουν οι άνθρωποι στις μεταξύ τους συναναστροφές, έτσι και ό ταπεινόφρων πού έφτασε σε πολύ μεγάλα μέτρα: όχι μόνο δε θέλει να τον βλέπουν και να τον ξεχωρίζουν οι άνθρωποι επειδή είναι απόμακρος και στερημένος των πάντων, αλλά τούτο κυρίως θέλει αν είναι δηλ. δυνατό, να διεισδύσει μέσα στα μυστικά βάθη της ύπαρξης του και να πάει να κατοικήσει σε ήσυχο τόπο, και να αφήσει όλες τίς παραστάσεις και τίς σκέψεις πού συνδέονται με τίς αισθήσεις της κοσμικής ζωής, και να γίνει σαν να μην υπάρχει και να μη γεννήθηκε για τον κόσμο, και να είναι παντελώς άγνωστος ακόμη και στον εαυτό του. Και όσο αυτός ό άνθρωπος παραμένει στον κόσμο σαν τον κρυμμένο θησαυρό, τόσο και ολόκληρη ή ύπαρξη του πλησιάζει στον Κύριο και Θεό του.

Ό ταπεινόφρων δεν αναπαύεται ποτέ στο να βλέπει μαζεμένους ανθρώπους σ’ έναν τόπο ούτε αναπαύεται στην ταραχή του πλήθους, και στις κινήσεις και στις φωνές και στα ξανοίγματα και στις φροντίδες και στην ηδονή, από την οποία προέρχεται ή ασωτία ούτε αναπαύεται στα κοσμικά λόγια και στις συναναστροφές και στο διασκορπισμό των αισθήσεων αλλά μάλλον προτιμά να ζει μόνος του στην ησυχία, και να μη τον λογαριάζουν οί άλλοι. Και πιο πολύ ποθεί τη σμικρότητα, την ακτημοσύνη, την πενία. Και προτιμά πάντοτε να είναι εύκαιρος και αμέριμνος, χωρίς να συγχύζεται ό νους του από τα πράγματα του κόσμου, για να μην περιπλανιούνται οί λογισμοί του εδώ κι εκεί. Διότι έχει πεισθεί ότι, εάν αρχίσει ν’ ασχολείται με πολλά πράγματα, δεν μπορεί να ξεφύγει τη σύγχυση των λογισμών διότι τα πολλά πράγματα συνεπάγονται πολλές φροντίδες και ποικίλους και σύνθετους λογισμούς, πού τον απομακρύνουν από την απλότητα. Εάν λοιπόν μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά, θα παύσει να είναι υπεράνω των κοσμικών φροντίδων, θα γίνουν πολλές οί ανάγκες του, θα χάσει την ειρήνη και τη μοναδική απασχόληση του νου του με τους άριστους λογισμούς. Και εάν οί υλικές και σωματικές του ανάγκες τον εμποδίζουν από τους καλούς και σωτήριους λογισμούς, τότε αρχίζει να βλάπτεται ό ίδιος και να βλάπτει τους άλλους. Από δω και πέρα ανοίγει ή πόρτα για να μπαίνουν μέσα του τα πάθη, και φεύγει ή γαλήνη πού φέρνει ή διάκριση, και χάνεται ή ταπείνωση, και κλείνει ή πόρτα της ειρήνης. Επειδή λοιπόν όλα αυτά είναι επικίνδυνα, φυλάγει συνεχώς τον εαυτό του από τις πολλές φροντίδες και ενασχολήσεις και, έτσι, σε κάθε περίσταση βρίσκει τον εαυτό του στη γαλήνη του Θεού, και στην ανάπαυση, και στην ειρήνη, και στην επιείκεια, και στην ευλάβεια.

Στον ταπεινόφρονα δε βλέπεις ποτέ βιασύνη και σύγχυση ή ενέργειες επείγουσας ανάγκης, ούτε θερμούς και κούφιους λογισμούς. Απεναντίας, σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος. Εάν κολλήσει ό ουρανός με τη γη, ό ταπεινόφρων δε θορυβείται. Κάθε ήσυχος και πράος άνθρωπος δεν είναι ταπεινόφρων, όμως κάθε ταπεινόφρων είναι πράος και ήσυχος. Άμα δεν είσαι ταπεινόφρων, δεν μπορείς να είσαι συνεσταλμένος στους τρόπους σου, όμως συνεσταλμένους μη ταπεινόφρονες πολλούς θα συναντήσεις. Αυτό εννοούσε ό Κύριος, ό πράος και ταπεινός, όταν είπε: «Μάθετε άπ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και εύρήσετε άνάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11, 21). Ό ταπεινόφρων σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γι’ αυτόν πού να κινήσει το νου του στο κακό ή να τον ταράξει. Και όπως δεν μπορεί κανείς να τρομάξει ένα βουνό, έτσι δεν τρομάζει από τίποτε ό νους του. Και αν δεν είναι παράλογο, θα λέγαμε ότι ό ταπεινόφρων δεν ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο διότι ούτε στα λυπηρά περιστατικά ταράζεται και αλλοιώνεται ή ύπαρξη του, ούτε στα ευχάριστα εκπλήσσεται από θαυμασμό και χαλαρώνει. Όλη ή ευφροσύνη και ή χαρά του ή αληθινή βρίσκεται στην απόλαυση του Κυρίου και Θεού του. Την ταπεινοφροσύνη τη συνοδεύει ή επιείκεια και ή αυτοσυγκέντρωση. Την ταπεινοφροσύνη ακολουθεί: εγκράτεια στις αισθήσεις, φωνή μετρημένη, λίγα λόγια, καταφρόνηση του κοσμικού εαυτού μας, ευτελής ενδυμασία, βάδισμα ταπεινό το να μην αλληθωρίζουμε δεξιά και αριστερά και περισπάται ή προσοχή μας, να ξεχωρίζουμε στην ελεημοσύνη, να έχουμε πολλά δάκρυα. Ακόμη, την ταπεινοφροσύνη συνοδεύει: ψυχή μεμονωμένη από τους περισπασμούς, καρδιά συντετριμμένη, έλλειψη θύμου, αισθήσεις συμμαζεμένες, λίγα και ευτελή πράγματα για τη σωματική μας ανάπαυση, καρτερία στον πόνο, υπομονή, αφοβία, ανδρεία της καρδιάς, πού αποστρέφεται τις απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης ζωής, υπομονή στους πειρασμούς, σοβαροί λογισμοί, σβήσιμο των πονηρών λογισμών, εγκράτεια παθών, συστολή, ευλάβεια. Και πάνω άπ’ όλα αυτά, πρέπει να βρίσκεται ό ασκητής σε παντοτινή ησυχία και να μη γνωρίζει τα κοσμικά πράγματα και τα πάθη.

Ό ταπεινόφρων ποτέ δεν αισθάνεται αναγκασμένος να ταραχθεί ή να συγχυσθεί. Και όταν είναι μόνος του, ντρέπεται και ευλαβείται τον εαυτό του ως εικόνα Θεού. Και μου προκαλεί θαυμασμό ότι ένας πραγματικά ταπεινόφρων ασκητής δε θα τολμήσει να προσευχηθεί με δικά του λόγια, όταν αρχίσει την ευχή, ούτε θα θεωρήσει τον εαυτό του άξιο για προσευχή, ούτε θα τολμήσει να ζητήσει τίποτε άλλο εκτός από τη βασιλεία του Θεού ούτε έχει ανθρώπινη συναίσθηση της προσευχής, παρά μονάχα σιωπά ό νους του, και περιμένει το έλεος του Θεού. Και, καθώς κλίνει το πρόσωπο του προς τη γη και ή καρδιά του είναι υψωμένη στην αγιότατη και υψηλή πύλη του ουρανού, περιμένει να ακούσει ποιο είναι γι’ αυτόν το θέλημα του ενδόξου και προσκυνητού Θεού του Θεού πού ό θρόνος του είναι στα σύννεφα, πού θαμπώνει τα μάτια των Σεραφείμ, και πού ή δύναμη και ή σοφία και ή αγαθότητα του κάνει να σιωπούν όλα τα αγγελικά τάγματα. Μόνο αυτό τολμά ό ταπεινόφρων να πει και να ζητήσει στην προσευχή του: Ας γίνει, Κύριε, ή ζωή μου κατά το πανάγιο θέλημα σου. Και εμείς την ίδια ευχή να λέμε για τον εαυτό μας. Αμήν.
Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποκτήσει ταπείνωση

Ρωτήσανε οι μοναχοί τον άββά Ισαάκ πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει ταπείνωση και είπε:
Να μην ξεχνάει ότι έκαμε αμαρτίες στη ζωή του και να ελπίζει ότι ό θάνατος είναι κοντά. Τα φορέματα του να είναι ευτελή, και σε κάθε περίσταση να προτιμά τον έσχατο τόπο, και πάντοτε να κάνει πρόθυμα τις παρακατιανές εργασίες. Να έχει υπακοή, να σιωπά, και να μην του αρέσει να τρέχει σε συντροφιές κοσμικού πνεύματος, αλλά να θέλει να παραμένει άγνωστος και ασήμαντος. Να μην έχει στο κελί του πράγματα πού να τα θεωρεί όλα δικά του και να αποφεύγει τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, και να μην αγαπά τα υλικά κέρδη. Και, εκτός άπ’ αυτά, να μη μέμφεται στο νου του και να μην κατηγορεί κανέναν άνθρωπο, και να μη ζηλοφθονεί, να μην είναι εριστικός, αλλά να ασχολείται με τον εαυτό του, πώς θα ταπεινωθεί και θα αγαπά τον κόσμο. Με δυο λόγια, να ζει μέσα στον κόσμο πού έπλασε ό Θεός σαν ξένος και φτωχός και απομονωμένος από το κακό. Αυτά γεννούν την ταπείνωση και καθαρίζουν την καρδιά.

Ή ταπείνωση φροντίζει να μη σκανδαλίζει
Πήγα κάποτε σε έναν παλαιό και ενάρετο γέροντα, ό όποιος με αγαπούσε πολύ. Δεν ήξερε να μιλάει όμορφα, όμως είχε φωτεινή γνώση και βαθιά καρδιά, και έλεγε οσα του υπαγόρευε το άγιο Πνεύμα. Δεν έβγαινε συχνά από το κελί του, παρά μόνο έβγαινε για τις άγιες κοινές ακολουθίες. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του και ζούσε στην ησυχία. Του είπα λοιπόν.
-Πάτερ, μου ήρθε ένας λογισμός: να πάω την Κυριακή στο υπόστεγο της εκκλησίας κι εκεί να καθίσω το πρωί και να φάω, για να με δουν αυτοί πού θα μπαίνουν στο ναό και θα βγαίνουν, και να με καταφρονήσουν.

Σ’ αυτά μου απάντησε ό γέροντας έτσι: -Είναι γραμμένο ότι οποίος σκανδαλίζει τον κοσμικό αδελφό του, δε θα δει το φως του Θεού. Εσένα λοιπόν, κανένας δε σε ξέρει σ’ αυτό το μέρος, ούτε γνωρίζουν το είδος της ζωής σου και, γι’ αυτό, θα πουν ότι οί Μοναχοί είναι λαίμαργοι και τρώνε από το πρωί. Μάλιστα εδώ ζούνε και αρχάριοι αδελφοί, πού έχουν ασθενή λογισμό και θα σκανδαλισθούν. Πολλοί άπ’ αυτούς σου έχουν εμπιστοσύνη και ωφελούνται από την παρουσία σου και, άμα σε δουν να κάνεις τέτοιο πράγμα, θα βλάφτουν. Οί αρχαίοι πατέρες τα ‘καμναν αυτά για να ταπεινωθούν για τις πολλές θαυματουργίες τους και για την τιμή πού απολάμβαναν και για το μεγάλο όνομα πού είχαν αποκτήσει. Και τα ‘καμναν αυτά, για να ατιμασθούν, και για να αποκρύψουν τη δόξα της αγίας ζωής τους και για να αποφύγουν τίς αιτίες της υπερηφάνειας. Εσένα όμως, πού δεν έφτασες σε τέτοια μέτρα, τι σε αναγκάζει να κάνεις αυτό πού λες; Δε γνωρίζεις ότι κάθε βαθμίδα πνευματικής ζωής έχει τη δική της τάξη και το δικό της χρονικό στάδιο; Εσύ βέβαια ούτε τέτοια ξεχωριστή πολιτεία έχεις, ούτε τέτοιο μεγάλο όνομα. Γιατί είσαι ένας απλός μοναχός σαν τους άλλους και, άμα κάνεις αυτό πού σκέφτηκες, ούτε τον εαυτό σου θα ωφελήσεις, αλλά και τους άλλους θα βλάψεις. Και πάλι, αυτού του είδους οί υπερβολές δεν είναι για όλους ωφέλιμες, αλλά μόνο στους τέλειους και στους μεγάλους, οί όποιοι έτσι νεκρώνουν τίς αισθήσεις τους. Για τους μεσαίους και τους αρχάριους μια τέτοια πολιτεία είναι επιζήμια, διότι ακόμη χρειάζονται να προσέχουν συνεχώς τον εαυτό τους και να επιβάλλονται στις αισθήσεις τους. Οί γεροντάδες πέρασαν αυτό το στάδιο και, όταν θέλουν, μπορούν από όλα να ωφεληθούν. Όπως συμβαίνει με τους εμπόρους πού, όταν είναι άπειροι και αρχίζουν μεγάλες επιχειρήσεις, προκαλούν μεγάλες ζημίες στους εαυτούς τους όμως στις μικρές επιχειρήσεις γρήγορα πηγαίνουν μπροστά. Και πάλι, όπως είπα, κάθε είδος εργασίας έχει τη δική της τάξη, και κάθε βαθμίδα πολιτείας έχει το δικό της χρονικό στάδιο. Όποιος λοιπόν αρχίζει υπέρμετρη άσκηση πριν να έλθει ό καιρός του, εκτός του ότι δεν κερδίζει τίποτε, διπλασιάζει τη βλάβη για τον εαυτό του. Εάν επιθυμείς την άσκηση πού έχει ό λογισμός σου, να υπομείνεις πρώτα με χαρά την ακούσια ατιμία πού επιτρέπει ή οικονομία του Θεού να σε βρει, και να μην ταραχθείς, μήτε να μισήσεις αυτόν πού σε ατιμάζει. Αυτά με συμβούλεψε αυτός ό σοφός γέροντας.

Ό θεός ταπεινώνει τον υπερήφανο
Μην πιστέψεις στον εαυτό σου ότι είσαι δυνατός στην αρετή, μέχρι να δοκιμασθείς στους πειρασμούς και βεβαιωθείς ότι ή καρδιά σου είναι αμετάθετη. Να αποκτήσεις μέσα σου ορθή και σταθερή πίστη, για να μπορέσεις, με τη δύναμη της, να καταπατήσεις τους εχθρούς σου και να ‘χεις το νου σου συμμαζεμένο, και να μην πάρεις θάρρος από τη δύναμη σου, οποία και να ‘ναι, για να μην παραχωρήσει ό Θεός και δοκιμάσεις πόσο αδύνατος είσαι από τη φύση σου, και πέσεις στην αμαρτία, και τότε θα μάθεις για τα καλά την αδυναμία σου. Μήτε να πιστέψεις στις γνώσεις σου, για να μην μπει στη μέση ό διάβολος, και σου στήσει παγίδα με την πανουργία του. Ποτέ να μην καυχηθείς για τα έργα πού κατόρθωσες, για να μην καταντροπιαστείς. Γιατί για όποιο πράγμα καυχιέται ό άνθρωπος, σ’ αυτό επιτρέπει ό Θεός να αλλάξει ή κατάσταση, για να ταπεινωθεί και να μάθει, έτσι, τι θα πει ταπείνωση. Γι’ αυτό πρέπει, όσα συμβαίνουν, να τα αποδίδεις στη θεία πρόνοια, και να μην πιστεύεις ότι σ’ αυτή τη ζωή υπάρχει τίποτε πού να μη μεταβάλλεται.

Ό υπερήφανος δεν έχει πνευματική δράση
Ό υπερήφανος δεν καταλαβαίνει ότι βαδίζει στο σκοτάδι και ότι αγνοεί την αληθινή σοφία. Γιατί, πώς μπορεί να το γνωρίζει, ενόσω βρίσκεται στο σκοτάδι και δε βλέπει; Γι’ αυτό και υπερηφανεύεται με το σκοτισμένο λογισμό του, ότι είναι ανώτερος όλων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ευτελέστερος και ασθενέστερος των ταπεινών, και δεν μπορεί να μάθει και να βαδίσει τον άγιο δρόμο του Κυρίου. Και ό Κύριος κρύβει από τον υπερήφανο το άγιο θέλημα του, γιατί δε θέλησε να βαδίσει στο δρόμο των ταπεινών.

Ή υψηλοφροσύνη μας απομακρύνει από το Θεό
Να πορεύεσαι στη ζωή σου με απλότητα, και μην κάνεις το σοφό μπροστά στο Θεό. Ή πίστη πηγαίνει οπού υπάρχει απλότητα, ενώ ή υψηλοφροσύνη ακολουθεί τον άνθρωπο, πού κάνει λεπτούς και έξυπνους συλλογισμούς, και παρουσιάζει τα πράγμα τα διαφορετικά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό όμως τον απομακρύνει από το Θεό.

Τα μεγάλα, αλλά χωρίς ταπείνωση, ασκητικά κατορθώματα συντρίβουν τον αγωνιστή και τον κάνουν καταγέλαστο στους δαίμονες
Το όνομα του ήταν Μαλπάς. Καταγόταν από την Έδεσσα της Μεσοποταμίας και φαινόταν ότι ζούσε σε μεγάλα πνευματικά μέτρα, υπομένοντας σκληραγωγίες και θλίψεις. Αυτός λοιπόν εφεύρε την αίρεση των Ευχιτών. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν μαθητής του μακαρίου Ιουλιανού, πού ονομαζόταν Σαβάς, και για μικρό διάστημα πήγε μαζί του στο Σινά και στην Αίγυπτο και συνάντησε τους μεγάλους πατέρες εκείνου του καιρού. Είδε και το Μέγα Αντώνιο και άκουσε άπ’ αυτόν λόγια μυστικής θεολογίας για την καθαρότητα και τη σωτηρία των ψυχών, και τον άκουσε να απαντά σε ερωτήσεις λεπτές για τα πάθη. Ερμήνευσε λοιπόν, με τίς απαντήσεις του, ό Άγιος ότι ό νους, μετά την κάθαρση του, δέχεται θαυμαστό φωτισμό για τα μυστήρια του Πνεύματος, και ότι ή ψυχή μπορεί με τη χάρη του Θεού να αξιωθεί να δεχθεί την απάθεια, όταν βγάλει από πάνω της τα παλιά πάθη με την εργασία των εντολών του Θεού, και επανακτήσει την υγεία της φύσης της, πού είχε κατά τη δημιουργία του κόσμου. Και σαν άκουσε αυτά τα λόγια ό Μαλπάς, στην ακμή της νιότης του, έγινε θερμός σαν τη φωτιά και ήρθε στην πόλη του, οπότε άναψε μέσα του το πάθος της φιλοδοξίας, και βρήκε έναν έρημο και ήσυχο τόπο, όπου αναχώρησε και αφιέρωσε τον εαυτό του σε αγώνες και σε σκληρές δοκιμασίες και σε αδιάλειπτες προσευχές. Και άναψε για τα καλά μέσα του το πάθος της δοξομανίας, ελπίζοντας να φθάσει σε υψηλά μέτρα, για τα όποια είχε ακούσει από τον άγιο Αντώνιο. Όμως δεν έμαθε, δυστυχώς, την τέχνη πώς να πολεμά τους νοητούς εχθρούς της αγιοσύνης, και δεν κατάλαβε τι ενέδρες και δόλους και πανουργίες μετέρχεται ό αντίπαλος, για να εξαπατήσει τους ισχυρούς και να τους φέρει στην απώλεια. Γι’ αυτό το λόγο στηρίχθηκε ό ταλαίπωρος μόνο στους αγώνες, και στις στενοχώριες, και στην ακτημοσύνη, και στην άσκηση, και στην εγκράτεια, χωρίς όμως να αποκτήσει την εξουδένωση του εγωισμού του, και την ταπείνωση, και τη συντριβή της καρδιάς (πού είναι όπλα αήττητα στον πόλεμο πού ξεσηκώνει ό πονηρός), και χωρίς να θυμηθεί το λόγο της Γραφής πού λέει: «Όταν κάμετε όλα τα έργα, και φυλάξετε όλες τίς εντολές, και υπομείνετε τίς θλίψεις, να θεωρείτε τους εαυτούς σας ως άχρηστους δούλους» (Λκ. 17, 10). Έτσι λοιπόν, θερμαινόταν με την υψηλοφροσύνη του, πού την έτρεφε ή εργασία των ασκητικών του αγώνων, και φλεγόταν από την επιθυμία να αποκτήσει τα μεγάλα χαρίσματα πού άκουσε. Και υστέρα από πολύ καιρό, σαν τον είδε ό διάβολος κούφιο από ταπείνωση, και ότι το μόνο πού επιθυμούσε ήταν να γνωρίσει τα θαυμάσια μυστήρια του Θεού πού άκουσε, του παρουσιάσθηκε μέσα σε εξαίρετο φως λέγοντας του: Εγώ είμαι ό παράκλητος, και με έστειλε ό πατέρας σε σένα, για να σε αξιώσω επιτέλους να γνωρίσεις τα θαυμάσια του Θεού, πού επιθυμείς ως ανταμοιβή των αγώνων σου, και να σου χαρίσω την απάθεια, και να σε απαλλάξω στο εξής από τον κόπο της άσκησης. Ως αντίβαρο, θα λέγαμε, για όλα αυτά πού του υποσχέθηκε, ζήτησε από κείνων τον δύστυχο να τον προσκυνήσει! Κι εκείνος ό ανόητος, μη κατανοώντας τον πόλεμο πού άρχισε ό διάβολος, αμέσως και μετά χαράς τον δέχθηκε και τον προσκύνησε, και αμέσως πέρασε στη δαιμονική εξουσία. Και αντί της θεωρίας των θαυμάσιων του Θεού, τον γέμισε με δαιμονικές φαντασίες, και τον έκαμε ν’ αφήσει την εργασία των αρετών του Θεού, και τον εξύψωσε, και τον χλεύασε για την κούφια ελπίδα της απάθειας, λέγοντας του: Τώρα πια δε χρειάζεσαι τα ασκητικά έργα, και τίς ταπεινώσεις του σώματος, και τον αγώνα ενάντια στα πάθη και τίς κατώτερες επιθυμίες. Στο τέλος τον έκαμε αρχηγό της αίρεσης των Ευχιτών.
—-* Οί Ευχίτες, ή Μασσαλιανοί στη συριακή γλώσσα, εμφανίσθηκαν το β’ μισό του Δ’ αιώνα στη Μεσοποταμία. Ή πλάνη τους έφτασε μέχρι τη Θράκη και την Αίγυπτο. Είχαν μακριά μαλλιά και ζούσαν μαζί άνδρες και γυναίκες. Αποστρέφονταν την εργασία και ζούσαν ζητιανεύοντας. Ή διδασκαλία τους λέει ότι κάθε άνθρωπος κληρονομεί, με τη γέννηση του, και ένα δαίμονα, τον όποιο δεν μπορεί να εκδιώξει το βάπτισμα. Ή εκδίωξη του, και ή εκρίζωση της αμαρτίας, επιτυγχάνονται με επίμονη προσευχή. Γι’ αυτό, περιφρονούσαν τα μυστήρια της Εκκλησίας και δέχονταν ότι με τη συνεχή προσευχή έρχεται το άγιο Πνεύμα, πού ή παρουσία του ήταν γι’ αυτούς αισθητή και ορατή. Πίστευαν ότι έφταναν στην απάθεια, ότι αποκτούσαν προφητική δύναμη και ότι έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια τον Πατέρα και τίς αόρατες δυνάμεις. Υποστήριζαν ακόμη ότι έβλεπαν την κατάσταση των ψυχών των πεθαμένων, και τους στοχασμούς και τίς διαθέσεις των ανθρώπων. Καταδικάσθηκαν από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 8, 814π.

Όταν τελείωσε τη δουλειά του ό διάβολος, και φανερώθηκε ή βέβηλη και κάλπικη διδασκαλία του Μαλπά, αυτός και οι οπαδοί του διώχτηκαν από τον επίσκοπο της πόλης.

Ήταν κι ένας άλλος, ονομαζόμενος Άσινάς, πού ζούσε στην ίδια πόλη πού ανέφερα παραπάνω, στην Έδεσσα, και συνέθεσε πολλά τραγουδάκια με τρεις λέξεις στον κάθε στίχο. Αυτός φαινόταν να ζει σε μεγάλα πνευματικά μέτρα και, χωρίς διάκριση, επιδόθηκε σε σκληρότερους ασκητικούς αγώνες, μέχρι να δοξαστεί από τον κόσμο ως άγιος. Αυτόν τον πλάνησε ό διάβολος, και τον έβγαλε από το κελί του, και τον έβαλε να σταθεί όρθιος επάνω σ’ ένα βουνό, πού το λέγανε Στόριο, και έκαμε μια φανταστική σύνθεση (όχι πραγματική δηλ.) με άρματα και ιππείς, του τα ‘δειξε και του είπε: ό Θεός με έστειλε να σε πάρω, όπως έγινε με τον προφήτη Ηλία. Και καθώς, αυτός ό Άσινάς, απατήθηκε από τον διάβολο εξαιτίας της ανοησίας του, ανέβηκε να καθίσει πάνω στο άρμα, οπότε διαλύθηκε όλο εκείνο το σκηνικό της φαντασίας, και κατέπεσε από μεγάλο ύψος κάτω στα ριζά του βουνού, και πέθανε γελοιοποιημένος.

Αυτά τα παραδείγματα τα ανέφερα όχι χωρίς λόγο, αλλά για να μάθουμε πώς μας εμπαίζουν οι δαίμονες, πού διψούν για την απώλεια των αγωνιστών, και να μην επιθυμήσουμε, προτού να μάθουμε καλά την ταπείνωση, τις υψηλές πνευματικές αναβάσεις, για να μη γίνουμε καταγέλαστοι από τον πονηρό εχθρό μας. Διότι βλέπω, ακόμη και σήμερα, ότι νέοι άνθρωποι, γεμάτοι με τα πάθη τους, φλυαρούν και αποφαίνονται χωρίς κανένα δισταγμό για τα μυστήρια του Θεού! (392-4).

Και οι άγιοι υπόκεινται σε πτώσεις. Να μην υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έχεις από το Θεό. Να ταπεινωθείς μόλις αισθανθείς το άγγιγμα της υψηλοφροσύνης

Ό άγιος Μακάριος έγραψε μια επιστολή με πολλή περίσκεψη και σοβαρότητα, για να την έχουν στη μνήμη τους οι αδελφοί και να διδαχθούν, ώστε να μην πέσουν στην απόγνωση, όταν μεταπίπτουν από την κατάσταση της θείας χάρης στον πνευματικό κίνδυνο και στη σύγχυση. Διότι, όσοι βρίσκονται στην κατάσταση της καθαρότητας, υπόκεινται σε πτώσεις, και μάλιστα ενώ δε ζουν σε αμέλεια και δε βρίσκονται σε πνευματική παραλυσία. Όπως δηλ. συμβαίνει και με τον καιρό, όπου το ψύχος διαδέχεται τη ζέστη. Ενώ λοιπόν πορεύονται σύμφωνα με τον μοναχικό τους κανόνα, συμβαίνουν σ’ αυτούς πτώσεις, πού είναι βέβαια αντίθετες προς τη βούληση τους. Άλλα και ό άγιος Μάρκος, έχοντας, όπως και ό άγιος Μακάριος, ακριβή πείρα του πράγματος, μας δίνει τη δική του μαρτυρία γι’ αυτό το θέμα, σε επιστολές πού έγραψε. Έχοντας, τώρα πια, δύο μάρτυρες, θα μπορεί ό άνθρωπος, όταν βρεθεί στην ανάγκη, να δεχθεί την παρηγοριά του χωρίς κανένα δισταγμό. τι λέγει λοιπόν ό άγιος Μάρκος; «Αλλοιώσεις, λέει, γίνονται στον καθένα, όπως συμβαίνει με τίς τέσσερις εποχές». Πρόσεξε εκείνη τη λέξη, «στον καθένα», πού σημαίνει ότι ή ανθρώπινη φύση είναι μία και, επομένως, όλοι υποκείμεθα σε μεταβολές. Μη νομίσεις δηλ. ότι ό άγιος είχε στο νου του μόνο τους αρχάριους και τους ελάχιστους, και ότι οι τέλειοι και προχωρημένοι δεν υπόκεινται τάχα σε πνευματικές μεταβολές, και ότι βρίσκονται πάντα, χωρίς να παρεκκλίνουν, σε μια ανώτερη κατάσταση, χωρίς εμπαθείς λογισμούς. Αυτά τα λένε, δυστυχώς, οι Ευχίτες. Γι’ αυτό λοιπόν ανέφερε στο κείμενο του «στον καθένα».

Λέει ό άγιος Μακάριος: Τώρα έχουμε ψύχος, και μετά, ακολουθεί καύσωνας, και ίσως χαλάζι, φουρτούνα, και καλοσύνη. Έτσι γίνεται, λέει, και με την άσκηση μας. Πόλεμος από τον πονηρό, και βοήθεια από τη θεία χάρη. Καμιά φορά γίνεται στην ψυχή τρικυμία, και την προσβάλλουν κύματα δυνατά. Και πάλι, υστέρα, έχουμε την καλή αλλοίωση, καθώς επισκέπτεται την καρδιά ή θεία χάρη, και την γεμίζει με θεϊκή χαρά και ειρήνη, και με λογισμούς σώφρονες και ειρηνικούς.
Αναφέροντας ό άγ. Μακάριος, εδώ, τους «σώφρονες λογισμούς», υπονοεί ότι οι προηγούμενοι ήταν κτηνώδεις και ακάθαρτοι. Συνεχίζει λοιπόν και συμβουλεύει: Εάν μετά άπ’ αυτούς τους λογισμούς, τους σώφρονες και τους επιεικείς, ακολουθούν πονηροί λογισμοί, να μη λυπηθούμε και φτάσουμε στην απόγνωση κι όταν βρισκόμαστε στην ανάπαυση πού δίνει ή θεία χάρη, να μην καυχηθούμε, παρά, ενώ χαιρόμαστε, να περιμένουμε τη θλίψη. Όμως μας συμβουλεύει να μην αφήνουμε και κάνει κατοχή στην καρδιά μας ή λύπη, όταν ακολουθήσουν πτώσεις

Και ενώ οι πτώσεις στρέφονται εναντίον μας, όμως εμείς να τίς δεχόμαστε με χαρά, λέει, ως κάτι το φυσικό και ανθρώπινο. Και να μην απελπιστούμε σαν εκείνον πού περιμένει τέλεια και αναλλοίωτη ανάπαυση, και δεν μπορεί να δεχθεί ότι και πάλι θα αγωνισθεί, και θα λυπηθεί στη ζωή του, και ότι θα του συμβούν ανεπιθύμητα και ενάντια στο θέλημα του Θεού πράγματα. Και αυτό πού είπαμε, το οικονόμησε ό Θεός, για να μη μείνουμε τελείως άνεργοι -εννοώ σε ασκητικούς αγώνες- και αποχαυνωθούμε και πέσουμε στην απόγνωση, και μείνουμε ακίνητοι στο δρόμο της αρετής. Και συμπληρώνει ό άγιος: Να ξέρεις ότι όλοι οι άγιοι καταπιάνονταν με τους συνεχείς ασκητικούς αγώνες. Όσο είμαστε σ’ αυτό τον κόσμο, ή μεγάλη παρηγοριά μας από τα λυπηρά έρχεται μέσα μας με τρόπο μυστικό. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ό Θεός ζητάει να δοκιμάσει την προς αυτόν αγάπη μας με την πάλη και τον αγώνα μας κατά των πειρασμών. Να μη μας καταβάλλει ή λύπη, θα πει να μην παραμελούμε τον αγώνα μας. Έτσι προκόβουμε, ό κάθε μοναχός, στο δρόμο της αρετής. Όποιος θέλει να ξεφύγει από τούτο τον αγώνα και να παρεκκλίνει, αυτός είναι σαν τους λύκους. Και με αύτη τη σύντομη και θαυμαστή παρομοίωση θέλει να πει ότι, όπως ό λύκος δε θέλει να βαδίζει στον κανονικό δρόμο, έτσι και ό μοναχός πού δε θέλει να αγωνίζεται, θέλει να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι, πού δεν περπατήθηκε από τους αγίους πατέρες. Γι’ αυτό χρειάζεται οι θλίψεις να διαδέχονται τη χαρά. Όμως μετά τίς θλίψεις, με την ενέργεια της χάρης του Θεού έρχονται μέσα μας καλοί λογισμοί και εκπλήξεις θαυμαστές, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση μας, όπως είπε ό άγιος Μάρκος. Όταν οί άγιοι Άγγελοι μας πλησιάσουν, γεμίζουμε με πνευματική κατάσταση, οπότε όλα τα λυπηρά και τα ενάντια αναχωρούν, και γίνεται ειρήνη και άρρητη γαλήνη, για όσο καιρό ζει κανείς σ’ αυτή την κατάσταση. Όταν λοιπόν σε επισκιάσει ή χάρη του Θεού, και έρθουν κοντά σου και σε περιτειχίσουν οί άγιοι Άγγελοι, και απομακρυνθούν όλοι οί πειρασμοί, τότε να μη σε πιάσει ή έπαρση και βάλεις ιδέα ότι έφτασες στο λιμάνι, οπού δεν πιάνει πια τρικυμία, και ότι ό αέρας πού σε περιβάλλει είναι αμετάβλητος, και ότι μια για πάντα γλίτωσες από την ταραχώδη θάλασσα και τους άνεμους της, και ότι δε θα σε βρει ξανά ό εχθρός και το κακό. Διότι πολλοί, όπως είπε και ό μακάριος άββάς Νείλος, έκαναν τέτοιες σκέψεις, και έπεσαν σε κινδύνους. Η, πάλι, μην ξεχαστείς και βάλεις στο νου σου, ότι τάχα έγινες ανώτερος από τους άλλους, τους πολλούς, και ότι σε σένα αρμόζει να είσαι μόνιμα σε τέτοια χαρισματική κατάσταση, και όχι σε άλλους, επειδή τάχα ή πολιτεία τους είναι κατώτερη, και ή γνώση τους είναι ελλιπής. Μην υποβαθμίζεις λοιπόν τους άλλους και λες ότι «εγώ έπρεπε και έφθασα στην τελειότητα της αγιότητας, και σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, και στη χαρά την αμετάβλητη», διότι όλα αυτά είναι υπερήφανοι στοχασμοί. Αντί γι’ αυτά, να καθίσεις και να συλλογισθείς τους ακάθαρτους λογισμούς σου, και τίς απρεπείς φαντασίες πού μπήχτηκαν στο μυαλό σου τον καιρό της πνευματικής σου τρικυμίας και της ταραχής και της αταξίας των λογισμών σου, πού πριν από λίγο, ενώ ήσουν σκοτισμένος, επαναστάτησαν εναντίον σου να συλλογισθείς δηλ. πώς τόσο γρήγορα έκλινες τότε προς τα πάθη, και έζησες μαζί τους με το σκοτεινό νου σου, και δεν ντράπηκες, ούτε σ’ έπιασε δέος για τη θεϊκή δράση πού είχες, και για τα χαρίσματα πού είχες δεχθεί πρωτύτερα. Και να ξέρεις ότι όλα αυτά -την ταραχή, την αταξία των λογισμών κ.τ.λ.- ή πρόνοια του Θεού τα έφερε σε μας για να ταπεινωθούμε, γιατί ό Θεός μας νοιάζεται και οικονομεί στον καθένα μας ξεχωριστά τι πρέπει να πάθει, για να βάλει μυαλό. Εάν λοιπόν υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έλαβες, και δεν είναι δικά σου, σε αφήνει και πέφτεις τότε σ’ εκείνα τα αμαρτήματα, για τα όποια είχες μόνο λογισμούς και πειρασμούς.

Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος και να μην πέφτεις στα πάθη, δεν οφείλεται στη δική σου αρετή, αλλά στη χάρη του Θεού, πού σε βαστάζει στα χέρια του, για να μη φοβηθείς. Αυτά να σκέφτεσαι τον καιρό της πνευματικής χαράς σου, και όταν αρχίζεις να υψηλοφρονείς, είπε ό άγιος αυτός πατέρας μας, κλάψε και δάκρυσε και να θυμάσαι συνεχώς τα πρότερα παραπτώματα σου, στα όποια έπεσες με την παραχώρηση του Θεού. Κάνε έτσι, για να αποκτήσεις ταπείνωση και να γλιτώσεις από την πτώση. Όμως και πάνω στις πτώσεις σου, μην απελπισθείς, αλλά με ταπεινούς λογισμούς εξιλέωσε το Θεό και άφησε τον να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σου.

Από τους λογισμούς της υπερηφάνειας έρχεται ό πειρασμός της πορνείας
Όταν το σώμα σου ημερέψει με την εγκράτεια, με την αγρυπνία και με την προσοχή της καρδιάς, πού ευνοείται από την ησυχία των αισθήσεων, και εντούτοις αρχίζεις και αισθάνεσαι στο σώμα σου την οξύτητα του πάθους της πορνείας, το όποιο δεν προέρχεται από τη φυσική λειτουργία του οργανισμού, να ξέρεις ότι δέχθηκες λογισμούς υπερηφάνειας και γι’ αυτό σε πειράζει ό δαίμονας. Σ’ αυτή την περίπτωση ταπείνωσε πολύ την τροφή σου και το στομάχι σου, και ψάξε να βρεις τι λογισμούς δέχθηκες, και μάθε ότι αλλοιώθηκε ή φύση σου και ότι τα έργα της είναι έξω από τη φυσική τους τάξη, και τότε, αν ή μετάνοια σου είναι αληθινή, θα σε ελεήσει ό Θεός και θα σε φωτίσει να μάθεις την ταπείνωση, για να μην αυξηθεί ή υπερηφάνεια σου. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν να αγωνιζόμαστε πρόθυμα, μέχρις ότου δούμε μέσα μας τη μετάνοια, και βρούμε την ταπείνωση, και αναπαυθεί ή καρδιά μας εν τω Θεώ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ
 
feature, σύρος

Βίος του Οσίου πατρός ημών Ισαάκ του Σύρου

Ευλόγησον Πάτερ.


Ο όσιος πατήρ ημών Ισαάκ, ο μέγας και θαυμαστός στην αρετή, ο ουρανοπολίτης αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, του θαυμάσιου εκείνου Αβραάμ όχι υιός, αλλά γνήσιος απόγονος, υπήρχε το μεν γένος Σύρος, γεννήθηκε δε κατά άλλους στην Νινευή πόλιν της Μεσοποταμίας, κατ’ άλλους γεννήθηκε και ανατράφηκε και μεγάλωσε σε κάποια κωμόπολη, όχι μακριά της Εδέσσης, πόλεως της Συρίας.
Ποίοι υπήρξαν οι γονείς τούτου του μακαρίου πατρός και ποίας καταστάσεως άνθρωποι ήσαν και πώς λεγόντουσαν, είναι άγνωστο.

Γνωρίζομε όμως, ότι ο θείος ούτος πατήρ στην ακμή της ηλικίας του απαρνήθηκε τον κόσμο και τα εν τω κόσμο απήλθε μετά του αυτάδελφού του σε κοινόβιο, στα μέρη εκείνα του αγίου μάρτυρος Ματθαίου καλούμενο, οπού και άλλοι πολλοί τότε ασκούσαν την εν σώματι Αγγελική πολιτεία.

Αφού ντύθηκε το αγγελικό σχήμα και τον τρόπον και τον βίον και γυμνάστηκε στους ασκητικούς αγώνας και πόνους και κορέστηκε εκ του γάλακτος της πρακτικής αρετής και αφού με ικανό τρόπο κατεκοίμησε τα άταχτα της σάρκας πάθη και την σάρκα καθυπέταξε στο πνεύματι, πεθύμησε την στερεά της βαθυτέρας θεωρίας του πνεύματος τροφή.

Και αμέσως έφυγε από το κοινόβιο και από όλη εκείνη της ιερά αδελφότητα και δρομαίος ήλθε ως διψασμένο ελάφι στις πηγές των υδάτων σε ερημικό τόπον, μακριά του κόσμου και της συναναστροφής των πολλών, κατοίκησε εντός μεμονωμένου κελιού, μόνος μόνω τω Θεώ και τω εαυτού πνεύματι ασχολούμενος.

Ο δε αυτάδελφος, όταν ανέλαβε την ηγουμενία του κοινοβίου, έγραφε επανειλημμένως προς αυτόν και τον παρακαλούσε δεόμενος, να επανέλθει στην πρώτη αυτού μετάνοια, άλλ’ ο θείος Ισαάκ γλυκαθείς τη γλυκύτητα της θεωρίας του πνεύματος και της μελέτης των θείων εννοιών και της νοεράς προσευχής, παντελώς δεν πρόσεχε στου αδελφού τις παρακλήσεις, ουδέ συγκατατέθηκε ν’ αφήσει το της ησυχίας αμέριμνο και ατάραχο. Και αφού οι παρακλήσεις δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν την επιστροφή του, θεία αποκάλυψις προσκάλεσε αυτών άνωθεν στην αρχιερατική επιστασία των Νινευιτών εκκλησίας. Και εάν ένας τον αδελφών αυτού, εφάνη παρήκοος πρότερον, ύστερον όμως στην θεία φωνή υπέκυψε τον αυχένα μετά ταπεινώσεως. Αφήνει λοιπόν την έρημο και ησυχία ο φιλέρημος και φιλήσυχος Ισαάκ και της μεγαλουπόλεως Νινευή προχειρίζεται επίσκοπος.

Δεν έπρεπε βέβαια ο λύχνος να βρίσκεται υπό τον ερημικό μόδιο κρυμμένος, αλλά να τεθεί επί την ποιμαντική λυχνία, για να διαυγάσει στους μακράν της ερήμου ευρισκομένους της διδασκαλίας και αρετής το φως αλλά αυτό λίγο διήρκεσε, και τόσο, ώστε μόλις ανέτειλε και φάνηκε το φως στον ορίζοντα της εκκλησίας, και πάλιν έδυσε και κρύφτηκε καθότι ο όσιος ούτος πατήρ έπαθε ο,τι και ο θείος Γρηγόριος ο θεολόγος, ο οποίος όταν ψηφίστηκε επίσκοπος Σασίμων, αμέσως αναχώρησε από εκεί. Αίτια δε της αμέσως από την επισκοπική θέση αναχωρήσεις του πατρός Ισαάκ υπήρξε το εξής περιστατικό.

Όταν χειροτονήθηκε ο όσιος και κάθισε στο επισκοπικό οίκημα, παρέστησαν ενώπιον του δύο χριστιανοί, ο ένας ήταν δανειστής, ο άλλος οφειλέτης• και ο μεν δανειστής απαιτούσε το δάνειο, ο δε οφειλέτης ομολογούσε το χρέος, άλλα μη έχων προς το παρόν τα χρήματα ζήτησε μερικές ημέρες προθεσμία αλλά ο άσπλαχνος εκείνος δανειστής, είπε ότι εάν δεν μου αποδώσει, σήμερα αυτός το δάνειο, εγώ εξάπαντος παραδίδω αυτόν στον κριτή. Ό δε όσιος πατήρ Ισαάκ λέγει προς αυτόν, τέκνον, εάν για την εντολή του Ευαγγελίου οφείλεις και τα δια της βίας παρά σου αφαιρεθέντα πράγματα να μη ζητείς, πόσο μάλλον δεν πρέπει να υπομένεις λίγες μέρες ημέρας αυτόν ο οποίος σε παρακαλεί; Ο δε ανελεήμων εκείνος δανειστής, άφες, πάτερ, ήδη το ευαγγέλιον, είπε με αυθάδεια και αναχώρησε από εκεί. Μόλις άκουσε αυτά ο όσιος Ισαάκ, είπε στον εαυτό του εάν αυτοί δεν υπακούν στα προστάγματα του ιερού ευαγγελίου, τι λοιπόν εγώ ήλθα εδώ να πράξω; Αυτά είπε, και ευθύς αναχώρησε πάλιν στην έρημο, και ήλθε και κατοίκησε στο πρώτον του κελίον, οπού μέχρι θανάτου ανδρείως και καρτερικός υπέμεινε.

Ποιους δε αγώνας ανέλαβε ο μακάριος ούτος πατήρ κατά των δαιμόνων και της σαρκός, και ποίός υπήρξε κατά την πρακτική και θεωρητική αρετή, και σε πόση ψυχής τελειότητα έφθασε, και ποια χαρίσματα αξιώθηκε στο βίο όσο ζούσε επί της γης, όλα αυτά είναι περιττό να διηγηθεί κάποιος• Καθόσον ευκόλως εννοούνται από τα ίδια λόγια που περιέχει το παρόν βιβλίο.
Από όσα μπορούν να γίνουν φανερά ότι όσα έγραψε ό θείος ούτος πατήρ, πρώτον κατόρθωσε αυτά ο ίδιος γιατί στον εικοστό έκτον λόγον λέγει, «εν πολλώ καιρώ πειραζόμενος από τα δεξιά και από τα αριστερά και εαυτόν δοκιμάσας εν τοις δυσί τρόποις τούτοις πολλάκις, και δεξάμενος εκ του εναντίου πληγάς αναρίθμητους, και αξιωθείς μεγάλων αντιλήψεων κρυπτώς, εκομισάμην εαυτω πείραν εκ των μακρών χρόνων των ετών, και εν δοκιμασία και Θεού χάριτι ταύτα εμαθον»• στον δέκατο πέμπτο λόγο λέγει, «ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν, και παντός έντυχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των γραφών, και των αληθινών στομάτων, και μικρόν απ’ αυτής της πείρας»• αλλά και όσης χάριτος αξιώθηκε παρά Θεού δεν δυνήθηκε να παρασιώπηση, και σε πολλούς άλλους λόγους αμυδρώς, μάλιστα στον τριακοστό όγδοο φανερώς διακηρύττει λέγων, «πολλάκις οτε ταύτα έγγραφων, υπελείποντό μου οι δάκτυλοι επί τον χάρτη, και ούχ υπέφεραν κατέναντι της ηδονής, της εμπιπτούσης εν τη καρδία μου, και τας αισθήσεις κατασιγαζούσης». Κατά τούτο πρέπει να θαυμάσει κάποιος την αρετή του θείου πατρός, ότι ενώ ευρίσκετο μακράν των ανθρώπων, κατεφλέγετο υπό της προς αυτούς αγάπης, καθώς ο ίδιος περί εαυτού διαμαρτυρόμενος, στον αυτόν λόγον λέγει, «διότι γέγονα μωρός, ούχ’ υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων για την των αδελφών ωφελείαν διότι αυτή εστίν ή αγάπη ή αληθινή, ήτις ου δύναται υπόμεινε εν τινι μυστήριο εκ των αγαπητών αυτής»• για αυτό στην έρημο ευρισκόμενος, πότιζε αφθόνως δια του ζωηρού νάματος της διδασκαλίας του τας ψυχάς των αδελφών.

Έζησε ο άγιος ούτος, αρχομένης της εβδόμης από κτίσεως κόσμου χιλιάδος, το οποίο εξάγεται από κάποιο χωρίου του τριακοστού τρίτου λόγου, όπου περί των δαιμόνων λέγει ούτως, «εξ εναντίας γαρ τούτων (των δαιμόνων), των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρεις εαυτόν δογμάτισε» από αυτό γίνεται φανερό, ότι όταν τον λόγον έγραφε, υπήρχε ήδη τελειωμένο το από κτίσεως κόσμου εξακισχιλιοστόν έτος.

Βιβλιογραφία. Ασκητικοί λόγοι . Αββάς Ισαάκ του Σύρου.
Εκδόσεις ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ.
 

feature, σύρος

Λόγοι περί αγάπης, του Οσίου Πατρός ημών Αββά Ισαάκ του Σύρου


Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»


1. Λένε για τον μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ του δε σκέφθηκε να κάνει κάτι πού να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τον πλησίον του κι αυτό, γιατί πίστευε πώς το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.

2. Και πάλι είπαν για τον αββά Αγάθωνα, ότι έλεγε πώς «ήθελα να βρω ένα λεπρό και να λάβω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου». Είδες τέλεια αγάπη; Και πάλι, αν είχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δεν άντεχε να μην αναπαύσει μ’ αυτό τον πλησίον του. Είχε κάποτε μια σμίλη για να κόβει τις πέτρες. Ήρθε λοιπόν ένας αδελφός κοντά του και, επειδή την είδε και τη θέλησε, δεν τον άφησε να βγει από το κελί του χωρίς αυτή.

3. Πολλοί ερημίτες παρέδωσαν τα σώματα τους στα θηρία και στο ξίφος και στη φωτιά, για να ωφελήσουν τον πλησίον.

4. Κανείς δεν μπορεί να φτάσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, αν δε ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο το Θεό ντύνεται μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός πού απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί ν’ αποκτήσει, μαζί με το Θεό, τίποτε πού να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλ. και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις. Ένας άνθρωπος, πού είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και πού ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει το Θεό -να γίνει θεοφόρος- μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ό ίδιος ό Κύριος είπε ότι «οποίος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. “Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πώς ό Κύριος θα κατοικήσει μέσα του; Δε θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ό άγιος Μακάριος ό Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους πού καταφρονούν τους αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τον άρρωστο αν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πώς θα ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τον καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ό αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στην Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, πού πήρε από το κελί του με φρέσκα και τα πήγε στον αδελφό.
Αλλά και ό αββάς Αγαθών, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο πού ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ό αββάς ήταν ό πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ό θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρο του οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μιαν άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ό,τι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι πού ό άρρωστος έγινε καλά.

5. Ό λόγος του Κυρίου ό αληθινός και αψευδής μας λέει ότι δεν μπορεί ένας άνθρωπος να έχει μέσα του τον πόθο των κοσμικών πραγμάτων και μαζί, την αγάπη τον Θεού (Ματθ. 6, 24).
Αυτός ό άνθρωπος να λογίζεσαι ότι είναι του Θεού, πού από την πολλή του ευσπλαχνία νεκρώθηκε ως προς τις υλικές του ανάγκες. Διότι ό ελεών το φτωχό έχει το Θεό να φροντίζει για τις δικές του ανάγκες. Και αυτός πού στερείται για το Θεό, βρήκε θησαυρούς ακένωτους.
Ό Θεός δε χρειάζεται τίποτε. Ευφραίνεται όμως όταν δει κάποιον να αναπαύει την εικόνα του και να την τιμά για την αγάπη του. Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό πού έχεις, μην πεις μέσα στην καρδιά σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει και ότι ό Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι, πού δε γνωρίζουν το Θεό. Ό δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή πού του έκανε ό ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να τη χάσει. Ό φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από το Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ό Κύριος. Σύ όμως, πού θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή πού σου έκανε ό Θεός και απομάκρυνες τη χάρη του από σένα. Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να ευφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ό Θεός, πού με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, πού μου ‘δωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομα σου και πού με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, πού όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, πού περπάτησαν αυτό το δρόμο. (23-4).

Η αγάπη είναι καρπός προσευχής
1. Ή αγάπη είναι καρπός της προσευχής. Ή αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ό άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια «ακηδία» οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη.
2. Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του.

Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος

1. Παράδεισος είναι ή αγάπη του Θεού. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει ή τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ’ αυτόν τον παράδεισο ό μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά πού μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε πού τα ‘βαλε ό λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ό Θεός για κείνους πού τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκε ό Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου.
Το ξύλο της ζωής είναι ή αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ό Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ίδρωτα του στη γη των αγκαθιών. Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ’ αγκάθια, το ψωμί του ίδρωτα και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών. Είναι το ψωμί πού επέτρεψε ό Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωση του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, ή εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ’ αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ό σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ’ αυτά με τον ίδρωτα του προσώπου μας.
Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ό ουράνιος άρτος είναι ό Χριστός, πού ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αύτη ή ζωή είναι ή τροφή των αγγέλων.
Όποιος βρήκε την αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ίω. 6, 58). Διότι «ό τρώγων -λέει- από τον άρτο πού εγώ θα του δώσω, ποτέ (“εις τον αιώνα”) δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος πού τρώγει από τον άρτο της αγάπης, πού είναι ό Ιησούς. Ότι, βέβαια, αυτός πού τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ό απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «Ό Θεός είναι αγάπη» (1 Ίω. 4, 8). Λοιπόν οποίος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή και σ’ αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον όποιο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.

Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλείας τον Θεού
1. Ή αγάπη είναι ή βασιλεία, πού μυστικά υποσχέθηκε ό Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά ή αγάπη; Γιατί ή αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Ή αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί πού ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός πού ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι και ένιωσαν ντροπή οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια και οι φτωχοί και πλούτισαν με την ελπίδα και οί άρρωστοι και έγιναν υγιείς και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί.

Η πρακτική αγάπη
1. Όπως το λάδι συντηρεί το φως του λυχναριού, έτσι και ή ελεημοσύνη τρέφει στην ψυχή την αληθινή γνώση του Θεού. Το κλειδί της καρδιάς για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω της αγάπης προς τον πλησίον.
τι ωραία και αξιέπαινη πού είναι ή αγάπη προς τον πλησίον, εάν βέβαια ή μέριμνα γι’ αυτή δεν μας αποσπά από την αγάπη του Θεού! Πόσο γλυκιά είναι ή συντροφιά των πνευματικών μας αδελφών, εάν μπορέσουμε να φυλάξουμε μαζί μ’ αυτήν και την κοινωνία με το Θεό!
2. Ένας άνθρωπος πού ασχολείται με τα βιοτικά και ασκεί χειρωνακτική εργασία και λαμβάνει από άλλους βοήθεια, αυτός έχει χρέος να δώσει ελεημοσύνη. Αν αμελήσει γι’ αυτήν, ή ασπλαχνία του είναι ενάντια στην εντολή του Κυρίου.
3. Ένας μοναχός έχει, ας πούμε, κανόνα να ησυχάζει στο κελί του επτά εβδομάδες ή μία εβδομάδα και, αφού εκπληρώσει τον κανόνα του, συναντιέται και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και παρηγορείται μαζί τους. Αυτός λοιπόν, αν αδιαφορεί για τους πονεμένους αδελφούς του, στοχαζόμενος ότι αρκεί ό εβδομαδιαίος κανόνας του, είναι ανελεήμων και σκληρός γιατί με το να μην έχει ελεημοσύνη στην καρδιά του και με το να υψηλοφρονεί και να συλλογίζεται το ψευδός, δε συγκαταβαίνει να συμμετάσχει στον πόνο των αδελφών του.
Όποιος καταφρονεί τον ασθενή αδελφό του δεν πρόκειται να δει το φως του Θεού. Και οποίος αποστρέφει το πρόσωπο του από τον ευρισκόμενο σε στενοχώρια, ή ημέρα του θα είναι σκοτεινή.
4. Είπε ένας γνωστικός άγιος ότι τίποτε δεν μπορεί να λυτρώσει το μοναχό από το δαίμονα της υπερηφάνειας και να τον βοηθήσει όταν το πάθος της πορνείας είναι σε έξαψη, όσο το να επισκέπτεται και να υπηρετεί τους κατάκοιτους και κείνους πού λιώνουν από το σωματικό πόνο.
5. Είπε ό Κύριος: «Ό,τι θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να κάνετε σ’ αυτούς»(Λουκ. 6, 31) Όταν όμως ό άνθρωπος δεν έχει υλικά αγαθά ούτε σωματική δύναμη για να εκπληρώσει την αγάπη προς τον αδελφό του, τότε είναι αρκετή για το Θεό μόνη ή αγάπη για τον αδελφό, πού φυλάγεται στην προαίρεση του.

Η αγάπη τον Θεού είναι αστείρευτη
1. Ή αγάπη πού προέρχεται από τα πράγματα αυτού του κόσμου μοιάζει με το φως του λυχναριού, πού συντηρείται με το λάδι ή ακόμη, μοιάζει με το χείμαρρο, πού τρέχει μόνο όταν βρέχει και γίνεται ξερός όταν σταματήσει ή βροχή. Όμως ή αγάπη πού προέρχεται από το Θεό είναι σαν την πηγή πού αναβλύζει και ποτέ δε σταματάει ή ροή της και το νερό της δε σώνεται, γιατί ό Θεός μόνος είναι ή πηγή της αγάπης.

Η αγάπη του Θεού φέρνει ασυνήθιστη αλλοίωση
1. Ή αγάπη του Θεού είναι από τη φύση της θερμή. Και όταν πέσει σε κάποιον με υπερβολή, κάνει εκείνη την ψυχή εκστατική. Γι’ αυτό και ή καρδιά εκείνου πού την αισθάνθηκε δεν μπορεί να τη δεχθεί μέσα του και να την αντέξει αλλά ανάλογα με την ποιότητα της αγάπης πού τον επισκίασε, φαίνεται απάνω του μια ασυνήθιστη αλλοίωση. Και αυτά είναι τα αισθητά σημεία αυτής της αλλοίωσης:
Το πρόσωπο του ανθρώπου γίνεται κόκκινο σαν τη φωτιά και χαρούμενο και το σώμα του θερμαίνεται. Φεύγει απ’ αυτόν ό φόβος και ή συστολή («αιδώς») και γίνεται εκστατικός. Και ή δύναμη πού συμμαζεύει το νου χάνεται και έρχεται, σε κατάσταση εξωλογική («έκφρων»). Το φοβερό θάνατο για χαρά τον περνάει και ποτέ του ό νους του δε σταματάει να βλέπει και να στοχάζεται τα ουράνια. Και χωρίς να βρίσκεται σωματικά στους ουρανούς, μιλάει σαν να είναι παρών εκεί, χωρίς βέβαια να τον βλέπει κανένας. Χάνει τη φυσική γνώση και τη φυσική δράση και χάνει την αίσθηση της κίνησης του μέσα στον αισθητό χώρο. Γιατί και όταν κάνει κάτι, δεν το αισθάνεται καθόλου, αφού ό νους του είναι μετέωρος στη θεωρία των ουρανίων. Και ή διάνοια του φαίνεται να συνομιλεί με κάποιον άλλον.
Αυτή την πνευματική μέθη μεθύσανε οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες. Και οι μεν Απόστολοι γυρίσανε όλο τον κόσμο μέσα σε κόπο και μόχθο και ονειδισμούς ενώ οι Μάρτυρες με κομματιασμένα τα μέλη τους έχυσαν τα αίματα τους σαν το τρεχούμενο νερό και, ενώ υπέφεραν φοβερά βασανιστήρια, δε δείλιασαν, παρά τα υπέμειναν με γενναιότητα και ενώ στην πραγματικότητα ήταν σοφοί, τους πέρασαν για άμυαλους. Άλλοι πάλι περιπλανήθηκαν σε έρημους τόπους και στα βουνά και στις σπηλιές και στις τρύπες της γης. Αυτά πού έκαμναν ήταν για τον κόσμο αταξίες, ενώ για το Θεό ήταν εύτακτα. Αυτή την ανοησία τους μακάρι να μας αξιώσει ό Θεός και εμείς να τη φτάσουμε!

Αληθινή ελεημοσύνη
1. Σπείρε την ελεημοσύνη με ταπείνωση και θα θερίσεις το έλεος του Θεού την ημέρα πού θα σε κρίνει. Ποια αμαρτήματα σε έκαναν να χάσεις τη χάρη του Θεού; Απ’ αυτά να θεραπευθείς για να την αποκτήσεις. Έχασες τη σωφροσύνη; Δε δέχεται από σένα ό Θεός την ελεημοσύνη ενόσω επιμένεις στην πορνεία. Διότι ό Θεός από σένα θέλει τον αγιασμό του σώματος.

Ο πραγματικός ελεήμων
1. Ο ελεήμων να δίνει ελεημοσύνη απ’ αυτά πού ό ίδιος απέκτησε, με το δικό του μόχθο και πόνο, και όχι απ’ αυτά πού κέρδισε με το ψέμα και την αδικία και με πονηριές. Ένας άγιος άνθρωπος είπε: Αν θέλεις να σπείρεις την αγάπη σου στους φτωχούς, να σπείρεις από τα δικά σου. Αν πάλι θέλεις να σπείρεις από τα αγαθά των ξένων, πού απέκτησες άδικα, να γνωρίζεις ότι θα γίνουν για σένα πιο πικρά από τα αγριόχορτα. Σάς λέω λοιπόν εγώ, ότι αν ό ελεήμων δεν ξεπεράσει τα όρια της δικαιοσύνης, δεν είναι ελεήμων γιατί πρέπει όχι μόνο από τα δικά , του να δίνει ελεημοσύνη, αλλά και με χαρά να υπομένει τις αδικίες πού του γίνονται από τους άλλους και να ελεεί αυτούς πού τον αδικούν. Όταν νικήσει τη δικαιοσύνη με την ελεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, όχι με τα στεφάνια των δικαίων του ιουδαϊκού νόμου, αλλά με τα στεφάνια των τελείων, πού αναφέρει το ευαγγέλιο. Γιατί το να δίνει κανείς στους φτωχούς από τα δικά του και να ντύνει το γυμνό και να αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του και να μην αδικεί, ούτε να λέει ψέματα, αυτά και ό παλιός νόμος τα απαιτούσε. Όμως ή τελειότητα της οικονομίας του ευαγγελίου έτσι προστάζει: «απ’ αυτόν πού αρπάζει τα πράγματα σου μην τα ζητάς πίσω και να δίνεις σ’ οποίον ζητάει από σένα, χωρίς διάκριση», αν είναι συγγενής σου ή ξένος κ.λπ. (Ακ. 6, 30). Και όχι μόνο όταν αρπάζουν τα πράγματα σου, αλλά και τα άλλα δυσάρεστα πού σου έρχονται απέξω, πρέπει να τα υπομένεις με χαρά και να θυσιάζεις ακόμη και τη ζωή σου για τον αδελφό σου. Αυτός είναι ό πραγματικός ελεήμων και όχι αυτός πού δίνει απλώς με το χέρι του ελεημοσύνη στον αδελφό του. Όποιος λοιπόν ακούσει ή δει με τα μάτια του ότι κάτι στενοχωρεί τον αδελφό του και δεν μπορεί να τον αναπαύσει με υλικά αγαθά, αλλά τον συμπονάει και καίεται ή καρδιά του γι’ αυτόν και αυτός είναι αληθινά ελεήμων. Το ίδιο είναι ελεήμων και όποιος δεχθεί ράπισμα από τον αδελφό του και δεν του αντιμιλήσει με την κοσμική αδιαντροπιά και δεν προκαλέσει λύπη στην καρδιά του.

Η αγάπη δε γνωρίζει την ντροπή ούτε τα μέτρα της
1. Ή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει την ντροπή γι’ αυτό και δε γνωρίζει την τυποποιημένη κοσμιότητα. Ή αγάπη έχει το φυσικό ιδίωμα να μη γνωρίζει σε ποια μέτρα βρίσκεται. Ευτυχής είναι εκείνος πού βρήκε εσένα, πού είσαι το λιμάνι κάθε χαράς!

Η ελεημοσύνη μας κάνει ομοίους με το Θεό
1. Θέλεις να έχεις πνευματική κοινωνία με το Θεό και να απολαύσεις εκείνη την ηδονή πού είναι ελεύθερη από τις σωματικές αισθήσεις; Ακολούθησε την εντολή της ελεημοσύνης. Αυτή ή ελεημοσύνη του Θεού, όταν βρεθεί μέσα στην καρδιά σου, εικονίζει μέσα σου εκείνο το άγιο κάλλος του Θεού, ως προς το όποιο ήδη έγινες όμοιος με αυτόν.

Να εξισώσεις όλους τους ανθρώπους στην ελεημοσύνη και στην τιμή
1. Αδελφέ μου ασκητή, αν σου περισσεύει κάτι απ’ αυτά πού σου χρειάζονται για σήμερα, δώσ’ το στους φτωχούς και πήγαινε να προσφέρεις τις προσευχές σου στο Θεό με παρρησία. Μίλησε δηλ. με το Θεό σαν γιος με πατέρα. Τίποτε δεν μπορεί να φέρει την καρδιά μας κοντά στο Θεό, όσο ή ελεημοσύνη. Και τίποτε δεν προκαλεί στο νου τόση γαλήνη, όση ή θεληματική φτώχεια. Καλύτερα να σε λένε οι πολλοί άνθρωποι άμαθη για την απλότητα των τρόπων σου, παρά να δοξάζεσαι ως σοφός και πανέξυπνος. Εάν ένας άνθρωπος είναι πάνω σε άλογο και απλώσει προς το μέρος σου το χέρι του για να πάρει ελεημοσύνη, μην τον αφήσεις να φύγει με άδεια χέρια, διότι οπωσδήποτε εκείνη την ώρα είναι ενδεής, όπως ένας φτωχός. Όταν λοιπόν δίνεις, να δίνεις μεγαλόψυχα και με ιλαρό πρόσωπο και να δίνεις περισσότερο απ’ όσο σου ζητάνε. Διότι λέει ό λόγος του Θεού: «Στείλε το ψωμί σου στο φτωχό και σε λίγο θα βρεις την ανταπόδοση». Μην ξεχωρίσεις τον πλούσιο από το φτωχό και μη θέλεις να μάθεις ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος, αλλά να είναι για σένα όλοι οι άνθρωποι ίσοι, προκειμένου να τους κάνεις το καλό. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσεις να ελκύσεις στο καλό και αυτούς πού δεν αξίζουν να τους ελεήσεις διότι ή ψυχή γρήγορα έλκεται από τις σωματικές ευεργεσίες στο φόβο του Θεού. Ό Κύριος καθόταν και έτρωγε στα τραπέζια με τους τελώνες και τις πόρνες και δεν ξεχώριζε τους ανάξιους, για να τους ελκύσει όλους, με το έλεος του, στο φόβο του Θεού και για να μπορέσουν να πλησιάσουν στα πνευματικά μέσω των υλικών αγαθών. Γι’ αυτό το λόγο, στην ελεημοσύνη και στην τιμή, εξίσωσε όλους τους ανθρώπους, είτε είναι κάποιος Ιουδαίος, είτε άπιστος, είτε φονιάς και μάλιστα διότι είναι αδελφός σου και έχει την ίδια ανθρώπινη φύση με σένα και πλανήθηκε από την αλήθεια χωρίς να το καταλάβει.
Όταν κάνεις ένα καλό σε κάποιον, μην περιμένεις ανταμοιβή από μέρους του και, έτσι, θα λάβεις αμοιβή από το Θεό και για τα δυο: και για το καλό πού έκανες και γιατί δε ζήτησες αναγνώριση. Και αν σου είναι δυνατό, ούτε για τη μέλλουσα ανταμοιβή να κάνεις το καλό, γιατί ή αληθινή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει τι θα πει ανταμοιβή.

Ελέησε τον αμαρτάνοντα, τον ασθενή και το λυπημένο.
1. Σκέπασε τον αμαρτάνοντα, όταν δεν έχεις απ’ αυτό πνευματική ζημία. Έτσι και αυτόν τον κάνεις να έχει θάρρος στον αγώνα του και εσένα σε στηρίζει το έλεος του Κυρίου σου. Στήριζε με το λόγο σου τους ασθενείς και αυτούς πού έχουν λυπημένη καρδιά και, όσο στο χέρι σου έχεις υλικά αγαθά, ελέησε τους και θα σε υποστηρίξει ή δύναμη του Θεού πού συντηρεί τα πάντα.
Να μοιράζεσαι τη λύπη των ανθρώπων πονώντας γι’ αυτούς στην προσευχή σου με όλη σου την καρδιά και θ’ ανοίξει μπροστά στις ικεσίες σου ή πηγή του ελέους του Θεού.

Ο ελεήμων είναι ιατρός της ψυχής του
1. Και τούτο, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω. Ας γέρνει πάντοτε μέσα σου ό ζυγός της ελεημοσύνης, μέχρι να αισθανθείς στην καρδιά σου εκείνο το έλεος πού πρέπει να έχεις για τον κόσμο.
Ό ελεήμων άνθρωπος είναι ιατρός της ψυχής του διότι σαν βίαιος άνεμος αποδιώκει από μέσα του το σκοτάδι πού προκαλούν τα πάθη. Αυτό είναι το αγαθό χρέος πού έχουμε προς το Θεό, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο της αιωνίου ζωής.

«Κλαίειν μετά κλαιόντων»
1. Να ευφραίνεσαι μαζί με αυτούς πού ευφραίνονται και να κλαις μαζί με αυτούς πού κλαίνε. Αυτό φανερώνει την καθαρή σου καρδιά. Με τους αρρώστους αρρώστησε και συ. Με τους αμαρτωλούς να κλάψεις. Με αυτούς πού μετανοούν για τις αμαρτίες τους να χαρείς. Να είσαι φίλος με όλους τους ανθρώπους, αλλά και να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου.
Να ζεις κατά κάποιον τρόπο τα παθήματα όλων των ανθρώπων, αλλά, σαν μοναχός πού είσαι, να μη ζεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Να μην ελέγξεις κανέναν σαν να είσαι εσύ κάτι παραπάνω απ’ αυτόν, ούτε να ονειδίσεις και να προσβάλεις άνθρωπο, ακόμη κι αυτούς πού έχουν πολύ κακό βίο και πολιτεία. Άπλωσε το φόρεμα της στοργής σου και σκέπασε αυτόν πού αμαρτάνει και αν δεν μπορέσεις να πάρεις επάνω σου τα αμαρτήματα του και την τιμωρία και την ντροπή του, τουλάχιστο κάνε υπομονή και μη τον ντροπιάζεις μπροστά σου, ή μπροστά στον κόσμο.

Το ιλαρό πρόσωπο και ο πόνος της αγάπης
1. Εάν δώσεις κάτι στο φτωχό, να το δώσεις με πρόσωπο ιλαρό και με καλά λόγια να τον παρηγορήσεις για τη θλίψη του. Όταν κάνεις αυτό πού είπα, ή ιλαρότητα του προσώπου σου κυριαρχεί στο μυαλό του περισσότερο παρά αυτό πού χρειαζόταν και το έλαβε.
Όταν ανοίξεις το στόμα σου και μιλήσεις εναντίον κάποιου, να θεωρήσεις τον εαυτό σου νεκρό και άκαρπο για το Θεό εκείνη την ήμερα και ότι όλα τα καλά σου έργα πήγαν χαμένα, κι αν ακόμη έχεις τη γνώμη ότι ό λογισμός σου σε προέτρεψε να μιλήσεις με ειλικρίνεια και με σκοπό να βοηθήσεις. Ποια ανάγκη υπάρχει, αλήθεια, να γκρεμίσεις με τα λόγια σου το δικό σου πνευματικό σπίτι, για να διορθώσεις του αλλουνού;
Αν έχεις μέσα σου λύπη, για έναν άνθρωπο πού για κάποιο λόγο, σωματικά ή ψυχικά, είναι άρρωστος, εκείνη την ήμερα να θεωρείς τον εαυτό σου μάρτυρα και να αισθάνεσαι ότι έπαθες για το Χριστό και ότι αξιώθηκες να τον ομολογήσεις όπως οι ομολογητές. Θυμήσου βέβαια ότι ο Χριστός πέθανε για τους αμαρτωλούς και όχι γι’ αυτούς πού πιστεύουν πώς είναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαίο είναι να φέρεσαι έτσι. Μεγάλο πράγμα είναι να λυπάται ή καρδιά σου για τους πονηρούς και να ευεργετείς τους αμαρτωλούς μάλλον παρά τους δικαίους.

Η ελεημοσύνη τον Θεού είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία
1. Ή ελεημοσύνη και ή δικαιοκρισία (δίκαιη κρίση), όταν συνυπάρχουν μέσα στην ίδια ψυχή, μοιάζουν με τον άνθρωπο πού, μέσα στον ίδιο ναό, προσκυνεί το Θεό και τα είδωλα. Ή ελεημοσύνη είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία. Ή δικαιοκρισία μετράει και αποδίδει ακριβώς τα ίσα. Γιατί στον καθένα δίνει ότι του αξίζει και δε γέρνει προς το ένα μέρος ούτε προσωποληπτεί κατά την ανταπόδοση του δικαίου.
Ή ελεημοσύνη όμως είναι λύπη της ψυχής για τον ανήμπορο. Ή ελεημοσύνη κινείται από τη θεία χάρη και ξεστρατίζει για να βοηθήσει όλους με συμπάθεια και στον άξιο τιμωρίας δεν ανταποδίδει το κακό και τον άξιο του κάλου επαίνου τον φορτώνει με αγαθά. Όπως το ξερό χορτάρι και ή φωτιά δεν μπορούν να βρεθούν μαζί στον ίδιο χώρο, έτσι δεν μπορούν να συνευρίσκονται στην ίδια ψυχή ή δικαιοκρισία και ή ελεημοσύνη. Και όπως δεν μπορούν να ισοζυγιαστούν στους δίσκους της ζυγαριάς ένας κόκκος άμμου από τη μια και το πολύ βαρύ χρυσάφι από την άλλη, έτσι και ή δικαιοκρισία του Θεού δεν μπορεί να εξομοιωθεί στο βάρος και να ισοζυγιαστεί με την ελεημοσύνη του. Και όπως μια χουφτιά άμμου, πού πέφτει σε μεγάλη θάλασσα, χάνεται, έτσι και τα αμαρτήματα οποιουδήποτε ανθρώπου δεν μπορούν να σταθούν μπροστά στη φιλάνθρωπη πρόνοια και στην ευσπλαχνία του Θεού. Και όπως δεν μπορεί να φράξει κανείς μια πηγή με πολύ νερό με μια χούφτα χώμα, έτσι δεν μπορεί να νικηθεί ή ελεημοσύνη του Θεού από την κακία των κτισμάτων , του όπως δεν είναι δυνατό να εμποδίσουμε τη φλόγα της φωτιάς να ανεβεί προς τα επάνω, έτσι δεν μπορούν να εμποδιστούν οί προσευχές των ελεημόνων να ανέβουν στον ουρανό.
2. Να γίνεις κήρυκας της αγαθότητας και της αγάπης του Θεού πού, ενώ είσαι ανάξιος, σε φροντίζει και, ενώ τα χρέη σου σ’ αυτόν είναι πολλά, δε σε εκδικείται, παρά για τα μικρά καλά σου έργα σου αντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μη καλέσεις λοιπόν το Θεό δίκαιο, γιατί ή δικαιοσύνη του δε φαίνεται στα αμαρτωλά σου έργα. Και αν ό Δαβίδ τον ονομάζει δίκαιο και ευθύ, όμως ό Υιός του Κύριος Ιησούς Χριστός μας φανέρωσε «ότι μάλλον είναι αγαθός και χρηστός» (Λουκ. 6, 35). Είναι αγαθός, λέει, για τους πονηρούς και τους ασεβείς. Και πώς μπορείς να ονομάζεις το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσεις στο κεφάλαιο του ευαγγελίου πού γράφει για το μισθό των εργατών; Λέει λοιπόν εκεί: «Φίλε, δε σε αδικώ. Θέλω να δώσω σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα και σε σένα. Η μήπως επειδή είμαι καλός, το μάτι σου γεμίζει από ζήλια;» (Ματθ. 20, 13). Πώς πάλι μπορεί να ονομάζει κανείς το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσει για τον άσωτο γιο, πού σκόρπισε τον πλούτο ασωτεύοντας; Πώς έτρεξε ό πατέρας του και, μόνο με την κατάνυξη και τη συντριβή πού έδειξε, έπεσε στον τράχηλο του και του έδωσε εξουσία να χαίρεται μέσα στον πλούτο του; Και αυτά βέβαια για τον πατέρα του δεν τα είπε κανένας άλλος, ώστε να διστάσουμε να τον πιστέψουμε, άλλ’ ό ίδιος ό Υιός του Θεού. Αυτός με τη δική του μαρτυρία μας βεβαίωσε ότι έτσι έχει το πράγμα. Που βλέπεις λοιπόν τη δικαιοσύνη του Θεού; Στο ότι ήμασταν αμαρτωλοί και ό Χριστός πέθανε για μας; Εάν λοιπόν ό Θεός σ’ αυτή τη ζωή είναι ελεήμων και εύσπλαχνος, ας πιστέψουμε ότι ό Θεός δεν μπορεί να αλλοιωθεί.
Λέει ό άγιος Κύριλλος στην ερμηνεία της Γενέσεως: Να φοβάσαι το Θεό από αγάπη και όχι από το σκληρό όνομα της δικαιοσύνης πού του δώσανε. Αγάπησέ τον, λοιπόν, όπως έχεις χρέος να τον αγαπήσεις και όχι για τα μέλλοντα αγαθά πού περιμένεις να σου δώσει, αλλά για όσα λάβαμε και μόνο για τούτον τον κόσμο πού δημιούργησε για μας και μας τον χάρισε. Γιατί, είναι κανείς πού μπορεί να ανταμείψει το Θεό για ότι μας χάρισε; Που είναι ή δίκαιη ανταπόδοση στα έργα μας; Ποιος έπεισε το Θεό να μας δημιουργήσει; Και υπάρχει κανείς να τον παρακαλεί για λογαριασμό μας όταν γινόμαστε αχάριστοι; Και όταν κάποτε δεν υπήρχαμε, ποιος ξύπνησε εκείνο το σώμα μας και το έφερε στη ζωή; Ας νιώθουμε, λοιπόν, ευγνωμοσύνη και αγάπη για όσα ή άφατη φιλανθρωπία του Θεού μας χάρισε και συνεχίζει να μας χαρίζει.

Η αγάπη θέλει σοφία και σύνεση
1. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να αγαπάει τα γέλια και να θέλει να γελοιοποιεί τους άλλους, να μην πιάνεις φιλία. Γιατί θα σε κάνει να συνηθίσεις στην ψυχική ατονία. Σε κείνο πού ή ζωή του είναι διεφθαρμένη, μη δείχνεις ιλαρό πρόσωπο φυλάξου όμως καλά μήπως τον μισήσεις. Και αν θελήσει να μετανοήσει, βοήθησε τον και φρόντισε τον, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου, να σωθεί. Εάν όμως είσαι πνευματικά ασθενής, μην τολμήσεις να γίνεις γιατρός του. Μπροστά σε άνθρωπο πού έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και έχει την αρρώστια να προσέχεις πολύ πώς θα μιλήσεις. Γιατί ενόσω μιλάς, αυτός εξηγεί μέσα του τα λόγια σου όπως αγαπά και από τα αγαθά σου λόγια παίρνει αφορμή και σκανδαλίζει τους άλλους. Και αλλάζει το νόημα των λόγων σου μέσα στο μυαλό του σύμφωνα με την πνευματική του αρρώστια. Αν δεις κάποιον να έρχεται και να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, κάνε το πρόσωπο σου σκυθρωπό. Έτσι και το έλεος του Θεού θα έχεις και απ’ αυτόν θα φυλαχτείς.

Μη μισήσεις τον αμαρτωλό
1. Μη μισήσεις τον αμαρτωλό γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του. Και γιατί τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με το Χριστό, ό όποιος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς. Δε βλέπεις πώς έκλαψε για την Ιερουσαλήμ; Άλλα και εμάς για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ό διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο πού ό διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς; Και γιατί, άνθρωπε μου, μισείς τον αμαρτωλό; Μήπως γιατί τάχα δεν είναι δίκαιος όπως εσύ; Και που είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις; Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους.

Η ελεημοσύνη τον Θεού είναι θαυμαστή
1. τι θαυμαστή πού είναι ή ελεημοσύνη του Θεού! Πόσο εκπληκτική είναι ή χάρη του Θεού πού μας έκτισε! τι δύναμη μας έδωσε και μας έκανε ικανούς για όλα! Πόσο άμετρη είναι ή καλοσύνη του, πού εισάγει την αμαρτωλή μας φύση στην ανάπλαση! Ποιος μπορεί να εξυμνήσει τη δόξα του; Τον παραβάτη των εντολών του και τον βλάσφημο τον ανασταίνει με τη μετάνοια τον άνθρωπο πού ήταν άμυαλο χώμα τον ανακαινίζει και τον κάνει συνετό και λογικό τον διασκορπισμένο και αναίσθητο νου και τις διασκορπισμένες λόγω των αμαρτιών μας αισθήσεις, όλα αυτά, τα κάνει με την αγάπη του λογική φύση, άξια να εννοεί σωστά τα θεία και τα ανθρώπινα. Γιατί αυτός πού ζει ακόμη στις αμαρτίες του δεν είναι ικανός να εννοήσει τη χάρη της προσωπικής του ανάστασης. Που είναι, λοιπόν, ή κόλαση πού θα μας γεμίσει με θλίψη; Και που είναι ή κόλαση πού μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός μπορεί να σταθεί μπροστά στη χάρη της ανάστασης, όταν ό Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία;
Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, πού θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας; Ή ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ό Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ’ αυτούς πού μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς πού καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας. Αυτή ή χάρη, πού μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη πού μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρη σου χάρη, Κύριε.

Πώς ενεργεί ή αληθινή αγάπη
1. Όποιος έχει μνήμη Θεού και τιμά κάθε άνθρωπο, αυτός βρίσκει βοήθεια από κάθε άνθρωπο, πού δέχεται μυστικά μέσα του την εντολή του Θεού να βοηθήσει. Όποιος πάλι απολογείται για να σώσει τον αδικούμενο, βρίσκει το Θεό να τον υπερασπίζεται. Όποιος δίνει το χέρι του να βοηθήσει τον πλησίον του, λαμβάνει τη βοήθεια του από το χέρι του Θεού. Όποιος κατηγορεί τον αδελφό του κινούμενος από κακία, βρίσκει το Θεό κατήγορο του. Όποιος διορθώνει τον αδελφό του κρυφά από τους άλλους, γιατρεύει την κακία του και οποίος κατηγορεί κάποιον μπροστά στους άλλους, κάνει πιο οδυνηρά τα τραύματα του. Όποιος θεραπεύει κρυφά από τους άλλους τον αδελφό του, κάνει φανερή τη δύναμη της αγάπης του ενώ αυτός πού τον ντροπιάζει μπροστά στους φίλους του, αποδεικνύει τη δύναμη του φθόνου πού φωλιάζει μέσα του. Ό φίλος πού ελέγχει κρυφά, είναι σοφός γιατρός ενώ αυτός πού γιατρεύει μπροστά στα μάτια των άλλων, στην πραγματικότητα εξευτελίζει τον άρρωστο. Συμπάθεια θα πει να συγχωρείς κάθε σφάλμα του άλλου. Το πονηρό φρόνημα φαίνεται όταν αντιμιλάς στον αμαρτήσαντα. Αυτός πού διορθώνει τον άλλον αποβλέποντας πραγματικά στην -ψυχική του υγεία, τον διορθώνει με αγάπη, ενώ αυτός πού ζητάει να εκδικηθεί, είναι κούφιος από αγάπη. Ό Θεός παιδεύει και διορθώνει τον άνθρωπο με αγάπη, χωρίς εκδίκηση και ζητάει να γιατρέψει την εικόνα του, χωρίς να κρατάει την οργή του για τις κακίες του ανθρώπου πολύν καιρό. Αυτός ό τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν παρεκκλίνει στην εμπαθή εκδίκηση. Ό δίκαιος και σοφός άνθρωπος είναι όμοιος με το Θεό γιατί δεν παιδεύει καθόλου το συνάνθρωπο του με εκδικητικότητα για την κακία του, αλλά τον παιδεύει ή για να διορθωθεί ό ίδιος, αν το θελήσει, ή για να φοβηθούν οι άλλοι. Ή παιδεία πού δεν είναι όπως την περιέγραψα, δεν είναι αληθινή παιδεία.

Η ελεήμων καρδία
1. τι είναι καρδία ελεήμων; Είναι να φλέγεται από αγάπη ή καρδιά για όλη την κτίση: Για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα και για τους δαίμονες και για κάθε κτίσμα. Και καθώς ό άνθρωπος τα φέρνει στη μνήμη του και τα σκέφτεται, τα μάτια του τρέχουν δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή συμπάθεια πού συνέχει την καρδιά του και από την πολλή εμμονή σ’ αυτή την κατάσταση, μικραίνει ή καρδιά του και δεν μπορεί να υποφέρει ή να ακούσει ή να δει κάποια βλάβη ή κάτι έστω και λίγο λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι’ αυτούς πού τον βλάπτουν προσεύχεται συνεχώς με δάκρυα, ζητώντας από το Θεό να τους φυλάξει και να τους συγχωρήσει. Ομοίως προσεύχεται και για τα ερπετά από την πολλή του ευσπλαχνία, πού συγκινεί την καρδιά του, υπερβαίνοντας το ανθρώπινο μέτρο και φτάνοντας στην ομοιότητα του Θεού.

Η πρακτική αγάπη μπορεί, σε κάποια περίπτωση, να φέρει σύγχυση και ταραχή
1. Ρωτήθηκε κάποτε ένας πολύ σοφός γέροντας από κάποιον αδελφό ησυχαστή μοναχό: Τι να κάνω; Διότι πολλές φορές συμβαίνει να χρειάζομαι κάτι, πού έχω ή για την ασθένεια μου ή για το εργόχειρο μου ή για κάποια άλλη αιτία και χωρίς αυτό δεν μπορώ να ζήσω στην καλογερική ησυχία. Βλέπω λοιπόν κάποιον πού το χρειάζεται, υπερισχύει μέσα μου το έλεος και του το δίνω. Πολλές φορές μάλιστα μπορεί να μου το ζητήσει κάποιος και, πάλι, του το δίνω. Γιατί αναγκάζομαι και από την αγάπη πού έχω και από την εντολή του Θεού και δίνω σ’ αυτόν πού μου ζητάει το απαραίτητο για τη ζήση μου. Ύστερα όμως ή ανάγκη αυτού του πράγματος με κάνει να πέσω σε φροντίδες και σε ταραχή των λογισμών και έτσι σκορπίζω το νου μου και δεν μπορώ να φροντίσω για την καλογερική ησυχία. Και αναγκάζομαι ίσως να βγω από την ησυχία μου και να πάω έξω να βρω αυτό το πράγμα πού έδωσα. Εάν πάλι κάνω υπομονή και δε φύγω από τον τόπο μου, μπαίνω σε πολλή θλίψη και σύγχυση των λογισμών. Δε γνωρίζω, ποιο από τα δύο να προτιμήσω: εκείνο πού με αναπαύει, αλλά σκορπίζει την ησυχία, για να βοηθήσω τον αδελφό μου, ή να παραβλέψω την αίτηση του και να παραμείνω στην ησυχία μου;
Σ’ αυτά απάντησε ό γέροντας και είπε.
Μπορεί πράγματι ή ελεημοσύνη, ή αγάπη, ή ευσπλαχνία ή οποιαδήποτε αρετή πού νομίζεις ότι είναι του Θεού, μπορεί, λέω,
* να σε εμποδίζει από την άσκηση της ησυχίας,
* να σε κάνει να σκέφτεσαι τον κόσμο,
* να σε βάζει σε κοσμικές μέριμνες,
* να σε ταράσσει και να σε αποσπά από τη μνήμη του Θεού,
* να σε κόβει από τις προσευχές σου,
* να σε βάζει σε φασαρία και σε ακατάστατους λογισμούς,
* να σε σταματάει από τη μελέτη των αναγνωσμάτων του Θεού, πού είναι όπλο σωτήριο κατά της περιπλάνησης της φαντασίας ακόμη,
* να λύνει την προσοχή του νου σου και
* να σε κάνει, ενώ δέθηκες ψυχικά με την ησυχία, να γυρίζεις εδώ κι εκεί και μετά την απομόνωση σου στο κελί σου, να συναναστρέφεσαι με τον κόσμο.
Ακόμη μπορεί,
* να ξυπνάει τα θαμμένα πάθη σου και
* να διαλύει την εγκράτεια των αισθήσεων σου και
* να αφαιρεί από μέσα σου τη θανάτωση του κοσμικού φρονήματος και
* να σε κατεβάζει από την αγγελική πολιτεία, πού έχει μοναδικό της έργο την κοινωνία με το Θεό και
* να σε βάζει στην τάξη των κοσμικών,
ε, μια τέτοια ελεημοσύνη και αγάπη ας λείψει από το μοναχό πού διάλεξε το δρόμο της ησυχίας. αυτού του είδους ή ελεημοσύνη, για την οποία με ρώτησες, είναι καλή και αξιοθαύμαστη, όταν γίνεται από τους ανθρώπους του κόσμου ή από τους μοναχούς πού ζουν σε κοινόβιο και εισέρχονται στις πόλεις για τις ανάγκες τους και γυρίζουν πάλι στο μοναστήρι.


Προηγείται ή πρακτική αρετή και ακολουθεί ή ησυχία και ή θεωρία τον Θεού
1. Ό μακάριος Βασίλειος και οι μακάριοι Γρηγόριος (ό Νεοκαισάρειας και ό Θεολόγος), για τους οποίους ανέφερες στην επιστολή σου ότι αγαπούσα πολύ την έρημο και ήταν στύλοι και φως της Εκκλησίας και επαινούσαν πολύ την ησυχία, δεν ήρθαν στην ησυχία χωρίς να εκπληρώσουν τις εντολές , του Θεού, αλλά τι έκαμαν; Πρώτα κατοίκησαν στον κόσμο εν ειρήνη και φύλαξαν τις εντολές εκείνες πού έπρεπε να φυλάξουν ζώντας με τους ανθρώπους και, έτσι, έφτασαν στην καθαρότητα της ψυχής και αξιώθηκαν να ζήσουν στη θεωρία του Αγίου Πνεύματος. Εγώ πιστεύω, γιατί αυτό είναι ή αλήθεια, ότι όταν κατοικούσαν στις πόλεις, υποδέχονταν τους ξένους, επισκέπτονταν τους ασθενείς, ντύνανε τους γυμνούς, νίβανε τα πόδια των κουρασμένων με αγάπη και αν κάποιος τους αγγάρευε να του μεταφέρουν τα πράγματα του ένα μίλι, αυτοί πήγαιναν για χάρη του δύο μίλια. Και όταν φύλαξαν αυτές τις εντολές, πού είναι για τη ζωή στον κόσμο και άρχισαν να γεύονται στο νου τους την πρώτη μορφή ακινησίας ως προς το κακό και τις εσωτερικές θείες και μυστικές θεωρίες, από κει και πέρα έσπευσαν και βγήκαν στην ησυχία της ερήμου και εκεί έκαναν υπομονή ζώντας ζωή εσωτερική και έγιναν άνθρωποι θεωρητικοί και έζησαν μέσα στη θεωρία των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος, μέχρι πού τους κάλεσε ή χάρη του Θεού και έγιναν ποιμένες της Εκκλησίας του Χριστού.
2. Ας αναγκάζουμε λοιπόν τον εαυτό μας να είμαστε από μέσα από την ψυχή μας ελεήμονες σε ευκαιρία προ όλους τους ανθρώπους, γιατί έτσι μας επιβάλλει ή διδασκαλία του Κυρίου.
Ποιος σοφός Μοναχός, πού έχει τροφές και ρούχα, άμα δει τον πλησίον του γυμνό και πεινασμένο, δε θα του δώσει απ’ αυτό πού έχει, αλλά θα τσιγγουνευθεί; Η ποιος είναι εκείνος πού θα δει έναν άνθρωπο να κατατρύχεται από αρρώστια και να ταλαιπωρείται από σωματικούς κόπους και να χρειάζεται να τον ανακουφίσουν και, παρ’ όλα αυτά, επειδή τάχα ποθεί την ησυχία, θα προτιμήσει την απομόνωση από την αγάπη προς τον αδελφό του; Ωστόσο, όταν δεν έχουμε τα μέσα για να ασκήσουμε την πρακτική Ελεημοσύνη, ας είναι ή αγάπη και ή ελεημοσύνη μέσα στην καρδιά μας και στην προσευχή μας.
Εάν ένας μοναχός συγκατοικεί με άλλους και το κελί του είναι κοντά τους και αναπαύεται με τους κόπους τους, είτε είναι υγιής είτε είναι άρρωστος και αυτός οφείλει να κάνει το ίδιο προς αυτούς. Με άλλα λόγια: Δεν είναι σωστό αυτός να απαιτεί από τους άλλους να τον ανακουφίσουν και ό ίδιος να κάνει πίσω και να κρύβεται όταν δει τον ομοιοπαθή και ομόσχημο αδελφό του, μάλλον δε τον ίδιο το Χριστό, να στενοχωρείται και να είναι παραπεταμένος και να κοπιάζει πάνω από τις δυνάμεις του. Ένας τέτοιος μοναχός είναι σκληρός και ή ησυχία του είναι ψεύτικη και μόνο στη φαντασία του.
Και καθώς ό άνθρωπος συνίσταται από δύο μέρη, από την ψυχή και το σώμα, έτσι και όλα τα έργα του έχουν διπλή τη φροντίδα, σύμφωνα με τη σύσταση του. Και επειδή ή πράξη της αγάπης προηγείται από τη θεωρία του Θεού σε κάθε περίσταση, είναι αδύνατο να υψωθεί ό άνθρωπος στη θεωρία, εάν δεν τελειώσει πρώτα την έμπρακτη αγάπη. Και τώρα, κανείς άνθρωπος δεν τολμά να πει ότι κατορθώνει στην ψυχή του την αγάπη του πλησίον, εάν δεν την εκπληρώσει με τις σωματικές δυνάμεις πού διαθέτει, στο χρόνο και στον τόπο πού προσφέρονται κάθε φορά.

«Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν»
1. Εάν στ’ αλήθεια είσαι ελεήμων, όταν άδικα σου αφαιρούν τα πράγματα σου, μη λυπηθείς καθόλου μέσα σου, μήτε να διηγείσαι στους ανθρώπους τη ζημιά πού σου έκαμαν, αλλά μάλλον ή ελεημοσύνη της καρδιάς σου ας καταπιεί τη ζημιά αυτών πού σε αδίκησαν, όπως το πολύ νερό διαλύει τη δύναμη του κρασιού. Δείξε λοιπόν τον πλούτο της ελεημοσύνης σου με τις ευεργεσίες σου προς αυτούς πού σε αδίκησαν. Όπως έκαμε ό μακάριος Ελισαίος στους εχθρούς του, πού ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν. Γιατί όταν προσευχήθηκε και τους τύφλωσε θολώνοντας τα μάτια τους, τους έδειξε τη θεϊκή δύναμη πού είχε μέσα του όταν όμως τους έδωσε να φάνε και να πιούνε και, μετά, τους άφησε να φύγουν, τους έδειξε την ελεημοσύνη της καρδιάς του.

Το χρήμα και ή αγάπη
1. Όπως δεν είναι δυνατό, στο ίδιο σώμα να υπάρχει και ή υγεία και ή αρρώστια και να μη σβήσει το ένα εξαιτίας του άλλου, έτσι ακριβώς είναι αδύνατο να υπάρχουν στο ίδιο σπίτι το πολύ χρήμα και ή αγάπη και να μην εξαλειφθεί το ένα από το άλλο.

Η αγάπη δεν έχει εμπάθεια
1. Πάντοτε τούτον τον τρόπο να έχεις στη ζωή σου: να είσαι γλυκομίλητος και να αποδίδεις τιμή σε όλους τους ανθρώπους. Και να μην κάνεις κανέναν να θυμώσει και να οργιστεί και να μη ζηλοφθονήσεις, ούτε για την πίστη πού έχει κάποιος, ούτε για τα κακά έργα κάποιου άλλου.
Φυλάξου λοιπόν να μην κατηγορήσεις και να μην ελέγξεις κανέναν για κάποια αδυναμία του, γιατί έχουμε στους ουρανούς κριτή απροσωπόληπτο. Εάν όμως θέλεις να τον βοηθήσεις να επιστρέψει στην αλήθεια, να λυπηθείς γι’ αυτόν και με δάκρυα και με αγάπη πες του ένα ή δυο λόγια και μην ανάψεις από θυμό εναντίον του, για να μη δει στην καρδιά σου σημείο έχθρας. Γιατί ή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει να θυμώνει, ούτε να παροργίζεται, ούτε να κατηγορεί κάποιον με εμπάθεια.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ.

feature, σύρος

Λόγος του Οσίου Πατρός ημών Αββά Ισαάκ του Σύρου, περιέχων συμβουλάς πλήρεις ωφελείας


ΠΑΣΑ καλή έννοια εμπίπτει στην καρδία του ανθρώπου εκ της θείας χάριτος και πάς κακός λογισμός πλησιάζει στην ψυχήν προς πειρασμό και δοκιμήν.

Όποιος φθάσει να γνωρίσει την ιδίαν αυτού ασθένεια, αυτός έφθασε το τέλειον της ταπεινώσεως.

Ο οδηγός των χαρισμάτων του Θεού στον άνθρωπον είναι ή καρδία, η οποία κινείται σε αδιάλειπτο ευχαριστία. Ο οδηγών τους πειρασμούς στην ψυχήν υπάρχει ή έννοια του γογγυσμού, ή οποία κινείται πάντοτε στην καρδίαν.

Ο Θεός υποφέρει πάσας τάς ασθενείας των ανθρώπων, δεν υπομένει όμως εκείνον, ο οποίος γογγύζει πάντοτε, άλλα και παιδεύει αυτόν.

Η ψυχή, ήτις απέχει, εκ πάσης ελλάμψεως της γνώσεως, εις τάς τοιαύτας εννοίας ευρίσκεται.

Το στόμα, το οποίον ευχαριστεί πάντοτε, δέχεται ευλογία παρά Θεού• στην δε καρδίαν, ήτις εμμένει σε ευχαριστία, εμπίπτει ή θεία χάρις. Προ της χάριτος προηγείται ή ταπείνωσις και προ της παιδεύσεως ή οιήσεις.

Όστις υπερηφανεύεται παραχωρείται υπό του Θεού να πέσει σε βλασφημία. Όποιος επαίρεται δια πρακτικές αρετάς, παραχωρείται να πέσει σε πορνεία. και όποιος επαίρεται δια την εαυτού σοφία, παραχωρείται να πέσει στις σκοτεινές παγίδες της αγνωσίας.

Όποιος απομακρύνεται εκ της ενθυμήσεως του Θεού, βαστά μέσα του πονηρή καρδία μίσος κατά του πλησίον. Όποιος μετά της ενθυμήσεως του Θεού τιμά πάντα άνθρωπον, ευρίσκει βοήθειαν εκ παντός ανθρώπου δια του νεύματος του Θεού.

Όποιος απολογείται υπέρ του αδικούμενου, ευρίσκει τον Θεό υπερμαχούντα δι’ αυτόν. Όποιος βοηθά τον πλησίον αυτού, λαμβάνει την βοήθειαν του Θεού.
Όποιος κατηγορεί τον αδελφόν αυτού υπό κακίας κινούμενος, ευρίσκει τον Θεόν κατήγορο κατ’ αυτού.
Όποιος διορθώνει τον αδελφόν αυτού εν τω κρύπτω, θεραπεύει την ιδίαν αυτού κακίαν και Όποιος κατηγορεί τίνα έμπροσθεν των ανθρώπων, ενδυναμοί τάς ιδίας αυτού πληγάς.
Όποιος θεραπεύει τον αδελφό αυτού κρυπτώς, ποιεί φανερά την δύναμιν της εαυτού αγάπης• και όποιος καταισχύνει αυτόν ενώπιον των φίλων αυτού, δεικνύει την δύναμιν του φθόνου αυτού.
Όποιος ελέγχει τον άλλον κρυπτώς, υπάρχει ιατρός σοφός• και όποιος θεραπεύει τον άλλον έμπροσθεν πολλών ανθρώπων, πραγματικός ονειδίζει αυτόν. Το σημείον της συμπαθείας υπάρχει ή συγχώρησης του σφάλματος παντός ανθρώπου• το δε σημείον της κακής προαιρέσεως είναι ή αντιλογία προς τον πταίσαντα.

Όποιος παιδεύει τον άλλον δια την ψυχική αυτού υγεία, αυτός παιδεύει αυτόν μετ’ αγάπης• όποιος όμως ζητεί έκδίκησιν, υπάρχει κενός αγάπης. Ό Θεός παιδεύει τον άνθρωπον μετ’ αγάπης πάντοτε, ίνα ιατρευθή ή είκών αυτού, χωρίς να φυλάττει την οργή αυτού επί πολύν καιρόν αυτός ό τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν εκκλίνει εμπαθώς σε εκδίκησιν.
Ο σοφός δίκαιος είναι όμοιος τω Θεό• διότι δεν παιδεύει ποτέ άνθρωπον για να εκδικηθεί αυτόν δια την κακίαν αυτού, άλλ’ η αυτός να διορθωθεί, η να φοβηθώσιν άλλοι• εάν όμως δεν εχη ταύτην την αγάπη, ή παίδευσης αυτού δεν είναι πλέον παιδεία προς διόρθωση, άλλα προς έκδίκησιν.

Όποιος πράττει το καλόν, ινα ανταμειφθεί, ταχέως τρέπεται εις το κακόν.
Όποιος εκ της δυνάμεως της ιδίας αυτού γνώσεως θαυμάζει δια της θεωρίας την γνώσιν του Θεού, αυτός, εάν και κατάκοπη το σώμα αυτού, δεν επαίρεται ποσώς, ούτε εκκλίνει εκ της αρετής. Ου τίνος ή διάνοια φωτίζεται κατ’ άξία υπό του Θεού, αυτός κατήντησεν εις το βάθος της ταπεινοφροσύνης ψυχή τε και σώματι• επειδή πριν έτι πλησίαση τις εις την γνώσιν, ανέρχεται και κατέρχεται δια της πολιτείας αυτού• όταν όμως πλησίαση εις την γνώσιν, αίρεται όλος και όσον υψωθεί, δεν τελειώνει ή ανάβασης της γνώσεως αυτού, μέχρις ου έλθει εκείνος ό αιών της δόξης και λαβή πάντα αυτού τον πλούτο διότι όσον ό άνθρωπος τελειούται παρά τω Θεό, τόσον περισσότερον ακολουθεί αυτόν και εις εκείνον τον αληθή αιώνα δείκνυσι το πρόσωπον του εις αυτόν ό θεός, όχι όμως όπως και ότι είναι• επειδή οι δίκαιοι όσον και αν εισέλθωσιν στην θεωρία του Θεού, την εικόνα αυτού βλέπουν ως σε καθρέπτη, εκεί όμως θέλουσιν να δουν την φανέρωσιν της αληθείας.

Καθώς το πυρ, το οποίον ανάπτει εις τα ξηρά ξύλα δυσκόλως σβήνονται., ούτω και ή θέρμη του Θεού, ήτις εμπίπτει- εις την καρδίαν του απαρνησαμένου τον κόσμον, δεν θέλει σβεσθή ευκόλως, δριμύτερα ούσα του πυρός. Όταν ή δύναμις του οίνου εισέλθει στα μέλη του σώματος, τότε ο νους λησμονεί την ακρίβεια όλων των πραγμάτων και ή ενθύμησης του Θεού όταν κυρίευση την ψυχήν, εξαφανίζει πάσαν ματαίαν ενθύμησιν εκ της καρδίας. Ή διάνοια, ήτις απέκτησε την σοφία του πνεύματος, ομοιάζει με άνθρωπον, ο Οποίος βρίσκει πλοίο έτοιμο στην θάλασσαν και ταξιδεύει αμέσως και φθάνει στην νήσο του μέλλοντος αιώνος• ούτως έχει ή αίσθησης του μέλλοντος αιώνος ως προς τούτον τον κόσμον, είναι ως νήσος μικρά εντός της θαλάσσης και όποιος πλησιάζει σε αυτήν, δεν κοπιά πλέον στα κύματα της φαντασίας τούτου του κόσμου.

Όταν ο Έμπορος πώληση πάσαν αυτού την πραγματεία, σπουδάζει να επανέλθει εις τον ίδιον αυτού οίκον ο δε μοναχός, όταν υπολείπηται εισέτι ο καιρός της εργασίας αυτού, λυπείτε να χωριστή εκ του σώματος αυτού• όταν όμως αισθανθεί, ότι εξαγόρασε τον καιρόν και έλαβε τον αρραβώνα, τότε επιθυμεί τον μέλλοντα αιώνα. Ό έμπορος, εν όσο ευρίσκεται στην θάλασσαν, φοβείται, μη τυχόν εγερθεί τρικυμία και βυθιστεί ή ελπίς της εργασίας αυτού και ό μοναχός, εν όσο ευρίσκεται σε τούτο τον κόσμο, φοβείται, μήπως διεγερθεί κατ’ αυτού ο χειμώνας των παθών και χαθεί ό καρπός του αγώνος αυτού, ονπερ εκ νεότητος μέχρι γήρως απέκτησε. Ό μεν έμπορος επιθυμεί την στερεά γήν, ό δε μοναχός την ώραν του θανάτου.

Ό μεν ναύτης, όταν πλέει στην θάλασσαν, βλέπει τους αστέρας και κατά την θέση των αστέρων διευθύνει το πλοίο, έως ου φθάσει στον λιμένα• ό δε μοναχός βλέπει στην ευχή διότι αυτή ορθοποδεί αυτόν και διευθύνει την πορεία της πολιτείας αυτού στον λιμένα της σωτηρίας. Ό ναύτης προσπαθεί να φθάσει στη νήσο, οπού αφού δέση το πλοίο αυτού και λαβή τα αναγκαία προς ζωοτροφία, διευθύνεται εκείθεν σε άλλην νήσο παρόμοια είναι και ή πορεία του μονάχου, εν όσο ευρίσκεται στην παρούσα ζωήν, από νήσου σε νήσο μεταβαίνει, δηλαδή από γνώσεως σε γνώσιν και δια της εναλλαγής της γνώσεως προκόπτει, έως ότου απαλλαγή εκ της θαλάσσης της ζωής ταύτης και φθάσει στην αληθινή εκείνη πόλιν, της οποίας οι κάτοικοι δεν εμπορεύονται πλέον, άλλ’ έκαστος επαναπαύεται στον πλούτο των εαυτού αρετών.
Μακάριος εκείνος, του οποίου ή πραγματεία δεν πνίγηκε στην θάλασσαν του ματαίου τούτου κόσμου.

Μακάριος εκείνος, του οποίου το πλοίο δεν συνετρίβη, άλλ’ αξιώθηκε να φθάσει μετά χαράς στον αχείμαστο λιμένα.

Όποιος θέλει να βρει τον πολύτιμο μαργαρίτη, εισέρχεται γυμνός στην θάλασσα και ό φρόνιμος μοναχός γυμνός και ακτήμων διέρχεται στην παρούσα ζωήν, έως ου βρει εις εαυτόν μαργαρίτη Ιησούν άριστον και όταν βρει αυτόν, δεν αποκτά μετ αυτού κανένα άλλο εκ των πραγμάτων του κόσμου. Ό μεν αισθητός μαργαρίτης φυλάττεται σε ασφαλές ταμείον, ή δε τρυφή και απόλαυσης του νοητού μαργαρίτου του μονάχου φυλάττεται στην ησυχία.

Καθώς ή παρθένος βλάπτεται, όταν παρευρίσκηται σε συναναστροφές μεταξύ του πλήθους, ούτω και ή καρδία του μονάχου δια της μετά των πολλών συναναστροφής και συνομιλίας.

Το όρνεο εκ παντός τόπου καταφεύγει στην φωλιά αυτού, ίνα τεκνογονήση• και ο μοναχός, εάν έχει διάκρισιν, επιταχύνει στην εαυτού κατοικία, ίνα εν αύτη απόκτηση καρπό ζωής. Ό όφις εις πάντα κίνδυνο της ζωής αυτού φυλάττει την κεφαλήν του• και ό σοφός μοναχός εις πάσαν δυσχερή περίστασιν φυλάττει, την εαυτού πίστιν, ήτις υπάρχει το θεμέλιο της ζωής αυτού. Ή μεν νεφέλη σκοτίζει τον ήλιον, ή δε πολυλογία την ψυχήν, ήτις ήρξατο να φωτίζεται δια της θεωρίας της ευχής.
‘Καθώς το όρνεο, το οποίον ονομάζεται Ερωδιός, κατ’ εκείνον τον καιρόν χαίρει και ευφραίνεται, ως λέγουσι οί σοφοί, καθ’ ον απομακρυνθεί εκ των ανθρώπων και κατοικήσει σε έρημον τόπον ούτω και ή ψυχή του μονάχου κατ’ εκείνον τον καιρόν δέχεται την ουράνιον χαράν, καθ’ ον απομακρυνθεί εκ των ανθρώπων και κατοικήσει σε ησυχαστικό τόπον μέχρι της εξόδου αυτής. Λέγεται περί του ορνέου, του καλουμένου Σειρήνος, ότι όποιος ακούσει την μελωδία της φωνής αυτού, αιχμαλωτίζεται υπ’ αυτής τοσούτον, στην οδοιπορία της ερήμου, ώστε λησμονεί και αυτήν αυτού την ζωήν και πίπτει και αποθνήσκει• παρόμοιό συμβαίνει και στην ψυχή διότι όταν ή ουράνιος γλυκύτης εμπέσει σε αυτήν, εκ της μελωδίας της γλυκύτητας των λόγων του Θεού τόσον αιχμαλωτίζεται, ώστε λησμονεί και αυτήν την σωματική ζωήν και τις σωματικές ορέξεις και υψούται όλη προς τον Θεόν.

Εάν το δένδρον δεν αποβάλλει πρώτον τα παλαιά αυτού φύλλα, δεν εκβάλλει νέους κλάδους• και ό μοναχός έως ότου δεν απόρριψη εκ της καρδίας αυτού την ενθύμησιν των προτέρων αυτού πράξεων, δεν εκβάλλει νέους κλάδους και νέους καρπούς δια Ιησού Χριστού.

Ο άνεμος τρέφει τους καρπούς των δένδρων και ή πρόνοια του Θεού τους καρπούς της ψυχής. Λέγεται, ότι το οστρείδιον, έως ότου να δεχθεί σπινθήρα τίνα εκ της αστραπής και εκ του αέρος την ύλη και να γέννηση τον μαργαρίτη, είναι απλή σαρξ• και ή καρδία του μονάχου, έως ότου να δεχθεί μετά φρονήσεως την ουράνιον ύλη του πνεύματος, είναι γυμνή και δεν έχει καρπόν παρηγοριάς.

Ο σκύλος, όταν γλύφει το ρινίο, ματώνει την εαυτού γλώσσα και πίνων εκ του ιδίου του αίματος, δεν αισθάνεται την βλάβη αυτού• και ο μοναχός, όταν κλίνη εις κενοδοξίαν, συμπίνει εκ του αίματος της εαυτού ζωής και εκ της προς ώραν γλυκύτητας δεν αισθάνεται την ιδίαν αυτού βλάβη. Ή κοσμική δόξα υπάρχει ως πέτρα εντός της θαλάσσης, σκεπασμένη υπό των υδάτων και άγνωστος στον ναύτη, στην οποίαν αίφνης κτυπά το πλοίο και βυθίζεται• ούτω ποιεί και ή κενοδοξία τον άνθρωπον έως ότου βύθιση και αφανίσει αυτόν περί ταύτης έλεγαν και οι θείοι πατέρες, ότι στην κενόδοξο ψυχή επιστρέφουσι πάλιν πάντα εκείνα τα πάθη, τα οποία δια της θείας χάριτος νικήθηκαν πρότερον και αναχώρησαν εξ αυτής.

Μικρά νεφέλη σκεπάζει τον κύκλο του ηλίου και αφού παρέλθει ή νεφέλη, ό ήλιος γίνεται πολλά θερμός ούτω και μικρά ακηδία σκεπάζει το φως της ψυχής, άλλ’ ή χαρά, ήτις συμβαίνει μετά την ακηδία, είναι πολλά μεγάλη.

Μη ζητήσεις ποτέ να εννοήσεις τους λόγους των θείων μυστηρίων, των εκτιθεμένων στην αγίαν Γραφή, άνευ προσευχής και αιτήσεως βοηθείας παρά Θεού• αλλά λέγε: Κύριε, δός μοι σύνεσιν και αίσθησιν της δυνάμεως, της ευρισκομένης εις τάς αγίας γραφές• γνώριζε δε, ότι το κλειδί των αληθών νοημάτων των θείων γραφών υπάρχει στη προσευχή• Όταν θελήσεις να πλησίασης δια της καρδίας σου στον Θεόν πρώτον δια των σωματικών κόπων δείξον σε αυτόν τον πόθον σου• διότι εκ τούτων των κόπων άρχεται ή πολιτεία του μονάχου• ή δε καρδία ευκόλως πλησιάζει στον Θεό δια της στερήσεως της σωματικής χρείας και της ασκήσεως του ενός είδους της τροφής καθ’ ότι ό Κύριος έπ’ αυτής της κακοπαθείας θεμελίωσε την τελειότητα. Γνώριζε, ότι ή αργία υπάρχει αρχή της σκοτώσεως της ψυχής, άλλα σκοτώσιν επί σκοτώσει προξενούσιν οι μετά των ανθρώπων ομιλίαι και αφορμή του πρώτου είναι το δεύτερον διότι εάν οι περί ψυχικής ωφελείας λόγοι αμέτρως γινόμενοι, προξενούν σκότωσιν, πόσον μάλλον ματαίως λεγόμενοι; επειδή εξευτελίζεται και εξαχρειούται ή ψυχή από τάς άμετρους ομιλίας, καν έχει τον φόβον του Θεού. Λοιπόν ή σκότωσις της ψυχής προκύπτει εκ της αταξίας της πολιτείας.

Όταν υπάρχει τάξη και μέτρο στην πολιτεία, φωτίζεται ή διάνοια και φεύγει ή σύγχυσης• διότι ή της διανοίας σύγχυσης, ήτις προέρχεται εκ της αταξίας, προξενεί σκότωσις εις την ψυχή και ή σκότωσις προξενεί θόλωση ή δε ειρήνη της διανοίας προκύπτει εκ της καλής τάξεως και εκ της ειρήνης γεννάται το φως στην ψυχήν και ό καθαρός αέρας λάμπει στην διάνοιαν και καθ’ όσον απομακρύνεται τις εκ του κόσμου και πλησιάζει στην σοφία του πνεύματος, κατά τοσούτον δέχεται και την χαράν παρά Θεού και αισθάνεται την διάκρισιν της σοφίας εις την εαυτού ψυχήν και διακρίνει ότι ή σοφία του πνεύματος υπάρχει πολύ ανωτέρα της σοφίας του κόσμου• διότι εις την σοφία του πνεύματος ή σιωπή κυριεύει την ψυχήν, άλλ’ στην κοσμική σοφία υπάρχει πηγή πολυλογίας. Μετά την εύρεση της σοφίας του Πνεύματος πληρούται κάποιος πολλής ταπεινοφροσύνης και πραότητας και ειρήνης, η οποία βασιλεύει σε όλους τους λογισμούς, τα δε σωματικά μέλη παύουσι και ησυχάζουν από την ταραχή και αταξία της ακολασία. Μετά δε την εύρεση της κοσμικής σοφίας αποκτά την υπερηφάνειαν του φρονήματος και λογισμούς διαφόρους και αδιηγήτους και την ταραχή του νοός και την αναίδεια των αισθήσεων και την έπαρσιν. Μη νομίσεις, ότι δύναται να παρρησιαστή κάποιος ποτέ δια της προσευχής στον Θεόν, εν όσο υπάρχει δεδεμένος στα σωματικά πράγματα• διότι ή ανελεήμων ψυχή στερείται της σοφίας του πνεύματος, ή δε ελεήμων σοφίζεται παρά του αγίου πνεύματος.

Καθώς το έλαιον τρέφει το φως του λύχνου, ούτω και ή ελεημοσύνη τρέφει την γνώσιν της ψυχής. Ή κλεις της καρδίας προς απόκτησιν των θείων χαρισμάτων δίδεται δια της αγάπης του πλησίον και καθ’ όσον ή καρδία απαλλάττεται εκ του δεσμού του σώματος, κατά τοσούτον ανοίγεται εις αυτήν ή θύρα της γνώσεως. Ή μετάβασης της ψυχής εκ τούτου του κόσμου εις τον άλλον είναι ή υπεροχή της γνώσεως, του πνεύματος. Ω, πόσον ωραία και επαινετή υπάρχει ή αγάπη του πλησίον, εάν ή προσπάθεια αυτής δεν αποσπά ημάς εκ της αγάπης του Θεού. Πόσον γλυκεία είναι ή μετά των πνευματικών ημών αδελφών συναναστροφή και συνομιλία, εάν δυνηθώμεν να φυλάξωμεν μετ’ αυτής και την μετά του Θεού. Καλόν λοιπόν είναι να φροντίζωμεν περί τούτων, καθόσον ήθελε επιτρέπει τούτο ό αρμόδιος καιρός, όχι όμως προφάσει της μετά των αδελφών ομιλίας και της του πλησίον αγάπης να εκπίπτωμεν εκ της κρυπτής εργασίας και της υψηλής πολιτείας και εκ της μετά του Θεού αδιάλειπτου ομιλίας• επειδή ή σύγχυσης του δευτέρου, δηλαδή της πτώσεως της πολιτείας και της θεϊκής συνομιλίας προέρχεται εκ της συστάσεως του πρώτου, δηλαδή εκ της μετά των αδελφών συνομιλίας• διότι ο νους ημών δεν είναι ικανός να φύλαξη συγχρόνως και τάς δύο συνομιλίας.

Η θεωρία των κοσμικών προξενεί σύγχυσιν στην ψυχήν εκείνου, ο Όποιος απαρνήθηκε τον κόσμον δια το έργον του Θεού• και εάν μεν ή διαρκής ομιλία των πνευματικών αδελφών βλάπτει, άλλα των κοσμικών και ή μόνη εξωτερική θεωρία.

Η μεν εργασία των πρακτικών αρετών δεν εμποδίζεται εκ της ενεργείας των αισθήσεων όποιος όμως θέλει εκ της ειρήνης του νοός αυτού να τρύγηση την χαράν δια της εργασίας των κρυπτών πράξεων της ψυχής, ή ανάπαυσις της καρδίας του τοιούτου ταράσσεται και από μονάς τάς φωνάς των κοσμικών, χωρίς να δη αυτούς. Ή εσωτερική νέκρωσις άνευ της αργίας των σωματικών αισθήσεων δεν δύναται να πρόκυψη• και ή μεν πρακτική εργασία θέλει την προσοχήν των αισθήσεων, ή δε πνευματική εργασία απαιτεί την προσοχήν και ησυχία της καρδίας.

Καθώς ή ψυχή υπάρχει ανωτέρα του σώματος, ούτω και ή εργασία αυτής ειναι ανωτέρα της εργασίας του σώματος• και καθώς εν αρχή προηγήθη ή πλάσης του σώματος από το εμφύσημα της ψυχής, ούτω και τα σωματικά έργα προηγούνται των έργων της ψυχής. Μεγάλη είναι ή δύναμις της μικράς πνευματικής εργασίας, εάν γίνεται τακτικώς και διαμένει πάντοτε• επειδή και ή μικρά σταγόνα του απαλού ύδατος, εάν στάζει πάντοτε, βαθουλώνει την σκληρά πέτραν.

Όταν πλησιάζει ν’ αναστηθεί εις σε ό πνευματικός άνθρωπος, τότε σοι διεγείρεται ή νέκρωσις πάντων των του κόσμου πραγμάτων και θερμαίνεται ή ψυχή σου εκ της χαράς και εκ της γλυκύτητας της καρδίας σου οι λογισμοί σου περιορίζονται εντός σου• και πάλιν όταν μέλλει ν’ αναστηθεί εις σε ο κόσμος, αυξάνει ο διασκορπισμός του νοός σου και το μικρόν και άτακτο φρόνημα. Κόσμον ενταύθα ονομάζω τα πάθη, τα οποία γεννά ο διασκορπισμός του νοός• όταν ταύτα γεννηθώσι και αυξηθώσι, τότε γίνονται οι αμαρτίαι και θανατώνουσι τον άνθρωπον. Καθώς δεν γεννώνται τέκνα χωρίς μητέρα, ούτω δεν γεννώνται τα πάθη χωρίς τον διασκορπισμό της διανοίας, ούτε ή αμαρτία τελειώνει χωρίς της ενεργείας των παθών.

Όταν ή υπομονή αυξηθεί εις τάς ημετέρας ψυχάς, είναι σημείο, ότι λάβαμε κρυπτώς την χάριν της παρηγοριάς. Ή δύναμης της υπομονής είναι δυνατότερα από τάς εις την καρδίαν εμπίπτουσας εννοίας της χαράς. Ή κατά Θεόν ζωή είναι ή ταπείνωσις των αισθήσεων και όταν ζή ή καρδία, οι αισθήσεις ταπεινούνται, όταν δε διεγείρονται οι αισθήσεις, νεκρούται ή καρδία από τον θεόν επειδή ή διέγερσης των αισθήσεων προξενεί την νέκρωσιν της καρδίας.

Εκ των μεταξύ των ανθρώπων γινομένων αρετών ή συνείδησης δεν λαμβάνει την αξιότητα. Ή αρετή, την οποίαν πράττει τις δι’ άλλων, δεν δύναται να καθαρίσει την ψυχήν επειδή ή τοιαύτη αρετή δεν είναι αξιόμισθος παρά το Θεό• άλλ’ εκείνη ή αρετή, την οποίαν πράττει ό άνθρωπος άφ’ εαυτού, λογίζεται τελεία αρετή και τέλειοι δύο τινά συγχρόνως και αξιόμισθος θεωρείται και την καθαρότητα της καρδίας προξενεί• δια τούτο άφησε το πρώτον είδος και ακολούθησαν το δεύτερον καθότι εάν δεν αφήσεις το πρώτον και φροντίσεις περί του δευτέρου, εκπίπτεις εξάπαντος από του Θεού.

Η ανάπαυσις του σώματος και ή αργία είναι απώλεια της ψυχής και περισσότερον από τους δαίμονας δύνανται να βλάψουν κάποιον . Εάν παραβίασης το αδύνατον σώμα εις έργα ανώτερα της δυνάμεως αυτού, προξενείς σκότωσιν και ταραχή και σύγχυσιν εις την ψυχήν σου εάν όμως το δυνατόν σώμα εκδώσεις εις την ανάπαυσιν και αργία, πάσα κακία τελειούται εις την ψυχήν σου• και εάν κάποιος μεγάλως επιθυμεί το καλόν, άλλ’ ή ανάπαυσις και ή αργία λίγο κατ` λίγο αφαιρούν άπ’ αυτού και αυτήν την έννοια του καλού, την οποία είχε.

Όταν ή ψυχή μεθύσι εκ της χαράς της ελπίδος αυτής και εκ της ευφροσύνης του Θεού, τότε το σώμα αναίσθητη και δεν αισθάνεται τάς θλίψεις, καν ασθενές υπάρχει• και ενώ τότε βαστάζει διπλό βάρος δεν ατονεί αλλά συναπολαύει και συνεργεί στην τρυφή της ψυχής ούτω συμβαίνει, όταν ή ψυχή εισέλθει σε εκείνη την χαρά του αγίου Πνεύματος.

Αδελφέ, εάν φυλάξεις την γλώσσάν σου, σόι δίδεται παρά Θεού ή χάρις της κατανύξεως της καρδίας και βλέπεις εις αυτήν την κατάστασιν της ψυχής σου και δι’ αυτής εισέρχεσαι στην χαράν του αγίου Πνεύματος• εάν όμως σε νικήσει ή γλωσσά σου, πίστευσόν μοι, ότι ουδέποτε θέλεις δυνηθεί να ελευθερωθείς εκ της σκοτώσεως• εάν δεν έχεις καθαράν καρδίαν, έχε τουλάχιστον στόμα καθαρόν, ως είπεν ο μακάριος Ιωάννης της κλίμακος.

Όταν θέλεις να συμβούλευσες τινά εις το καλόν, πρώτον ανάπαυσον αυτόν σωματικός και τίμησον αυτόν δια λόγου αγάπης• διότι κανένα άλλο δεν πείθει τον άνθρωπον τόσον, ώστε να εντραπεί και να μεταβάλει εαυτόν εκ της κακίας εις την αρετή, όσον ή σωματική περιποιήσεις και ή τιμή, την οποίαν βλέπει από σε. Όσον εισέρχεται κάποιος στον αγώνα δια τον θεόν, τοσούτον ή καρδία αυτού ευρίσκει παρησίαν στην προσευχήν και όσον έλκεται ό άνθρωπος εκ των πραγμάτων του κόσμου, στερείται την βοήθειαν του Θεού. Μη λυπάσαι στάς στενοχώριας και κακοπαθείας του σώματος• καθότι όταν ό θεός ιδεί την υπομονή σου, αφαιρεί αυτάς τελείως από σου. Μη φόβου τον θάνατον διότι ο θεός ετοίμασε τα μέλλοντα αγαθά, ίνα σε κάμει ανώτερο αυτού. Αύτω ή δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ.

feature, σύρος, ισαάκ

Περιεχόμενα Ισαάκ του Σύρου

feature, σύρος

Ό Θεός δεν ακούει αμέσως τις ικεσίες των αμελών και ανώριμων

Όταν είσαι άρρωστος, να πεις: Μακάριος είναι οποίος αξιώθηκε από το Θεό να υποστεί άγιες δοκιμασίες, με τις όποιες κληρονομούμε την αιώνια ζωή. Διότι ό Θεός επιφέρει τις αρρώστιες για να αποκτήσει ή ψυχή υγεία. Ένας άγιος είπε ότι ό μοναχός πού δεν υπηρετεί τον Κύριο θεαρέστως, και πού δεν αγωνίζεται με ζήλο για τη σωτηρία της ψυχής του, αλλά είναι αμελής στην άσκηση των αρετών, εξάπαντος, με την παραχώρηση του Θεού, πέφτει στις θλίψεις, για να μη μείνει αργός και πέσει, από την πολλή αργία, στα χειρότερα πάθη. Γι’ αυτό ό Θεός επιφέρει τους πόνους στους ράθυμους και αμελείς, για να μελετούν σ’ αυτούς τη σοφία του, και να μην πηγαίνει το μυαλό τους στα μάταια.


Και ό Θεός το κάνει αυτό σ’ αυτούς πού τον αγαπούν, για να τους παιδέψει, και να τους δώσει σοφία, και να τους διδάξει το άγιο θέλημα του. Αυτοί οι αμελείς μοναχοί, όταν παρακαλούν το Θεό, κάνει πώς δεν τους ακούει αμέσως, μέχρι να ατονήσει ή ραθυμία τους και μάθουν πολύ καλά, ότι όλες αυτές οι θλίψεις τους βρήκαν εξαιτίας της αμέλειας και της τεμπελιάς τους. Στον προφήτη Ησαΐα γράφει: « όταν απλώνετε ικετευτικά τα χέρια σας σε μένα, λέει ο Κύριος, θα πάρω τα μάτια μου από πάνω σας. Εάν πληθύνετε τις ικεσίες σας, δε θα σας ακούσω»! (Ήσ. 1, 15). Αυτό βέβαια λέχθηκε για άλλους ανθρώπους, του καιρού εκείνου, αλλά σίγουρα το νόημά του αναφέρεται σ’ αυτούς πού εγκαταλείπουν τον άγιο δρόμο του Κυρίου.


Αφού λέμε ότι ό Θεός είναι πολυέλεος και ,πολύ εύσπλαχνος, για ποιο λόγο, στις θλίψεις μας, ενώ τον παρακαλούμε συνέχεια στις προσευχές μας, δε μας ακούει, αλλά παραβλέπει τη δέηση μας; Την απάντηση τη βρίσκουμε και πάλι στον προφήτη Ησαΐα (59, 1): «Δεν είναι κοντό το χέρι του Κυρίου, ώστε να μη φτάνει να σας σώσει, ούτε είναι βαρήκοος, ώστε να μη σας ακούει, αλλά είναι οι αμαρτίες σας πού έκαμαν το Θεό να μη σας ακούει». Να θυμάσαι πάντοτε το Θεό, σε κάθε περίσταση, και θα σε θυμηθεί ό Θεός, όταν πέσεις σε πειρασμούς.


Ένας από τους αγίους πατέρες μας έγραψε ότι οποίος δε λογαριάζει τον εαυτό του για αμαρτωλό, ή προσευχή του δεν είναι ευπρόσδεκτη από τον Κύριο.


Εάν ζητήσεις κάτι από το Θεό, και δεν εισακουσθείς γρήγορα, μη λυπάσαι γιατί εσύ δεν είσαι πιο σοφός από το Θεό. Αυτό το κάνει ό Θεός από μακροθυμία: ή δηλ. γιατί είσαι ανάξιος να δεχθείς την εκπλήρωση του αιτήματος σου, και άρα θα ζημιωθείς αν το λάβεις, ή γιατί ή κατάσταση και ή πορεία της καρδιάς σου δεν είναι ανάλογη με τα αιτήματα σου, , ή γιατί δεν έφθασες ακόμη σε τέτοια πνευματικά μέτρα, ώστε να μπορείς να δεχθείς το χάρισμα πού ζητάς


Διότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε στον εαυτό μας να δέχεται πράγματα πού ακόμη δεν αντέχουν τα μέτρα μας, για να μην αχρηστευθεί αυτό πού θα μας χαρίσει ό Θεός, με το να το λάβουμε γρήγορα. Διότι ότι λαμβάνουμε εύκολα, γρήγορα το χάνουμε ενώ ένα πράγμα πού το αποκτάμε με καρδιακό πόνο, το φυλάγουμε σαν θησαυρό, με μεγάλη προσοχή.


Ή προσευχή διαλύει τα σύννεφα των παθών
Συμβαίνει συνήθως στους μοναχούς πού αγωνίζονται στην ησυχία, να ταραχθεί ή ψυχή από το σκοτάδι των παθών. Όπως δηλ. οι ηλιακές ακτίνες καλύπτονται από τα σύννεφα, έτσι μπορεί και συ να στερηθείς για λίγο την πνευματική παρηγοριά, από το νέφος των παθών πού επισκιάζει την ψυχή σου, και να φύγει για λίγο από μέσα σου ή χαροποιός δύναμη του Θεού, και να σκεπάσει το νου σου ασυνήθης ομίχλη όμως ας μην ταραχθεί ό λογισμός σου, αλλά να κάνεις υπομονή, και να διαβάζεις τα βιβλία των αγίων διδασκάλων μας, και να ζορίσεις τον εαυτό σου στην προσευχή, και να περιμένεις τη θεία βοήθεια. Και θα ‘ρθει αμέσως, χωρίς να καταλάβεις το πώς. Όπως δηλ. οι ακτίνες του ήλιου διώχνουν το σκοτάδι και φωτίζουν τη γη, έτσι μπορεί και ή προσευχή να διαλύσει και να διασκορπίσει από την ψυχή τα σύννεφα των παθών, και να φωτιςει το νου με το φως της θείας χαράς και της παρηγοριάς


Να προσεύχεσαι με το ταπεινό και άκακο φρόνημα τον νηπίου
Όταν παρασταθείς ενώπιον του Θεού να προσευχηθείς, έτσι να θεωρείς τον εαυτό σου σαν το μυρμήγκι, και σαν τα ερπετά της γης, και σαν βδέλλα, και ταπεινό σαν το παιδάκι πού ψελλίζει Να μην πεις στο Θεό λόγια πού προδίδουν τις γνώσεις σου, αλλά να τον πλησιάσεις, και να σταθείς ενώπιον του με το ταπεινό και άκακο φρόνημα του νηπίου, για να αξιωθείς να προστατευθείς και να καθοδηγηθείς από την πατρική εκείνη πρόνοια, πού έχει ό πατέρας για τα παιδάκια του γιατί έχει λεχθεί ότι «ό Κύριος φυλάσσει τα νήπια» (Ψ. 114 6).


Ή ταπεινή και επίμονη προσευχή ελκύει τη βοήθεια και τα χαρίσματα τον Θεού
Όταν ένας άνθρωπος καταλάβει ότι του λείπει ή θεία βοήθεια, κάνει πολλές προσευχές και όσο τις αυξάνει, τόσο ταπεινώνεται ή καρδιά του. Διότι οποίος ικετεύει και ζητάει, δεν μπορεί παρά να ταπεινωθεί, και ό Θεός μια τέτοια καρδιά, «συντριμμένη και ταπεινωμένη, δε θα την περιφρονήσει» (Ψ. 50, 19). Όσο ή καρδιά δεν ταπεινώνεται, δεν μπορεί να πάψει να τριγυρνάει σκόρπια εδώ και κει. Ή ταπείνωση συμμαζεύει την καρδιά. Και όταν ταπεινωθεί ό άνθρωπος, αμέσως τον κυκλώνει το θείο έλεος, και τότε ή καρδιά αισθάνεται τη βοήθεια του Θεού, γιατί νιώθει μέσα της να κινείται μια δύναμη πού τη στηρίζει, και τότε είναι πού ή καρδιά γεμίζει εμπιστοσύνη στο Θεό και άπ’ αυτό καταλαβαίνει ό άνθρωπος ότι ή προσευχή είναι ένα φυσικό καταφύγιο βοήθειας, και πηγή σωτηρίας, και θησαυρός ακλόνητης πίστης, και λιμάνι πού σώζει από την τρικυμία, και φως στους σκοτισμένους, και στήριγμα για τους αρρώστους, και σκέπη την ώρα των πειρασμών, και βοήθεια στην ένταση της αρρώστιας, και ασπίδα πού σώζει από τους ακοντισμούς στον αόρατο πόλεμο, και βέλος αιχμηρό κατά των δαιμόνων. Με δυο λόγια, ό άνθρωπος με την προσευχή αποκτά όλα τα αγαθά πού ανέφερα. Και καθώς εντρυφά στην προσευχή, ή καρδιά του χαίρει και αγάλλεται από την εμπιστοσύνη της στο Θεό, και δε μένει πια, όπως πρώτα, χλιαρή, να λέει λόγια χωρίς νόημα. Όταν ό άνθρωπος καταλάβει πολύ καλά αυτά πού είπα, τότε θα αποκτήσει αληθινή προσευχή στην ψυχή, πού θα την έχει σαν θησαυρό. Και τότε είναι πού, από την πολλή του ευφροσύνη, ή συμβατική του προσευχή θα αλλάξει και θα γίνει έντονη ευχαριστήρια δοξολογία. Έτσι, καταλαβαίνουμε τι σημαίνει ότι «ή προσευχή είναι χαρά, πού στέλνει την ευχαριστία της στο Θεό». Όταν φτάσει σ’ αυτό το σημείο ό άνθρωπος, δεν προσεύχεται πια με κόπο και μόχθο, όπως πρωτύτερα πού δεν είχε αυτή τη χάρη αλλά με χαρούμενη καρδιά και με θαυμασμό για τα μυστήρια του Θεού, αναβρυεί συνεχώς ευχαριστίες άρρητες και βάζει μετάνοιες και από τη μεγάλη του συγκίνηση φτάνει στη γνώση του Θεού, και θαυμάζει, και εκπλήσσεται για τη χάρη πού του δίνει ό Θεός, και τότε, ξαφνικά, υψώνει τη φωνή του υμνολογώντας και δοξάζοντας και ευχαριστώντας το Θεό. Και ή γλώσσα του τότε κινείται γεμάτη έκπληξη.


Όλα αυτά τα αγαθά, πού ανέφερα, έρχονται στον άνθρωπο, αν συναισθανθεί την πνευματική του φτώχεια και αδυναμία. Γιατί τότε, από τη μεγάλη επιθυμία πού έχει να τον βοηθήσει ό Θεός, έρχεται κοντά του με επίμονη προσευχή. Και όσο πλησιάζει το Θεό με πόθο, τόσο και ό Θεός έρχεται κοντά του δίνοντας του χαρίσματα και δε θα πάρει τη χάρη του από τον άνθρωπο, όσο αυτός μένει στην αληθινή ταπείνωση. Όπως ή χήρα του ευαγγελίου, ή οποία τρέχει πίσω από το δικαστή κράζοντας συνέχεια να αποδώσει το δίκαιο και να τη γλιτώσει από τον αντίδικο. Κάπως έτσι και ό εύσπλαχνος Θεός: κάνει πού δεν ακούει, και αναβάλλει να δώσει τα χαρίσματα του στον άνθρωπο, για να γίνει αυτό αιτία να έρθει πιο κοντά του και, εξαιτίας πού τον έχει ανάγκη, να παραμείνει κοντά του και να ωφελείται πνευματικά. Και κάποια αιτήματα, βέβαια, ό Θεός τα ικανοποιεί αμέσως, εκείνα δηλ. πού είναι αναγκαια για τη σωτηρία του ανθρώπου, άλλα αιτήματα όμως δεν τα ικανοποιεί. Και όταν ό δαίμονας μας καιει και παρακαλούμε το Θεό, έρχεται ή θεία χάρη και αποδιώχνει το καυτερό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις επιτρέπει τις θλίψεις και τον πόνο, για να γίνουν αυτά αιτία να προσεγγίσουμε, όπως είπα, το Θεό, και για να διαπαιδαγωγηθούμε και να αποκτήσουμε πείρα για τους αγώνες μας στους πειρασμούς.


Ή αξία της επίμονης προσευχής. ότι κάνουμε εν Κυρίω είναι προσευχή
Χρειάζεται να ασκηθεί ό άνθρωπος στην ευχή για μεγάλο διάστημα, για να αποκτήσει τη σοφία του Θεού. Μετά την ακτημοσύνη, πού λύνει τους λογισμούς μας από τα δεσμά των κοσμικών πραγμάτων, θέλει να επιμείνουμε στην προσευχή. Διότι με αυτή την επιμονή μας, για αρκετό διάστημα, ασκείται ό νους μας και μαθαίνει, με την πολλή πείρα πού αποκτά, πώς να αποδιώχνει τους πονηρούς λογισμούς, πράγμα πού δεν μπορεί να διδαχθεί με άλλο τρόπο. Και στην προσευχή βρίσκονται οι ρίζες και οί αιτίες για να αγαπήσουμε το Θεό

Και τούτο πρέπει, αγαπητοί μου, να γνωρίζουμε, ότι κάθε μυστική συνομιλία, και κάθε φροντίδα μας, πού γίνεται με αγαθή πρόθεση εν Κυρίω, και κάθε πνευματική μελέτη, βρίσκεται μέσα στον ορισμό της προσευχής, και ονομάζεται προσευχή, και περικλείεται στο όνομα της. Είτε, λοιπόν, είναι ανάγνωση διαφόρων ιερών αναγνωσμάτων, είτε εμφωνη δοξολογία του Θεού, είτε κάποια λυπηρή φροντίδα εν Κυρίω, είτε μετάνοιες, είτε ψαλμωδίες, και όλα τα όμοια, είναι ένα είδος προσευχής. Και άπ’ αυτά γεννιέται ή καθαρή και ειλικρινής προσευχή, κι άπ’ αυτήν ή αγάπη του Θεού.
Ή προσευχή του μοναχού, πού έγινε ξένος για τον «κόσμο», οδηγεί το νου στα θεία μυστήρια
Αν θέλεις να δώσεις τον εαυτό σου στο έργο της προσευχής, πού καθαρίζει το νου, και στην αγρυπνία της νύχτας, για να αποκτήσεις φωτεινή διάνοια, πάψε να βλέπεις αυτούς πού έχουν κοσμικό φρόνημα, και κόψε τις συναναστροφές μαζί τους, και κόψε τη συνήθεια να δέχεσαι φίλους στο κελί σου με το πρόσχημα του φιλότιμου και της φιλοξενία αλλά να δέχεσαι και να συναναστρέφεσαι μόνο τους ομοίους σου στον τρόπο της ζωής, στη σκέψη και στην κρυφή αρετή. Ακόμη, να φοβάσαι και την ψυχική ταραχή, πού προέρχεται από τη συνομιλία του νου με τον εχθρό. Και αυτή ή συνομιλία, συνήθως ενεργείται χωρίς να το θέλουμε συνειδητά. Και Αφού κόψεις και διαλύσεις και πάψεις εντελώς τις κοσμικές συνήθειες και επαφές, ένωσε με την προσευχή σου την ελεημοσύνη, και τότε θα δει ή ψυχή σου το φως της αλήθειας. Γιατί όσο ή καρδιά μένει ατάραχη και γαλήνια από τα κοσμικά πράγματα, τόσο μπορεί ό νους να κατανοήσει και να θαυμάσει τα θεία μυστήρια.


Ό κόπος και ό αγώνας στην προσευχή μπορεί να φέρει πνευματική αλλοίωση
Πολλές φορές βρίσκεται ό άνθρωπος να προσεύχεται κυρτωμένος και γονυκλινής, και έχοντας απλωμένα τα χέρια του στον ουρανό, και ατενίζοντας στο σταυρό του Χριστού, και μαζεύοντας το νου του στην προσευχή. Ενώ λοιπόν ό άνθρωπος παρακαλεί το Θεό με δάκρυα και κατάνυξη, ξαφνικά μια πηγή αναβλύζει μέσα στην καρδιά του με άφατη γλυκύτητα, οπότε παραλύουν τα μέλη του σώματος του, και δε βλέπει τίποτε γύρω του, και σκύβει το πρόσωπο του προς τη γη όμως οι έννοιες και οι λογισμοί του εξαλλάσσονται, ώστε να μην μπορεί να κάνει μετάνοιες από την πολλή χαρά, πού διαπερνάει όλο το σώμα του. Πρόσεχε λοιπόν, άνθρωπε μου, αυτά πού διαβάζεις. Γιατί, αν δεν αγωνισθείς, δε θα βρεις αυτά τα ουράνια αγαθά και αν δεν κρούσεις τη θύρα δυνατά και επίμονα και δεν αγρυπνήσεις απέξω, περιμένοντας ν’ ανοίξει, δεν πρόκειται να εισακουσθείς.

Άλλο πράγμα είναι ή ηδονή της προσευχής και άλλο ή θεωρία της προσευχής
Άλλο πράγμα είναι ή ηδονή της προσευχής και άλλο ή θεωρία της προσευχής. Ή δεύτερη είναι ανώτερη από την πρώτη, όσο ό τέλειος άνθρωπος διαφέρει από το ατελές παιδάκι. Μερικές φορές οι στίχοι των ψαλμών παίρνουν μια γλυκύτητα μέσα στο στόμα, και ένας στίχος μπορεί να επαναλαμβάνεται πολλές φορές στην προσευχή, χωρίς να επιτρέπει να προχωρήσεις σε άλλο στίχο, και δεν μπορείς να τον χορτάσεις! Άλλοτε πάλι, από την προσευχή γεννιέται κάποια μορφή θεωρίας, ή οποία παύει την προσευχή των χειλέων, οπότε γίνεται ό προσευχόμενος σαν άψυχο σώμα, πού δεν αναπνέει, και μένει σε έκσταση. Αυτή την κατάσταση την ονομάζουμε θεωρία της προσευχής, και δεν είναι, όπως λένε οι άφρονες, ένα είδος ή μια μορφή ή κάποιο σχήμα φανταστικού πράγματος. Στη θεωρία αυτής της προσευχής υπάρχουν όρια, και μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα χαρίσματα. Προσευχή είναι όσο ό νους δεν πέρασε σε κάτι άλλο, υψηλότερο, Αφού ή γλώσσα και ή καρδιά, πού είναι τα κλειδιά της προσευχής, ακόμη δουλεύουν. Από δω και πέρα ανοίγει ή είσοδος για τα βασιλικά θησαυροφυλάκια. Εδώ πια σταματάει να δουλεύει κάθε στόμα, κάθε γλώσσα και κάθε καρδιά, πού είναι ό κυβερνήτης και διαχειριστής των λογισμών σταματάει ακόμη ό νους, πού κυβερνά τις αισθήσεις, και ή φαντασία, αυτό το ταχύπτερο και αδιάντροπο όρνεο. Και ας μείνουν σ’ αυτή την κατάσταση όσοι έφτασαν ζητώντας τη βασιλεία του Θεού, διότι ήδη είναι παρών ό οικοδεσπότης!


Ή «έκσταση» είναι γέννημα της καθαρής προσευχής
Την ώρα της προσευχής όταν ό νους του άνθρωπου αποδύεται τον παλιό άνθρωπο και ενδύεται το νέο, της θείας χάρης, τότε βλέπει την καθαρότητα να λάμπει όπως περίπου το χρώμα του ουρανού, που ονομάσθηκε από τη γερουσία του Ισραήλ «τόπος Θεού», όταν το είδαν στο όρος Σινά. Λοιπόν, αυτή τη δωρεά και χάρη του Θεού, δεν πρέπει να την ονομάζουμε πνευματική προσευχή, αλλά γέννημα της καθαρής προσευχής, πού κατεβαίνει δια του αγίου Πνεύματος. Τότε ό νους ανεβαίνει πιο ψηλά από την προσευχή, ή οποία παύει πια μπροστά στην ανώτερη κατάσταση. Και τότε ό μοναχός δεν προσεύχεται, αλλά βρίσκεται σε έκσταση μέσα στα ακατάληπτα μυστήρια, πού είναι ανώτερα από τον παρερχόμενο κόσμο, και σιωπά αγνοώντας όλα οσα έχουν σχέση με την εδώ ζωή. Αυτή ή άγνοια είναι ανώτερη από τη γνώση, και μακάριος είναι εκείνος πού έφθασε σ’ αυτή την άγνοια, την αχώριστη από την προσευχή.
Όποιος είναι φτωχός από υλικά αγαθά, θα γίνει πλούσιος εν Κυρίω. Και οποίος έχει φίλους πλουσίους, θα πτωχεύσει από τα αγαθά του Θεού. Όποιος έχει εγκράτεια, και είναι ταπεινόφρων, και βδελύσσεται την ελευθεροστομία, και αποδιώχνει το θυμό από την καρδιά του, εγώ πιστεύω, ότι αυτός ό άνθρωπος, όταν σηκωθεί να προσευχηθεί βλέπει μέσα στην ψυχή του το φως του αγίου Πνεύματος κι όχι μόνο αυτό, αλλά και σκιρτά από τις ελλάμψεις του θείου φωτός, και ευφραίνεται από τη θέαση της θείας δόξας και από την αλλοίωση πού υφίσταται, ώστε να μπορεί να βλέπει τα θεία μυστήρια. Καμιά άλλη εργασία δεν υπάρχει, εκτός από τη θέαση των μυστηρίων του Θεού, πού να μπορεί να αφανίσει το τάγματα των ακαθάρτων δαιμόνων.


Ή σκάλα πού οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή
Βρες την ειρήνη μέσα σου, και θα ειρηνεύσει μαζί σου ό ουρανός και ή γη. Φρόντισε να εισέλθεις στο ιδιαίτερο δωμάτιο πού βρίσκεται μέσα σου, και θα δεις εκεί τον ουρανό γιατί και τούτο και ό ουρανός είναι ένα. Από μια είσοδο μπαίνεις, και βλέπεις μαζί και τα δυο. Ή σκάλα πού οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή σου. Βάφτισε μέσα στην καρδιά σου όλο σου το είναι, και θα σβήσει ή αμαρτία, και θα βρεις εκεί ανεβασιές θα σε φέρουν στη βασιλεία των ουρανών


Πώς να διαβάζεις τους ψαλμούς

Όταν διαβάζεις τους στίχους της ψαλμωδίας σου, μη σκέφτεσαι ότι είναι λόγια αλλουνού, πού τα επαναλαμβάνεις κι αυτό, για να μη νομίσεις ότι οι ψαλμοί, πού έχεις μπροστά σου για πνευματική μελέτη, είναι ατέλειωτοι, και παραβλέψεις τελείως την κατάνυξη και τη χαρά πού φέρνουν. Εσύ, λοιπόν, όταν προσεύχεσαι, να διαβάζεις με κατάνυξη τους στίχους, σαν να είναι δικά σου λόγια, και να καταλαβαίνεις οσα λες, σαν να είναι το έργο σου αυτό, πού πρέπει να το εκτελείς τέλεια.


Οί Ψαλμοί, οί μετάνοιες και ή γλυκύτητα της προσευχής
Μη νομίσεις ότι ή έκσταση πού έρχεται υστέρα από εκτενή και συμμαζεμένη προσευχή, είναι αργία, επειδή παράτησες τους ψαλμούς αρκεί να γίνεται (ή προσευχή) με συμμαζεμένο νου. Να αγαπήσεις όμως τις μετάνοιες στην προσευχή σου περισσότερο από τη μελέτη των Ψαλμών. Και όταν ή προσευχή σε γλυκάνει και σε ανεβάζει ψηλά, αναπληρώνει την ακολουθία σου. Και όταν, κατά την προσευχή σου, σου δοθεί το χάρισμα των δακρύων, αυτή τη χαρούμενη κατάσταση σου να μην την περάσεις για αργία γιατί το επιστέγασμα της προσευχής είναι ή χάρη των δακρύων.


Να κοιμηθείς με ελαφρό στομάχι, για να έχεις καθαρή νυχτερινή προσευχή
Ή νυχτερινή προσευχή του μονάχου είναι ανώτερη από όλες τις εργασίες της ημέρας. Μην επιβαρύνεις, λοιπόν, το στομάχι σου με φαγητά και ποτά, για να μη βρεθεί ό νους σου σε σύγχυση, και ταραχθείς από την αδέσποτη περιπλάνηση του. Αλλιώς, θα σηκωθείς τη νύχτα για προσευχή, και τα μέλη του σώματος σου θα είναι παραλυμένα και συ ό ίδιος θα είσαι σαν αποχαυνωμένη γυναίκα, και ή ψυχή σου θα είναι σκοτισμένη, και τα νοήματα σου θολωμένα και δε θα μπορείς να συγκεντρώσεις το νου σου στην ακολουθία, και δε θα μπορείς να γευθείς και να χαρείς τα ιερά αναγνώσματα και την ψαλμωδία. Αυτό θα το πετύχεις, αν κοιμηθείς με ελαφρό στομάχι και έχεις καθαρό το νου σου. .


τι είναι ευχή
Ρωτήσανε τον άββά Ισαάκ τι είναι ευχή, και απάντησε: Ευχή είναι να είσαι εύκαιρος και να απομακρυνθεί ό νους σου από όλα τα κοσμικά πράγματα, και ή καρδιά να επιστρέψει τελείως στη φυσική της δράση, και να ζει με τον πόθο και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Όποιος δε ζει με αυτό τον τρόπο πού είπα, σπέρνει στο χωράφι του ανάμεικτο και αταίριαστο σπόρο, ή μοιάζει με το γεωργό πού ζεύει στον ίδιο ζυγό το βόδι και το γαϊδούρι.


Ή αδιάλειπτη προσευχή
Ένας άνθρωπος φτάνει στην τέλεια πολιτεία, όταν αξιωθεί την αδιάλειπτη (αδιάκοπη) προσευχή διότι, όταν φτάσει σ’ αυτή, έφτασε στο τέλος όλων των αρετών και, από κει και πέρα, γίνεται κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος. Εάν όμως δε δεχθεί, όπως πρέπει, ό άνθρωπος την παρακλητική χάρη του αγίου Πνεύματος, δεν είναι δυνατό να φτάσει στην αδιάλειπτη προσευχή. Διότι το άγιο Πνεύμα, όταν κατοικήσει σ’ έναν άνθρωπο, δεν παύει να προσεύχεται. Και τότε, είτε τρώει κανείς, είτε πίνει, είτε κοιμάται, είτε κάνει κάτι άλλο, ακόμη και στο βαθύ του ύπνο, οι ευωδιές και οι ατμοί της προσευχής αναδίδονται αδιάκοπα από την καρδιά του χωρίς κόπο. Και τότε ή προσευχή δε χωρίζει πια άπ’ αυτόν, αλλά όλες τις ώρες του, και αν ακόμη δε φαίνεται εξωτερικά ότι προσεύχεται, όμως, πάλι, ή προσευχή λειτουργεί μέσα του κρυφά. Ένας άγιος είπε, ότι ή σιωπή των καθαρών ανθρώπων είναι προσευχή. Κι αυτό, γιατί οι λογισμοί τους είναι θείες κινήσεις και οί κινήσεις της καθαρής καρδιάς και της καθαρής διάνοιας, είναι ήρεμες και γλυκιές φωνές, με τις όποιες ψάλλουν μυστικά στον αόρατο Θεό.


τι είναι πνευματική προσευχή; και πώς μπορεί να αξιωθεί αυτήν ό αγωνιζόμενος;
Πνευματική προσευχή είναι οί ψυχικές κινήσεις, πού ενεργούνται δια του αγίου Πνεύματος σε αυτούς πού έχουν την ακρίβεια της αγνότητας και της καθαρότητας. Ένας στους δέκα χιλιάδες αξιώνεται να λάβει αυτή την προσευχή, πού είναι μυστήριο της μέλλουσας ζωής διότι μέσω αυτής υψώνεται ό αγωνιστής, και ή φύση του μένει ανενέργητη, Αφού ούτε κινείται ούτε θυμάται τα πράγματα του κόσμου. Και τότε δεν προσεύχεται, αλλά ή ψυχή αισθάνεται, με τη δική της αίσθηση, τα πνευματικά πράγματα του μέλλοντος αιώνος, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη. Μόνο με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος μπορούν να κατανοηθούν. Και τούτο πού ειπώ είναι ή νοητή όραση και κίνηση, πού είναι το ζητούμενο της προσευχής. Γι’ αυτό και μερικοί, πού είναι σ’ αυτά τα μέτρα, έχουν φτάσει ήδη στην τέλεια καθαρότητα. Και δεν υπάρχει γι’ αυτούς μια ώρα, που να μην προσεύχονται από μέσα τους. Και όταν τι Πνεύμα το άγιο, πού τους δίνει τη χάρη του, σκύψει για να τους δει, τους βρίσκει πάντοτε σε κατάσταση προσευχής και από αυτή την προσευχή τους βγάζει και τους οδηγεί στη θεωρία, ή οποία λέγεται πνευματική όραση. Δε χρειάζονται τότε ούτε προσευχή μεγάλης διάρκειας, ούτε πνευματική εργασία πού να το διακρίνει ιδιαίτερη στάση και τάξη. Αρκεί σ’ αυτούς ή μνήμη του Θεού, και αμέσως αιχμαλωτίζονται στην αγάπη του. Ωστόσο δεν παραμελούν και τη στάση της προσευχής πέρα για πέρα, και στέκονται όρθιοι τις ορισμένες ώρες της προσευχής, εκτός του χρόνοι της αδιάλειπτης προσευχής Παράδειγμα ό άγιος Αντώνιος, πού στεκόταν όρθιος στην προσευχή της ενάτης ώρας, και αισθάνθηκε ότι αρπάχτηκε ό νους του σε έκσταση. Άλλος πάλι από τους πατέρες, ενώ έκαμνε την καθιερωμένη προσευχή του, έχοντας την αρμόζουσα στάση και έχοντας απλωμένα τα χέρια του στο Θεό, ήρθε σε έκσταση για τέσσερις ημέρες. Και άλλοι πολλοί, την ώρα της προσευχής τους, από την πολλή ενθύμηση του Θεού και από την αγάπη του αιχμαλωτίζονταν και έφταναν σε έκσταση. Και αξιώνεται αυτή την έκσταση ό άνθρωπος, όταν αποβάλλει την εσωτερική και την εξωτερική αμαρτία του, με το να τηρεί τις εντολές του Κυρίου. Αυτές τις εντολές, εάν τις αγαπήσει και τις φυλάξει με υπακοή και με ακρίβεια, απαλλάσσεται εξάπαντος από τη δουλεία των ανθρωπίνων πραγμάτων, και λησμονεί όχι την ανθρώπινη φύση, αλλά τις ανάγκες της. είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο, πού μιμείται τον τρόπο της ζωής του νομοθέτη Χριστού και τηρεί τις εντολές του, να παραμένει στην αμαρτία. Γι’ αυτό και ό Κύριος υποσχέθηκε στο ευαγγέλιο ότι θα κατοικήσει σ’ αυτόν πού φυλάττει τις εντολές του (Ίω. 14, 23).


Όλες οί δεήσεις σε μια μόνο ευχή
Όταν προσεύχεσαι, πες αυτή την ευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, αξίωσε με να νεκρωθώ πραγματικά, και να μην έχω καμιά κοινωνία με τα μάταια πράγματα αυτού του κόσμου. Και να ξέρεις ότι σ’ αυτή την ευχή συμπύκνωσες όλες μαζί τις δεήσεις και τις ευχές. Αγωνίσου να πραγματοποιήσεις αύτη τη νέκρωση μέσα σου διότι εάν, κατά την ευχή, τελειώσεις, με τη βοήθεια του Θεού, και το έργο της νέκρωσης, βρίσκεσαι αληθινά στην ελευθερία του Χριστού.


Να εύχεσαι στο Θεό να σον δώσει φωτισμό
Να εύχεσαι στο Θεό να σου δώσει φωτισμό, ώστε να αισθανθείς την επιθυμία και τον πόθο του αγίου Πνεύματος. Διότι όταν σου έλθει αύτη ή αίσθηση και ή επιθυμία του Πνεύματος, τότε θα απομακρυνθείς από τον αμαρτωλό κόσμο, και ό αμαρτωλός κόσμος θα απομακρυνθεί από σένα. Αυτό είναι αδύνατο κάποιος να το αισθανθεί χωρίς ησυχία και άσκηση και χωρίς τη διδασκαλία πού διδασκόμαστε από την ορισμένη ανάγνωση αγίων βιβλίων. Χωρίς αυτά να μη ζητάς το φωτισμό του Θεού και τον πόθο του αγίου Πνεύματος

feature, σύρος

Τι σημαίνει να έχεις, ή να στερείσαι, τη θεία χάρη

 
Όταν αυξηθεί ή χάρη του Θεού στον άνθρωπο, τότε από τον πόθο της αρετής καταφρονεί το θάνατο, και βρίσκει πολλούς λόγους, στην ψυχή του, για να υποφέρει τις θλίψεις. Και όσα θεωρούνται βλαβερά για το σώμα, και επέρχονται ξαφνικά στην ανθρώπινη φύση, για να την κάνουν να υποφέρει, δεν τα λογαριάζει καθόλου, συγκρίνοντας τα με τα ελπιζόμενα αγαθά. Άλλωστε, δεν είναι δυνατό να γνωρίσει την αλήθεια χωρίς τους πειρασμούς πού παραχωρεί ό Θεός. Και αυτό το ξέρει καλά.


Όταν όμως ό άνθρωπος στερηθεί πολύ τη χάρη του Θεού, τότε όλα τα λυπηρά πού αναφέραμε βρίσκονται μπροστά του, και νομίζει ότι οί ανθρώπινες γνώσεις του, με τις όποιες εξετάζει τα πράγματα, είναι ανώτερες από την πίστη στο Θεό, και ότι ή εμπιστοσύνη στο Θεό σε τίποτε δε βοηθάει, και ότι ή πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο είναι ανύπαρκτη. Σε όλα αυτά, είναι μέσα οί πονηροί δαίμονες, πού τον ενεδρεύουν και του ρίχνουν τα βέλη τους, χωρίς να το καταλαβαίνει


Να επιμείνεις στην τήρηση των εντολών τον Θεού, κι ας μην έχεις αισθητή την πείρα της θείας χάρης


Εσύ να φυλάξεις τους κοινούς κανόνες της μοναχικής ζωής, για να λυτρωθείς από τις κοσμικές φροντίδες πού σε απομακρύνουν από τη θεωρία του Θεού. Εάν στο μεταξύ, προτού προλάβεις να λυτρωθείς, έρθει μέσα σου ή χάρη του Θεού, να το θεωρήσεις ότι είναι δώρο του Θεού, και όχι καρπός των κόπων σου. Αν δεν συμβεί αυτό, να ακολουθήσεις τον κοινό δρόμο όλων των ανθρώπων, τηρώντας τις εντολές του Θεού, όπως τις διδάχθηκες, και έτσι να ανεβείς ψηλά στον πνευματικό πύργο.

Αν πεθάνει ό άνθρωπος, έχοντας ζήσει με την ελπίδα να γνωρίσει αισθητώς τα μυστήρια του Θεού, και αν ακόμη δε δει αυτή τη γη της τελειότητας από κοντά, πιστεύω ότι θα κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού μαζί με τους αρχαίους δικαιους της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτοί είχαν την ελπίδα να φθάσουν την τελειότητα, αλλά δεν αξιώθηκαν να τη δουν, σύμφωνα με το λόγο του αποστόλου Παύλου (Έβρ. 11, 39).


Επειδή λοιπόν εργάσθηκαν την αρετή σ’ όλη τους τη ζωή, μέχρι πού κοιμήθηκαν, θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού. Και αν ακόμη ένας άνθρωπος δε γνώρισε αισθητώς τα μυστήρια του Θεού, παρά μόνο μέσα από καθρέφτη, και ήλπισε ότι θα τα απολαύσει από μακριά, και με αυτή την ελπίδα πέθανε, να ξέρεις ότι πήγε στον τόπο των αγίων πατέρων του. Και αν δεν αξιώθηκε σ’ αυτή τη ζωή την τέλεια χάρη του Θεού, όμως μπορούσε να αποκόψει τους πονηρούς λογισμούς, επειδή πάντοτε επικοινωνούσε μαζί της, και την είχε στη σκέψη του και την επιθυμούσε σ’ όλοι τη ζωή. Και επειδή με αυτή την ελπίδα ή καρδιά του ήταν γεμάτη από την ευσπλαχνία του Θεού φεύγει από τον κόσμο τούτο μαζί με τους δικαίους.


Όταν το άγιο Πνεύμα αρχίζει να σε επισκιάζει
Εάν βλέπεις, σε κάθε λογισμό πού κινείται στην ψυχή σου, και σε κάθε ενθύμηση, και στις πνευματικές σου ενατενίσεις την ώρα της ησυχίας σου, να γεμίζουν τα μάτια σου δάκρυα, και να βρέχουν τις παρειές σου, χωρίς εσύ να βιάζεις τον εαυτό σου, να ξέρεις ότι, σ’ αυτή την περίπτωση, άρχισε να ανοίγει ό φράχτης μπροστά σου, για να έρθει ή χάρη του Θεού και να καταστραφεί ό εχθρός.


Μπορεί πάλι, να βρίσκεις, από καιρού εις καιρόν, ότι βυθίζεται ό νους σου στην καρδιά σου, χωρίς εσύ να το επιδιώκεις κατά τη συνήθεια σου, και να διαμένει εκεί (ό νους σου) για κάποιο μικρό διάστημα. Μετά άπ’ αυτό, πράγμα πού είναι σύνηθες, μπορεί να βλέπεις τα μέλη του σώματος σου σαν να πέρασαν από μεγάλη αρρώστια, και να βασιλεύει ή ειρήνη του Θεού στους λογισμούς σου, και αυτό να κρατάει πολύ. Σ’ αυτή την περίπτωση, να ξέρεις ότι ή νεφέλη του αγίου Πνεύματος άρχισε να επισκιάζει τη σκηνή της καρδιάς σου.


Ή παντελής ανάθεση τον ανθρώπου στη θεία πρόνοια και ή ανταπόκριση της θείας Χάρης
Άμα ό άνθρωπος απορρίψει για τον εαυτό του κάθε αισθητή βοήθεια και κάθε ανθρώπινη ελπίδα, όπως συμβαίνει με τους ησυχαστές, και αφιερωθεί στο Θεό με εμπιστοσύνη και καθαρή καρδιά, αμέσως ακολουθεί ή θεία χάρη και του αποκαλύπτει τη δύναμη της βοηθώντας τον με πολλούς τρόπους. Πρώτα, πρώτα στα φανερά σωματικά προβλήματα, όπου του δείχνει εμφανώς τη δύναμη της πρόνοιας του Θεού γι’ αυτόν προσωπικά. Και καθώς βλέπει τη φανερή βοήθεια του Θεού, βεβαιώνεται και για τη μυστική βοήθεια του Θεού, όπως ταιριάζει στο ταπεινό και άκακο φρόνημα του και στη σεμνή διαγωγή του. Καταλαβαίνει δηλ. πώς τακτοποιούνται οι σωματικές του ανάγκες χωρίς κόπο, αφού δε φροντίζει καθόλου γι’ αυτές. Και ή θεία χάρη τον απαλλάσσει από πολλά δυσάρεστα και επικίνδυνα πολλές φορές, πράγματα, χωρίς αυτός να τα καταλαβαίνει. Όλα αυτά τα αποδιώχνει άπ’ αυτόν, ανεπαίσθητα, ή θεία χάρη, με θαυμαστό τρόπο, και τον σκεπάζει σαν την κλώσα, πού ανοίγει τα φτερά της και σκεπάζει τα κλωσσόπουλα, για να μην πάθουν κανένα κακό. Έτσι, του δείχνει (ή Θεία Χάρη), στα μυστικά μάτια της ψυχής του, πώς πλησίαζε ή απώλεια του, και φυλάχτηκε αβλαβής. Έτσι, τον γυμνάζει στα πνευματικά και του φανερώνει τις ενέδρες και τις μηχανές των κακών και ακατάληπτων λογισμών. Και τότε, εύκολα τους καταλαβαίνει, και παρακολουθεί πώς ό ένας διαδέχεται τον άλλο, και πώς παραπλανούν και εξαπατούν τον άνθρωπο, και σε ποιο λογισμό κολλάει ό νους, και πώς γεννιούνται ό ένας από τον άλλο, και εξολοθρεύουν την ψυχή. Και κάνει (ή Θεία Χάρη) καταγέλαστη στα πνευματικά του μάτια κάθε ενέδρα και παγίδα των δαιμόνων, και αποκαλύπτει πώς εξαφανίζονται οι κακοί λογισμοί τους, και του δίνει σοφία και σύνεση, ώστε να καταλαβαίνει Τι μέλλει να συμβεί. Ακόμη, ανατέλλει μέσα στην απλή καρδιά του ένα μυστικό φως, για να βλέπει τα πάντα, και τη δύναμη των λεπτών συλλογισμών, και του δείχνει φανερά Τι έμελλε να πάθει, αν δεν γνώριζε τις δαιμονικές πανουργίες. Και τότε γεννιέται μέσα του ή βεβαιότητα ότι για κάθε πράγμα, μικρό και μεγάλο, πρέπει να ζητούμε στην προσευχή μας τη βοήθεια του Δημιουργού μας.


Και όταν ή Θεία Χάρη στεριώσει το φρόνημα του, ώστε να εμπιστεύεται σε όλα, και ολοκληρωτικά, το Θεό, τότε αρχίζει να μπαίνει λίγο, λίγο στους πειρασμούς. Και παραχωρεί ό Θεός να σταλούν σ’ αυτόν πειρασμοί, όσους μπορεί να αντέξει και να αντιμετωπίσει. Και κατά τη διάρκεια αυτών των πειρασμών τον προσεγγίζει ή θεία βοήθεια κατά τρόπον αισθητό, για να ενθαρρυνθεί στον αγώνα του. Κι αυτό γίνεται, μέχρι να γυμνασθεί, ,σιγά, σιγά με τον καιρό, και αποκτήσει σοφία, και περιφρονήσει τους νοητούς εχθρούς με την πλήρη εμπιστοσύνη του στο Θεό. Χρειάζεται λοιπόν να αποκτήσει αυτή την πείρα, γιατί, αλλιώς, δεν μπορεί να αποκτήσει σοφία στους πνευματικούς πολέμους, και να γνωρίσει την πρόνοια και τη δύναμη του Θεού, και να στερεωθεί μυστικά στην πίστη του.


Τα χαρίσματα τον Θεού έρχονται μόνο στους απλούς και ταπεινούς, πού αγαπούν τις θλίψεις
Όποιος, χωρίς να είναι ανάγκη, έχει την τόλμη και παρακαλεί το Θεό επιθυμώντας να γίνουν μέσω αυτού θαυμάσια πράγματα, πού να δείχνουν τη δύναμη του Θεού, αυτόν τον πειράζει και τον περιγελά ό δαίμονας μέσα στο χώρο του νου του, γιατί δείχνει να καυχιέται, ενώ έχει αδύνατη συνείδηση. Τη βοήθεια του Θεού πρέπει να τη ζητούμε στις θλίψεις στις στενοχώριες. Χωρίς ανάγκη να εκ-πειράζουμε το Θεό είναι κίνδυνος για μας. Όποιος επιθυμεί κάτι τέτοιο δεν είναι πραγματικά δίκαιος και άνθρωπος του Θεού. Βέβαια, ό Κύριος έκαμε θαύματα και σημεία με πολλούς αγίους, αλλά όταν το θέλησε ό ίδιος. Ενώ, αν εσύ το επιθυμείς και είναι δικό σου θέλημα, χωρίς δηλ. να το επιβάλλει κάποια ανάγκη, πέφτεις από κει πού είσαι προφυλαγμένος με την ταπείνωση και γλιστράς από τη γνώση της αλήθειας του Θεού. Διότι, εάν -κατ’ οικονομία- εισακουσθεί ένα τέτοιο, παράλογο, αίτημα από το Θεό, βρίσκει αφορμή ό πονηρός άπ’ αυτό και βάζει τον αιτούντα σε μεγάλους μπελάδες. Οι αληθινά αφοσιωμένοι στο Θεό, όχι μόνο δεν επιθυμούν τέτοια πράγματα, αλλά και όταν τους δοθούν από το Θεό, δε θέλουν να τα δεχθούν γνωρίζοντας τους κινδύνους της υψηλοφροσύνης. Και δεν τα θέλουν όχι μόνο για να μη φαίνονται στους ανθρώπους ότι είναι σπουδαίοι, αλλά και για να αποφύγουν την κρυφή έπαρση της καρδίας.


Για παράδειγμα σας αναφέρω έναν από τους αγίους πατέρες, ό όποιος λόγω της καθαρής καρδιάς του, έλαβε από το άγιο Πνεύμα το χάρισμα να γνωρίζει από πιο μπροστά ποιοι έρχονται σ’ αυτόν. Αυτός ό γέροντας λοιπόν, ζήτησε από το Θεό, αφού προηγουμένως παρακάλεσε να προσευχηθούν και άλλοι άγιοι αδελφοί, να του πάρει το χάρισμα. Εάν, ωστόσο, κάποιοι άνθρωποι του Θεού δέχθηκαν χαρίσματα, τα δέχθηκαν είτε γιατί ή ανάγκη το επέβαλε, είτε γιατί ήταν απλοί και ταπεινοί, αλλά σε καμιά περίπτωση, έτσι, τυχαία!


Οί δίκαιοι και αληθινοί άνθρωποι τούτο πάντα έχουν στο νου τους: ότι δεν είναι άξιοι του Θεού και με τούτο δοκιμάζονται και αποδεικνύονται αληθινά παιδιά του Θεού, με το ότι δηλ. θεωρούν τον εαυτό τους ταλαίπωρο αμαρτωλό και ανάξιο της φροντίδας και της πρόνοιας του Θεού. Και αυτό το αίσθημα τους το εξομολογούνται και μέσα στην καρδιά τους, αλλά και μπροστά σε άλλους, με ταπείνωση βέβαια. Και αυτό γίνεται από τη σοφία πού τους χαρίζει το άγιο Πνεύμα, για να μην παύσουν να φροντίζουν για την πνευματική τους πρόοδο, και για να εργάζονται την αρετή ενόσω ζούνε. Την ανάπαυση τους από τους κόπους και από τις θλίψεις, ό Θεός τη φύλαξε για το μέλλοντα αιώνα. Και όσοι έγιναν ναός του Κυρίου, δεν επιθυμούν να ζουν τώρα εν αναπαύσει, και να απαλλαγούν από τις θλίψεις, αν και κατά καιρούς τους δίνεται κάποια παρηγοριά, με τρόπο μυστικό, για τους πνευματικούς κόπους τους. Εμείς, άγιε αδελφέ, ας εργασθούμε με την καρδιά μας τα έργα της μετάνοιας και της καθαρής πολιτείας, πού ευαρεστεί το Θεό, και τότε, τα χαρίσματα του Κυρίου, όπως ή υγεία, ή απάθεια, ή θεωρία, έρχονται από μόνα τους, χωρίς να τα ζητούμε, εάν φυσικά ή καρδιά μας γίνει καθαρή και αμόλυντη. Όμως τα υψηλά χαρίσματα του Θεού να μην τα ζητούμε και περιμένουμε πότε θα μας έρθουν, γιατί κάτι τέτοιο δεν το εγκρίνει ή Εκκλησία του Θεού. Και όσοι έλαβαν χαρίσματα με τέτοιο τρόπο, απέκτησαν υπερηφάνεια και εξέπεσαν από τη χάρη του Θεού. Να φέρεται κανείς με τέτοιο τρόπο δεν είναι σημείο ότι αγαπά το Θεό, αλλά αρρώστια ψυχής. Και πώς μπορούμε εμείς να ζητήσουμε τα υψηλά χαρίσματα του Θεού, τη στιγμή πού ό θείος απόστολος Παύλος καυχιέται για τις θλίψεις του, και θεωρεί την κοινωνία του στα παθήματα του Χριστού ότι είναι τα μεγάλα δώρα του Θεού;


Ή θεία Χάρη είναι καρπός της πίστης ή της εργασίας των εντολών, ή και των δύο
Για δύο λόγους δίνεται το χάρισμα της αποκάλυψης και της βίωσης της καινής κτιςης του Θεού. Άλλοτε δίνεται από τη χάρη του Θεού για τη θερμότητα της πίστης μας, και άλλοτε έρχεται ως καρπός της εργασίας των εντολών και της καθαρότητας της καρδίας. Στην πρώτη περίπτωση είναι οι μακάριοι Απόστολοι, οί όποιοι αξιώθηκαν να δουν την αποκάλυψη του Θεού, όχι γιατί καθάρισαν το νου τους με την εργασία των εντολών, αλλά γιατί είχαν θερμή πίστη. Διότι πίστεψαν στο Χριστό με απλότητα και τον ακολούθησαν χωρίς δισταγμό, με φλογερή καρδιά. Και όταν τελείωσε ό Χριστός το προσκυνητό έργο της θείας οικονομίας του, έστειλε σ’ αυτούς το Παράκλητο Πνεύμα, και τότε τους καθάρισε, και έκαμε το νου τους τέλειο, και νέκρωσε πραγματικά μέσα τους τον παλιό άνθρωπο των παθών, και τους έδωσε με τη θεϊκή ενέργεια την αιώνια ζωή και τους μετέβαλε σε καινό άνθρωπο του Πνεύματος, και αυτοί δέχθηκαν με τρόπο αισθητό και τα δύο, τη νέκρωση και τη ζωοποίηση. Με όμοιο τρόπο και ό μακάριος Παύλος ανακαινίσθηκε μυστικά και, έτσι, δέχθηκε την αποκάλυψη των μυστηρίων του Θεού. Όμως δεν είχε επαναπαυτεί σ’ αυτό. Δέχθηκε βέβαια εν ενεργεία τη χάρη και τη δωρεά της αποκάλυψης του Θεού, αλλά σ’ όλη του τη ζωή βάδιζε τον τραχύ αποστολικό δρόμο της θυσίας, για να ανταποκριθεί κατά το δυνατό στη χάρη πού αξιώθηκε, από τότε πού συνομίλησε μαζί του ό Κύριος σαν να ‘ταν οικείος του και τον έστειλε στη Δαμασκό.


Οι διάφορες τάξεις χαρισμάτων στο μέλλοντα αιώνα
Ό Σωτήρας και Κύριος μας, όταν μιλούσε για «πολλές μονές», εννοούσε τα διάφορα πνευματικά επίπεδα των ανθρώπων πού ζουν στο χώρο της ανάπαυσης του Θεού, δηλ. τις διακρίσεις και τις διαφορές των πνευματικών χαρισμάτων, στα όποια εντρυφούν ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση. Γιατί ό Κύριος δεν εννοούσε, λέγοντας «πολλές μονές», διάφορους τόπους, αλλά διάφορες τάξεις χαρισμάτων. Όπως γίνεται με τον αισθητό Ήλιο, πού ό καθένας μας τον χαίρεται και τον απολαμβάνει ανάλογα με την καθαρότητα και τη δύναμη των οφθαλμών του. Προσέξτε Τι γίνεται με το λυχνάρι μέσα σ’ ένα σπίτι. Ενώ το λυχνάρι είναι ένα, το φως του, χωρίς να μοιράζεται σε δυνατό και αδύνατο, δεν έχει σε όλα τα σημεία την ίδια δύναμη. Έτσι και στο μέλλοντα αιώνα, όλοι οι δίκαιοι κατοικούν στον ίδιο και αδιαίρετο χώρο, και ό καθένας, ανάλογα με την πνευματική του κατάσταση, φωτίζεται από τον ένα νοητό Ήλιο, το Χριστό και απολαμβάνει την ευφροσύνη, ενώ ζει με τους άλλους στον ίδιο αέρα, στον ίδιο τόπο, στο ίδιο κάθισμα, και βλέπει τα ίδια πράγματα και σχήματα. Και δε σκέφτεται την οπτική δύναμη του πλαϊνού του, ούτε του ανώτερου, ούτε του κατώτερου γιατί βλέποντας την ανώτερη χάρη του διπλανού του, συνειδητοποιεί το δικό του υστέρημα, και αυτό τον κάνει να λυπάται και να αδημονεί. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει εκεί, οπού δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε στεναγμός. Εκεί ό καθένας ευφραίνεται μέσα στην ψυχή του ανάλογα με τη χάρη της πνευματικής του κατάστασης. Ωστόσο, ή θεωρία των μυστηρίων του Θεού είναι μία, και ή χαρά πού νιώθουν όλοι είναι ίδια, γιατί λείπει ή σύγκριση. Άλλη κατάσταση, εκτός από τις δύο αυτές, δεν υπάρχει ανάμεσα τους. Ή μία είναι ή βασιλεία των ουρανών, και ή άλλη ή κόλαση.


Οι πειρασμοί είναι «φύλακες» των χαρισμάτων τον Θεού
Τα φυσικά ελαττώματα, όπως ή αδυναμία, ή μικροψυχία, ή αφυΐα, ή αμορφία, σε κείνους πού φυλάγουν τον εαυτό τους από τους πειρασμούς, γίνονται φύλακες της αρετής. Αν δεχθείς ένα χάρισμα χωρίς πειρασμό, θα σε οδηγήσει στην απώλεια. Αν εργάζεσαι το καλό ενώπιον του Θεού και σου δώσει ένα χάρισμα, παρακάλεσε τον με την καρδιά σου, να σου δώσει φωτισμό Τι να κάνεις για να ταπεινωθείς, ή να σου δώσει φύλακα να σε προστατεύει από την έπαρση, ή να σου το πάρει, για να μη γίνει πρόξενος απώλειας σου. Γιατί όλοι δεν μπορούν να φυλάξουν τον πλούτο του Θεού χωρίς να βλάφτουν οι ίδιοι.

feature, σύρος

Περί τυπολογικής και συμβολικής σημασίας της θεωρίας της Κυριακής και του Σαββάτου

Κυριακή είναι μυστήριο της αληθινής γνώσεως, το όποιο δεν αποκτάται μέσα στην σάρκα και το αίμα, διότι υπέρκειται των σκέψεων. Στον παρόντα αιώνα δεν υπάρχει ογδόη ούτε αληθινό Σάββατο. Εκείνος πού είπε, «έπαυσε το έργο του την εβδόμη ήμερα», εννοούσε την κατάπαυση του δρόμου της ζωής αυτής• διότι ό τάφος είναι σώμα και ανήκει στον κόσμο. Οι έξι ήμερες στην καλλιέργεια της ζωής τελειώνονται δια της φυλάξεως των εντολών, ή εβδόμη ολοκληρώνεται στον τάφο, και ή ογδόη με την έξοδο από αυτόν. Όπως οι άξιοι σ’ αυτόν τον κόσμο δέχονται τα μυστήρια της Κυριακής συμβολικός, και όχι την ίδια την ήμερα σωματικός, έτσι και οι αγωνιστές δέχονται τα μυστήρια του Σαββάτου παραβολικός, και όχι το ίδιο το Σάββατο αληθινά, πού σημαίνει κατάπαυση από κάθε θλιβερό και τελεία απαλλαγή από τα ενοχλητικά. Διότι ό Θεός μας έδωσε να ζούμε εδώ σε μυστήριο και όχι σε πραγματικότητα. Το αληθινό και ασύγκριτο Σάββατο είναι το μνήμα πού υποδεικνύει και επισημαίνει την τελεία κατάπαυση των θλίψεων από τα πάθη και από την ενέργεια πού αντιτίθεται σ’ αυτήν. Όλη ή ανθρωπινή υπόστασης αναπαύεται εκεί, και ή ψυχή και το σώμα.


Σε έξι ήμερες ολοκλήρωσε ό Θεός την σύσταση του κόσμου τούτου και συνέστησε τα στοιχεία και συνέδεσε την σύσταση τους με αεικίνητη κίνηση για την λειτουργία τους, και δεν θα σταματήσουν τον δρόμο τους πριν από την διάλυση τους. Και από την δύναμη αυτών, των αρχεγόνων δηλαδή στοιχείων, αποτελέστηκαν τα σώματα μας. ‘Αλλ’ ούτε σ’ αυτά έδωσε κατάπαυση της κινήσεως τους, ούτε στα δικά μας σώματα πού έγιναν από αυτά έδωσε να καταπαύσομε την εργασία. Έθεσε όμως σ’ εμάς όριο της καταπαύσεως, να ακολουθήσουμε την πρώτη μας συγγένεια, δηλαδή την κατάλυση της ζωής. Έτσι είπε στον Αδάμ• «με τον ίδρωτα του προσώπου σου θα φάγεις τον άρτο σου». Έως πότε; «Ως πού να επιστρέψεις στην γη από την οποία ελήφθης», ή οποία θα σου παραγάγει αγκάθια και τριβόλια, πού είναι μυστήρια της γεωργίας του βίου τούτου, όσο υπάρχει αυτός.


Επί πέντε χιλιάδες πεντακόσια χρόνια, και περισσότερα, άφησε τον Αδάμ να μοχθεί σ’ αυτήν την εργασία, διότι μέχρι τότε δεν είχε αποκαλυφθεί ή οδός των αγίων, όπως είπε ό θειος Απόστολος, αλλά κατά τις τελευταίες ήμερες επεδήμησε και παρήγγειλε στο αυτεξούσιο μας να μετάλλαξη ίδρωτα με ίδρωτα• πάντως δεν παρήγγειλε ανάπαυση, αλλά μεταλλαγή, διότι μας λυπήθηκε για την συνεχή κακοπάθειά μας επάνω στην γη. Αν λοιπόν παύσομε να ιδρώνομε σ’ αυτήν, τότε αναγκαστικά θα θερίσομε αγκάθια. Διότι ή εγκαταλείψεις του ίδρωτα της προσευχής σημαίνει καλλιέργεια της σωματικής γης πού παράγει εκ φύσεως αγκάθια. Στην πραγματικότητα τα πάθη είναι αγκάθια πού φυτρώνουν για μας από τον σπόρο μέσα στο σώμα. Όσον καιρό φέρομε την εικόνα του Αδάμ, κατ’ ανάγκη φέρομε και τα πάθη του. Είναι αδύνατο στην γη να παύση να παράγει βλαστούς κατά την φύση της. Τέκνο δε της φύσεως αυτής είναι ή γη των δικών μας σωμάτων, όπως βεβαιώνει ή μαρτυρία του Θεού «ή γη από την οποία ελήφθη»• Εκείνη παράγει αγκάθια, ενώ αυτή εδώ, ή λογική, πάθη.


Αν ό Κύριος ήταν για μας συμβολικός τύπος από κάθε άποψη του μυστηρίου, δηλαδή σε όλες τίς λεπτομέρειες της οικονομίας του, και μέχρι της ενάτης ώρας της Παρασκευής δεν σταμάτησε το έργο και τον μόχθο του (πράγμα πού είναι σύμβολο της εργασίας μας σε όλη μας την ζωή), ενώ το Σάββατο σταμάτησε στον τάφο, που είναι αυτοί πού λέγουν ότι υπάρχει Σάββατο στην παρούσα ζωή, δηλαδή κατάπαυσης από τα πάθη;


Το να μιλήσομε περί της Κυριακής είναι σπουδαίο πράγμα. Το Σάββατο μας είναι ή ήμερα της ταφής, όπου πραγματικά σαββατίζει ή φύσις μας. Επομένως είναι για μας ανάγκη να ξεριζώνομε από αυτήν τα αγκάθια, όσον καιρό αυτή υφίσταται. Από την επίπονη εργασία μας στην καλλιέργεια περιορίζονται τα αγκάθια, αν και δεν καθαρίζεται εντελώς απ’ αυτά ή γη. Και επειδή παρατηρείται το φαινόμενο κατά το όποιο από πρόσκαιρη ραθυμία ή μικρή αμέλεια τα αγκάθια πληθύνονται και καλύπτουν την επιφάνεια της γης, συμπνίγουν τον σπόρο σου και εξαφανίζουν τον κόπο σου, είναι αναγκαίο να την καθαρίζομαι καθημερινά. Διότι ή απ’ αυτό κατάπαυσης αυξάνει την παραγωγή αγκαθιών.


Είθε να καθαρισθούμε από αυτά με την χάρι του ομοουσίου και μονογενούς Υιού του Θεού, στον όποιο ανήκει ή δόξα μαζί με την άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα στους αιώνες.

Γένοιτο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ. Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

feature, σύρος

Καθαρή ψυχή – καθαρός λόγος

Όποιος έχει καθαρή ψυχή και αγνή διαγωγή, πάντοτε με σύνεση και προσοχή λαλεί τους λόγους του αγίου Πνεύματος, και συζητά κατά τα μέτρα της πίστης του για τα θεία και για τα δικά του ζητήματα. Αυτός όμως που έχει τσακισμένη την καρδιά του από τα πάθη, έχει και τη γλώσσα του κινούμενη απ’ αυτά. Και όταν μιλάει για πνευματικά θέματα, μιλάει με εμπάθεια και εγωισμό, για να υπερισχύσει στη συζήτηση. Έναν τέτοιο άνθρωπο ό σοφός τον καταλαβαίνει και μόνο που τον συναντά, και ό καθαρός τον οσφραίνεται από τη δυσοσμία του.


Άλλη είναι ή καθαρότητα τον νου και άλλη της καρδιάς


Άλλη είναι ή καθαρότητα του νου και άλλη της καρδίας. Ό νους είναι μία από τίς αισθήσεις της ψυχής, ενώ ή καρδιά περιέχει και εξουσιάζει τις εσωτερικές αισθήσεις. Ή καρδιά είναι ή ρίζα. Και αν ή Ρίζα είναι αγία, τότε και τα κλαδιά είναι αγία. Με άλλα λόγια, αν ή καρδιά καθαρισθεί από το κακό, είναι φανερό ότι είναι καθαρές και όλες οι εσωτερικές αισθήσεις. Ό νους, πάλι, αν ασχοληθεί επιμελώς με την ανάγνωση των θείων Γραφών, ή και μοχθήσει κάπως στις νηστείες, στις αγρυπνίες και στην ησυχία, θα λησμονήσει μεν την πρότερα του διαγωγή και θα γίνει καθαρός, εφόσον παύσει να κάνει παρέα με αισχρούς λογισμού όμως ή καθαρότητα του αυτή δε θα ‘ναι μόνιμη. Γιατί, όπως γρήγορα καθαρίζεται, έτσι και γρήγορα μολύνεται. Ή καρδιά όμως δεν είναι έτσι γιατί αυτή καθαρίζεται με πολλές θλίψεις και στερήσεις, και με τη διακοπή της επαφής με τίς αμαρτωλές ενέργειες των κοσμικών, και με την απονέκρωση του κοσμικού φρονήματος. Και άμα ή καρδιά γίνει καθαρή, δε μολύνεται εύκολα ή καθαρότητα της από τα μικρά κακά συναπαντήματα, ούτε φοβάται από τους μεγάλους και φανερούς και φοβερούς πολέμους με το διάβολο. Κι αυτό συμβαίνει, επειδή απέκτησε, έτσι να πούμε, δυνατό στομάχι, που μπορεί πολύ γρήγορα να χωνέψει κάθε τροφή, που δεν μπορούν να χωνέψουν οι άρρωστοι. Ώστε, όταν αποκτάμε την καθαρότητα γρήγορα, δηλ. σε λίγο χρόνο και με λίγο κόπο, γρήγορα και τη χάνουμε, και μολυνόμαστε πάλι. Ενώ ή καθαρότητα, που αποκτήσαμε με πολλές θλίψεις και σε μακρό χρόνο, δε φοβάται από καμιά προσβολή, γιατί ό Θεός τη δυναμώνει και τη στηρίζει. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Ή πνευματική δράση της καθαρής ψυχής


Οι ψυχές των ανθρώπων, όσο είναι μολυσμένες από την αμαρτία, και σκοτεινές από τα πάθη, δεν μπορούν να δουν ούτε ή μία την άλλη, ούτε τον εαυτό τους. Εάν όμως μετανοήσουν και γίνουν καθαρές και γίνουν όπως πλάσθηκαν από το Θεό κατά τη δημιουργία του κόσμου, τότε βλέπουν από μακριά και πολύ καθαρά τις τρεις τάξεις που αμέσως τώρα αναφέρω: δηλ. την τάξη των δαιμόνων, που είναι κατώτερη τους, την ανώτερη, των αγγέλων, και την ανθρώπινη, αφού οι ψυχές βλέπουν ή μια την άλλη. Και μη νομίσεις ότι αλλοιώνονται οί ψυχές, και ότι παίρνουν σωματική μορφή, και τότε μόνο μπορούν και βλέπουν είτε τους αγγέλους, είτε τους δαίμονες, είτε ή μια την άλλη, αλλά βλέπουν με την εξαγνισμένη φυσική τους ιδιότητα και σύμφωνα με τον πνευματικό νόμο του Θεού. Εσύ μπορεί να πεις ότι είναι αδύνατο οί ψυχές να δουν δαίμονα ή άγγελο, εάν πρώτα δεν αλλοιωθούν και δεν πάρουν άλλη μορφή. Σ’ αυτή την περίπτωση όμως, δε θα βλέπει ή ψυχή, αλλά το σώμα. Και αν είναι έτσι, για ποιο λόγο να καθαρισθεί ή ψυχή από τα πάθη και τίς αμαρτίες; Βέβαια, και σ’ αυτούς που έχουν ακάθαρτη ψυχή παρουσιάζονται κάποτε οί δαίμονες ή και οί άγγελοι, αλλά τους βλέπουν τότε με τους σωματικούς οφθαλμούς, όταν φυσικά είναι ανάγκη να τους δούνε, όντας ακάθαρτοι. Όμως ή ψυχή που έγινε καθαρή, βλέπει με τρόπο πνευματικό, με το διορατικό και νοερό οφθαλμό της εξαγνισμένης φύσης της. Και ότι οί ψυχές βλέπουν ή μια την άλλη, όντας μέσα στο σώμα τους, μην απορήσεις. Διότι θα σου φέρω μια αναμφισβήτητη απόδειξη παρουσιάζοντας σου έναν αξιόπιστο μάρτυρα, το μακάριο Μέγα Αθανάσιο. Αυτός λοιπόν είπε στο βιβλίο που έγραψε για το Μέγα Αντώνιο, ότι κάποτε ό Μέγας Αντώνιος, ενώ προσευχόταν, είδε την ψυχή ενός άνθρωπου, που ανέβαινε στους ουρανούς με μεγάλη τιμή, και μακάρισε αυτόν που αξιώθηκε να έχει τέτοια δόξα. Αυτή ή ψυχή ήταν του μακάριου Αμμούν από την έρημο της Νιτρίας. Το όρος εκείνο, στο όποιο ζούσε ό άγιος Αντώνιος απείχε από τη Νιτρία μια απόσταση δεκατριών ήμερων. Από το παράδειγμα αυτό έχει αποδειχθεί ότι, κι αν ακόμη βρίσκονται σε απόσταση αναμεταξύ τους οί τρεις πνευματικές τάξεις που αναφέραμε, όμως οί πνευματικές τους φύσεις βλέπουν ή μια την άλλη. Με όμοιο τρόπο, λοιπόν, και οί ψυχές, όταν γίνουν καθαρές, δε βλέπουν με τα σωματικά μάτια, αλλά με τα πνευματικά. Διότι με τη σωματική δράση βλέπουμε αυτά που είναι φανερά και κοντά μας. Αυτά που είναι μακριά και δε φαίνονται χρειάζονται την πνευματική δράση. .


Το φως της αγίας Τριάδας λάμπει στην καθαρή ψυχή


. Όπως στην ησυχία και στη γαλήνη της αισθητής θάλασσας κινείται και κολυμβά το δελφίνι, έτσι στην από θυμό και οργή ήσυχη και γαλήνια θάλασσα της καρδιάς κινούνται πάντοτε τα μυστήρια και οί θείες αποκαλύψεις, πράγμα που κάνει την καρδιά να ευφραίνεται.
Όποιος θέλει να δει τον Κύριο μέσα του, κάνει σχέδια πώς να καθαρίσει την καρδιά του με την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Και έτσι, με τους φωτεινούς οφθαλμούς της διάνοιας του θα βλέπει πάντοτε τον Κύριο. Ό,τι συμβαίνει στο ψάρι που βγαίνει από τη θάλασσα, το ίδιο συμβαίνει και στο νου, που φεύγει από τη μνήμη του Θεού και περιπλανιέται στις ενθυμήσεις του κόσμου. Όσο ό άνθρωπος απομακρύνεται από την επικοινωνία με τους ανθρώπους, τόσο ό Θεός τον αξιώνει να έχει με την προσευχή και με το νου του παρρησία ενώπιον του. Και όσο ξεκόβει από την παρηγοριά που δίνει αυτός ό κόσμος, τόσο και αξιώνεται να χαίρεται τη χαρά του Θεού εν Πνεύματι Αγίω.
Ό τόπος της νοητής χαράς του Θεού είναι ή ψυχή του καθαρού και ό ήλιος που λάμπει μέσα του είναι το φως της αγίας Τριάδας και ό αέρας που αναπνέουν οί λογισμοί που ενοικούν μέσα του, είναι το παράκλητο και πανάγιο Πνεύμα, συγκάθεδροι δε αυτού είναι οι άγιοι και ασώματοι “Άγγελοι” και ή ζωή και ή χαρά και ή ευφροσύνη των αγίων Αγγέλων είναι ό ίδιος ό Χριστός, το αληθινό φως, που γεννήθηκε από το φως του Θεού. Ό καθαρός άνθρωπος συνεχώς ευφραίνεται με τίς θεϊκές εμπειρίες της ψυχής του, και θαυμάζει το κάλλος της, που είναι λαμπερό εκατό φορές περισσότερο από τον ήλιο. Αύτη ή ψυχή του καθαρού είναι ή νέα Ιερουσαλήμ, και ή βασιλεία του Θεού, που είναι κρυμμένη μέσα μας κατά το λόγο του Κυρίου. Αυτή ή καθαρότητα είναι ή νεφέλη της δόξας του Θεού, στην οποία θα εισέλθουν μόνο όσοι έχουν καθαρή καρδιά, για να δουν το πρόσωπο του Κυρίου, και θα φωτισθεί ό νους τους με την ακτίνα του θείου φωτός.


Ή διατήρηση της ψυχικής καθαρότητας


Ένας ευφυής και πολύ σοφός γέροντας μου είπε: Με άνθρωπο που αγαπάει τη φιλονικία και θέλει σώνει και καλά να επιβάλει τη γνώμη του που έχει πονηρή σκέψη και είναι αδιάντροπος στις αισθήσεις του, όπως στην δράση και στην ακοή, (με τέτοιον άνθρωπο) να μην έχεις καμιά δοσοληψία, για να μη χάσεις την ψυχική σου καθαρότητα, που απέκτησες με πολύ κόπο, και για να μη γεμίσεις την καρδία σου με σκοτάδι και ταραχή.

 

feature, σύρος

Οι αιτίες των λογισμών

Ή κίνηση των λογισμών στον άνθρωπο σε τέσσερις αιτίες οφείλεται. Πρώτη αιτία είναι το φυσικό θέλημα του σώματος (της σαρκός) δεύτερη είναι ή φαντασία πού προκαλούν τα αισθητά πράγματα του κόσμου, πού ακούμε και βλέπουμε τρίτη είναι οι εμπειρίες πού είχαμε στη ζωή μας και τα παραστρατήματα της ψυχής, πού τριγυρίζουν στο νου μας, και τέταρτη, οί προσβολές των δαιμόνων, πού εκμεταλλεύονται τις παραπάνω τρεις αιτίες και μας πολεμούν να μας ρίξουν σε όλα τα πάθη. Γι’ αυτό ό άνθρωπος, μέχρι να πεθάνει, δεν μπορεί να είναι χωρίς πειρασμούς και χωρίς πόλεμο. Σκέψου τώρα και κρίνε: Προτού να φύγει ό άνθρωπος άπ’ αυτή τη ζωή, είναι ενδεχόμενο να καταργηθεί μία από τις τέσσερις αυτές αιτίες; και ακόμη: Είναι δυνατό, το σώμα μας να μην αναγκασθεί να επιθυμήσει κάποιο από τα κοσμικά πράγματα; Εάν λοιπόν είναι παράλογο να σκεφθούμε κάτι τέτοιο για το σώμα μας, μια και ή ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη από τα πράγματα του κόσμου, είναι επόμενο ότι τα πάθη παίρνουν αφορμές και δουλεύουν σε κάθε ζωντανό άνθρωπο, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει. Γι’ αυτό είναι ανάγκη κάθε άνθρωπος να προφυλάγεται μήπως και πέσει όχι σε ένα μόνο πάθος, πού τον πολιορκεί συνεχώς, ούτε σε δύο, αλλά και σε περισσότερα, επειδή φοράει αδύνατο σώμα. Όσοι νίκησαν τα πάθη με την άσκηση στις αρετές, αν και ενοχλούνται από τους λογισμούς και από τις προσβολές των τεσσάρων αιτιών πού αναφέραμε, παραμένουν ανίκητοι. Κι αυτό, γιατί έχουν μέσα τους τη δύναμη του Θεού και αρπάζεται ό νους τους σε μνήμες άγιες και θεϊκές.


Ή μελέτη της θείας Γραφής εξαφανίζει τους κακούς λογισμούς


Τίποτε δεν είναι τόσο ισχυρό να αποβάλει τις εμπειρίες και τις μνήμες της παλιάς ακόλαστης ζωής, και να διώξει τις ενθυμήσεις πού κινούνται και διεγείρονται μέσα στη σάρκα, και προκαλούν ταραχώδη σαρκική φλόγωση, όσο είναι το να βυθισθούμε ολόκληροι μέσα στον πόθο της μελέτης της θείας Γραφής, και να αναζητούμε να εννοήσουμε τα βαθιά νοήματα της. Όταν οί λογισμοί του άνθρωπου εμποτιστούν από την ηδονή της επίμονης μελέτης της σοφίας του Θεού στη θεία Γραφή, με τέτοια αφοσίωση, πού να στύβει τους λόγους του Θεού, για να του φανερωθούν τα θεία νοήματα τους, ε, τότε, ό άνθρωπος αφήνει πίσω του το μάταιο κόσμο, λησμονεί ότι υπάρχει σ’ αυτόν, και εξαλείφει από την ψυχή του όλες τις αμαρτωλές ενθυμήσεις της συσσωμάτωσης με τον κόσμο πολλές φορές μάλιστα, εξαφανίζει και τους συνήθεις λογισμούς, πού έχουν σχέση με τις σωματικές μας ανάγκες και αναπαύουν τη φύση μας. Και τότε ή ψυχή διαμένει σε έκσταση μέσα στα καινούρια συναπαντήματα στη θάλασσα των μυστηρίων του Θεού. Και πάλι, όταν ό νους μας κολυμπά στη θάλασσα των θείων Γραφών και δεν μπορεί να διεισδύσει στα βαθιά νοήματα τους, ώστε να κατανοήσει όλους τους θησαυρούς πού είναι κρυμμένοι στα βαθιά νερά τους, μας είναι αρκετή και μόνο ή με πόθο μελέτη του λόγου του Θεού, για να δέσουμε σφιχτά τους λογισμούς μας και να τους υποτάξουμε σε ένα μόνο, θαυμάσιο και άγιο λογισμό, για να μην είναι ελεύθεροι και τρέχουν κατά τα σαρκικά μας θελήματα, όπως είπε ένας θεοφόρος άγιος.


Ποιος μοναχός έχει αναπαυμένο λογισμό


Ό μοναχός πού εξολοκλήρου αφιέρωσε τον εαυτό του στο Θεό, ζει με αναπαυμένο το λογισμό του. Χωρίς την αρετή της ακτημοσύνης δεν μπορεί , ή ψυχή να ελευθερωθεί από την ταραχή των λογισμών και έξω από την ησυχία των σωματικών αισθήσεων, δεν μπορεί να νιώσει την ειρήνη του νου.


Πώς να αποδιώκεις τους ύπουλους λογισμούς


Ό άνθρωπος δεν πρέπει να αντιλέγει στους λογισμούς πού σπέρνει μέσα μας ύπουλα ό εχθρός, αλλά να τους αποδιώκει ικετεύοντας το Θεό να τον βοηθήσει. Αν κάνει αυτό, είναι σημάδι ότι ό νους του βρήκε τη σοφία πού δίνει ή χάρη του Θεού, και ότι ή αληθινή του φρόνηση τον ελευθέρωσε από πολλούς κόπους, πού θα είχε με το διάβολο. Ακολουθώντας, λοιπόν, αυτό το σύντομο δρόμο αποφεύγει την πολλή περιπλάνηση του στο μεγάλο και δύσκολο δρόμο. Διότι δεν έχουμε τη δύναμη, σε κάθε περίσταση, να φέρνουμε λογικές αντιρρήσεις στους ενάντιους λογισμούς, για να τους σταματήσουμε, αλλά πολλές φορές μας πληγώνουν και δεν μπορούμε να θεραπευθούμε, για πολύ καιρό. Οι δαίμονες έχουν πείρα έξι χιλιάδων χρόνων -από τότε δηλ. πού εξέπεσαν από την αγγελική τους τάξη- και συ τώρα προσπαθείς να φιλονικήσεις μαζί τους, ελπίζοντας ότι θα τους νικήσεις; Αντίθετα, αν πέσεις στα δίχτυα τους και αρχίσεις να τους αντιμιλάς, θα ετοιμασθούν να σε πληγώσουν σε τέτοιο βαθμό, πού να μην αντέχει ή μικρή σοφία και φρόνηση σου. Άλλα κι αν ακόμη καταφέρεις και τους νικήσεις -ας κάνουμε κι αυτή την υπόθεση- ή βρόμα των λογισμών τους θα μολύνει το νου σου, και ή δυσωδία τους θα μείνει για πολύ καιρό στην όσφρηση σου. Καλύτερα λοιπόν, με τον πρώτο τρόπο, δηλ. καταφεύγοντας στο έλεος του Θεού, να ελευθερωθείς με δέος από όλα ταύτα, διότι άλλη βοήθεια σαν του Θεού δεν έχουμε.


Όταν πέσει μέσα σου ό σπόρος κάποιου πονηρού λογισμού, πού έχει σχέση με μακρινές εικόνες και πραγματικότητες, είτε με εμπειρίες σου από το παρελθόν, και συνεχώς παρουσιάζεται ό λογισμός αυτός στο νου σου, να ξέρεις ότι ό διάβολος σου έχει κρύψει παγίδα. Σ’ αυτή την περίπτωση κράτα τον εαυτό σου σε εγρήγορση και προσοχή. Αν πάλι είναι κάποιος λογισμός από τους δεξιούς και αγαθούς, να ξέρεις ότι ό Θεός θέλει να σου δώσει έναν καλύτερο τρόπο ζωής, και γι’ αυτό ή κίνηση του λογισμού είναι ασυνήθης για σένα. Εάν όμως ό λογισμός πού έρχεται είναι σκοτεινός και είσαι διστακτικός απέναντι του, γιατί δεν μπορείς να τον διακρίνεις καθαρά, αν δηλ. είναι δικός σου, ή κλέφτης, ή βοηθός, ή σου στήνει καμιά ενέδρα μόλο πού σου παρουσιάζεται με αγαθή μορφή, τότε να ετοιμασθείς να μην τον αντιμετωπίσεις με εκτενή και έμπονη προσευχή, νύχτα και μέρα, και με πολλή αγρυπνία. Αυτό τον αμφίβολο λογισμό μην τον αποδιώξεις, μήτε να συμφωνήσεις μαζί του, αλλά κάνε με ζήλο θερμή προσευχή, για να ξεκαθαρίσει το πράγμα. Και μη σταματήσεις να επικαλείσαι τον Κύριο, γιατί αυτός θα σου φανερώσει από που είναι ό λογισμός.

feature, σύρος

Τα ονόματα των παθών

Όταν θέλουμε να ονομάσουμε όλα τα πάθη μαζί, τα λέμε «κόσμο». Και όταν θέλουμε να ξεχωρίσουμε και να δώσουμε στο καθένα το όνομά του, τα ονομάζουμε «πάθη». Και τα πάθη, καθώς διαδέχονται το ένα το άλλο, σχηματίζουν το δρόμο του κόσμου, και οπού τελειώνουν τα πάθη, εκεί παύει να υπάρχει ό δρόμος του κόσμου.


Τα πάθη είναι τα εξής:
Ό πόθος του πλούτου το να μαζεύει ό μοναχός γήινα και μη αναγκαία πράγματα
Η τρυφή του σώματος, από την οποία έρχεται το πορνικό πάθος.
Ο πόθος της τιμής, από τον όποιο προκύπτει ό φθόνος.
Ο πόθος της εξουσίας, ή φιλαρχία.
Ο στολισμός και ή ανόητη επίδειξη .
Η ανθρώπινη δόξα, πού είναι αιτία της μνησικακίας.
Ο φόβος ότι θα πάθει κάτι κακό το σώμα μας.


Όπου πάψει ή ενέργεια των παθών, εκεί πεθαίνει μαζί τους και ό κόσμος. Είπε κάποιος σοφός για τους αγίους, ότι όταν ζούσαν, ήταν ήδη πεθαμένοι διότι, ενώ ζούσαν με το σώμα τους, δε ζούσαν ζωή σαρκική. Και συ πρόσεξε να δεις ποια πάθη ζούνε μέσα σου, για να καταλάβεις πόσο ανήκεις στον κόσμο και για ποια πάθη είσαι δεμένος μαζί του και από ποια ελευθερώθηκες. Με δυο λόγια, κόσμος είναι ή εμπαθής ζωή και το σαρκικό φρόνημα Όποιος απαλλαγεί από τα πάθη του, έχει εξέλθει από τον κόσμο.


Τα πάθη δε σβήνουν γρήγορα
Όταν ή ζωή σου περάσει από την αρετή στην αμέλεια, τα πάθη θα σε ενοχλούν και δε θα βρίσκεις ειρήνη στην ψυχή σου. Άλλα μην απορήσεις γι’ αυτό. Κοίταξε τι συμβαίνει με το έδαφος. Εάν οι ακτίνες του ήλιου πέσουν βαθιά μέσα στη γη, μετά από πολλή ώρα διατηρείται ακόμη ή θερμότητα της. Το ίδιο και με τα φάρμακα και με το μύρο. Ή οσμή των φαρμάκων και ή ευωδία του μύρου, πού διαχέεται στον αέρα, παραμένει πολλή ώρα, μέχρι να σκορπίσει και να εξαφανισθεί. Πόσο μάλλον το ίδιο συμβαίνει και με τα πάθη! Γιατί αυτά είναι σαν τα σκυλιά, πού συνήθισαν να γλύφουν το αίμα των ζώων στο σφαγείο και, όταν δεν υπάρχει πια αίμα, συνεχίζουν και γαβγίζουν μπροστά στις εισόδους του σφαγείου, μέχρι να σβήσει ή δύναμη της συνήθειας τους.


Δε θέλομε τα πάθη, αλλά… αγαπάμε τις αφορμές τους
τι γλυκές πού είναι οι αιτίες και οι αφορμές των παθών! Γιατί ό άνθρωπος μπορεί κάποτε να κόψει τα πάθη, οπότε, μακριά απ’ αυτά, αισθάνεται γαλήνη και ευφροσύνη, όμως δεν μπορεί να αφήσει τις αιτίες. Γι’ αυτό και, χωρίς να το θέλουμε, υφιστάμεθα πειρασμούς. Και ενώ λυπούμαστε για τα πάθη, πού μας τυραννούν, μας αρέσει να είναι μέσα μας οι αφορμές! Τις αμαρτίες δεν τις θέλουμε, όμως τα αίτια και τις αφορμές τους τα δεχόμαστε με μεγάλη ευχαρίστηση. Γι’ αυτό το λόγο οι αφορμές, πού τις θέλουμε, μας σπρώχνουν να αμαρτήσουμε. Αυτός, λοιπόν, πού αγαπά τις αφορμές των παθών, είναι, χωρίς να το θέλει, υποχείριος και υπόδουλος στα πάθη.


Ή κενοδοξία ανοίγει το δρόμο των παθών


Ή κοσμική δόξα είναι σαν το βράχο στη θάλασσα, πού τον σκεπάζουν τα νερά, και ό πλοίαρχος δεν το ξέρει, μέχρι να χτυπήσει ή καρίνα του πλοίου και να βυθισθεί. Έτσι κάνει και ή κενοδοξία στον άνθρωπο, πού παραμένει κρυμμένη μέχρι να τον βυθίσει στα πάθη και να τον καταστρέψει. Είπαν γι’ αυτήν οί άγιοι Πατέρες, ότι στην ψυχή πού πέφτει στην κενοδοξία, ξαναγυρίζουν όλα τα πάθη, πού νικήθηκαν με τη χάρη του Θεού, και αναχώρησαν.


Πώς εξουσιάζονται τα πάθη
Όποιος συγκρατεί τη γλώσσα του και δε μιλάει, σε όλους τους τρόπους του θα είναι ταπεινόφρων και, χωρίς να κοπιάσει, θα εξουσιάσει τα πάθη του. Τα πάθη εκριζώνονται και εκδιώκονται με την αδιάλειπτη μελέτη του Θεού, και αυτή ή μελέτη είναι το ξίφος πού τα θανατώνει.


Είναι καλύτερο να καταβάλλεις τα πάθη με καλούς λογισμούς, μνημονεύοντας τις αρετές, παρά με την αντίσταση. Διότι τα πάθη, όταν διεγερθούν και κινηθούν εναντίον σου για να σε πολεμήσουν, τότε εντυπώνουν στο νου σου διάφορα σχήματα και εικόνες, πού προκαλούν στην αμαρτία Αυτός ό πόλεμος εναντίον του νου μας έχει πολύ μεγάλη δύναμη, καθώς ταράζει τις παλιές μνήμες και μας θορυβεί. Εάν όμως, πάνω στην επίθεση τους, τους υποσκάπτεις με αγαθούς λογισμούς, όπως είπαμε, τότε ούτε ίχνος παθών δε φαίνεται πια στο νου σου, μετά την αποδίωξή τους.


Κανένας δεν μπορεί να νικήσει τα πάθη παρά με τις πρακτικές και αισθητές αρετές, ενώ το διασκορπισμό του νου μπορούμε να τον νικήσουμε μόνο με το να καταγινόμαστε με τα πνευματικά. Γιατί ό νους μας είναι ελαφρός και, αν δε δεσμευθεί με κάποιο πνευματικό λογισμό, δε θα πάψει να τριγυρίζει εδώ κι εκεί. Και άμα δεν κατορθώσουμε τις πρακτικές αρετές, δεν μπορούμε να φυλαχτούμε από τα πάθη. Γιατί, αν δε νικήσει κάποιος τους εχθρούς, δεν μπορεί να ειρηνεύσει. Και αν ή ειρήνη δε βασιλεύει στην ψυχή μας, πώς είναι δυνατό να βρούμε και να χαρούμε τα αγαθά της; Τα πάθη είναι ένα διάφραγμα, πού δεν αφήνει να ενεργοποιηθούν οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Αν λοιπόν, δεν πέσουν πρώτα αυτά με τις φανερές αρετές, δε γίνονται αισθητές οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Και βέβαια, κανείς δεν μπορεί, ενώ είναι έξω από το τείχος, να συναναστραφεί με αυτούς πού είναι μέσα. Και όπως δεν μπορείς να δεις τον ήλιο μέσα στην ομίχλη, έτσι δεν μπορείς να αισθανθείς τη δύναμη της αρετής της ψυχής, ενόσω διαμένει γύρω της ή ταραχή των παθών.


Όπως ένας άνθρωπος, άμα πιει κρασί την ημέρα του πένθους, μεθάει και ξεχνάει κάθε λύπη και κάθε πόνο έτσι και εκείνος πού μεθάει από την αγάπη του Θεού σ’ αυτό τον κόσμο, πού είναι το σπίτι του πένθους και του κλάματος, ξεχνάει όλους τους πόνους και τις λύπες του και γίνεται, από το μεθύσι αναίσθητος σε όλα τα πάθη της αμαρτίας. Αν ή καρδιά ενός ανθρώπου έχει στηριχθεί μόνο στην ελπίδα του Θεού, ή ψυχή του γίνεται ελαφρά σαν το πουλί πού πετάει, και συνεχώς ό νους του υψώνεται από τη γη και, καθώς μελετάει τα θεία, πετάει πάνω από τα ανθρώπινα, και απολαμβάνει και ευφραίνεται με τα αθάνατα μυστήρια του Υψίστου. Σ’ αυτόν ανήκει ή δόξα και ή δύναμη εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

Ό έμπορος πού ταξιδεύει στη θάλασσα, φοβάται και τρέμει μήπως σηκωθεί τρικυμία και βυθισθεί ή ελπίδα των κόπων του. Και ό μοναχός, όσο ζει σ’ αυτό τον κόσμο, κυριαρχείται από το φόβο, μήπως ξυπνήσει εναντίον του ή τρικυμία των παθών, και χάσει όλους τους κόπους του, από τα νιάτα του ως τα γηρατειά του. Ό έμπορος έχει στραμμένο το βλέμμα του στη στεριά, και ό μοναχός στην ώρα του θανάτου.


Ό καπετάνιος βλέπει τα άστρα, όταν διαπλέει τη θάλασσα, και κατευθύνει το καράβι ανάλογα με τη θέση των άστρων, μέχρι να φθάσει στο λιμάνι. Έτσι και ό μοναχός έχει μπροστά στα μάτια της ψυχής του την ευχή, διότι με αυτήν διορθώνει την πορεία του, και κατευθύνεται ίσια στο λιμάνι πού προσεύχεται να φθάσει.


Επίμονο ξερίζωμα των αγκαθιών
Είναι για μας επιτακτική ανάγκη να ξεριζώσουμε από τη φύση μας τα αγκάθια των παθών, όσο ζούμε σ’ αυτή τη γη. Με το επίμονο ξερίζωμα στο Χωράφι της ψυχής μας, εξαφανίζονται τα αγκάθια γιατί δεν έχει καθαρισθεί ακόμη εξολοκλήρου. Εάν λοιπόν, με την προσωρινή μας ραθυμία, ή με τη μικρή μας αμέλεια, βρίσκουν καιρό και αυξάνουν τα αγκάθια των παθών, και καλύπτουν και πιέζουν την καρδιά, και αποπνίγουν τον καλό σπόρο της, και κάνουν τον κόπο μας να πάει χαμένος, συμπεραίνουμε ότι πρέπει να την καθαρίζουμε κάθε μέρα πού περνάει. Γιατί, άμα σταματήσουμε, τα αγκάθια πληθαίνουν πολύ. Ας καθαρισθούμε, λοιπόν, απ’ αυτά με τη χάρη του ομοουσίου και μονογενούς Υιού του Θεού, στον όποιο ανήκει ή δόξα, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, εις τους αιώνας.

Τα πάθη διορθώνονται με σωματικούς κόπους στην ησυχία
Να ξέρεις, αδελφέ μου, ότι τα κρυμμένα πάθη στην ψυχή μας δε διορθώνονται μόνο με τους σωματικούς κόπους μας, ούτε πάλι οι σωματικοί κόποι από μόνοι τους εμποδίζουν τους κακούς λογισμούς, πού διεγείρονται πάντοτε από τις αισθήσεις μας. Οι κόποι, βέβαια, φυλάγουν τον άνθρωπο από τις πονηρές επιθυμίες, για να μην τον νικήσουν, και από τη δαιμονική πλάνη, όμως δεν μπορούν από μόνοι τους να δώσουν στην ψυχή την ειρήνη και τη γαλήνη. Γιατί τα έργα του Θεού και οί κόποι μας τότε μόνο παρέχουν στην ψυχή την απάθεια, και νεκρώνουν τα γήινα μέλη μας, και μας χαρίζουν την ανάπαυση των λογισμών, όταν γίνονται στην ησυχία, οπότε οί σωματικές μας αισθήσεις αναπαύονται από την εξωτερική ταραχή και μπορούμε να αφοσιωθούμε, για κάποιο διάστημα, στην εργασία πού μας οδηγεί στη σοφία του Θεού. Γιατί, μέχρι να στερηθεί ό μοναχός τις συναντήσεις των διαφόρων ανθρώπων, και να συμμαζέψει τους σκόρπιους λογισμούς του, και να συγκεντρωθεί στον εαυτό του, δε θα μπορέσει να γνωρίσει το πάθος πού τον κυβερνάει. Γιατί, όπως είπε ό άγιος Βασίλειος, ή ησυχία είναι ή αρχή της κάθαρσης της ψυχής. Όταν δηλ. σταματήσουν οί ερεθισμοί και οί περισπασμοί από τον έξω κόσμο, τότε ή διάνοια μας επιστρέφει, και από κει πού ήταν σκόρπια από τους περισπασμούς, βρίσκεται μόνη της και ηρεμεί, και ξυπνάει ή καρδιά, για να εξερευνήσει τα θαυμάσια του Θεού. Και αν δείξει καλή υπομονή σ’ αύτη την εργασία της ησυχίας, αρχίζει ό μοναχός και οδεύει, ολίγον κατ’ ολίγον, στην καθαρότητα της ψυχής.


τι είναι απάθεια
Απάθεια είναι όχι το να μην αισθάνεσαι τα πάθη, αλλά το να μην τα δέχεσαι και να μη συγκατατίθεσαι σ’ αυτά. Από τις πολλές και διάφορες αρετές, τις φανερές και τις κρυφές, πού αποκτούν οί αγωνιστές, εξασθενούν μέσα τους τα πάθη και δεν έχουν τη δύναμη να κινηθούν κατά της ψυχής. Έτσι, και ό νους δε χρειάζεται πάντοτε να προσέχει τις κινήσεις τους διότι κάθε ώρα και στιγμή, νύχτα και μέρα, είναι γεμάτος από καλούς λογισμούς, αφού μελετά τα θεία νοήματα και, κατά κάποιον τρόπο, συνομιλεί με αυτά. Όταν, λοιπόν, αρχίσουν τα πάθη να κινούνται μέσα στους αγωνιστές, ξαφνικά αρπάζεται ό νους από αυτά τα θεία νοήματα, πού τα αισθάνεται πολύ κοντά του, και έτσι, τα πάθη μένουν aνενέργητα, όπως είπε ό μακάριος Μάρκος ό ασκητής.


Ή ψυχή από τη φύση της είναι απαθής
Λοιπόν, τα πάθη είναι προσθήκη στον άνθρωπο, και ή αιτία για την ύπαρξη τους είναι ότι τα δέχεται ή ψυχή διότι ή ψυχή δημιουργήθηκε από το Θεό απαθής, χωρίς κανένα πάθος. Και όταν ακούσεις να ονομάζονται στην αγία Γραφή πάθη ψυχικά και σωματικά, να γνωρίζεις ότι ονομάζονται έτσι ως προς τις αιτίες τους, ότι δηλ. ή ψυχή και το σώμα είναι ή αιτία των παθών, επειδή τα δέχονται. Ή ψυχή, λοιπόν, από τη φύση της είναι απαθής. Βέβαια, οι μη χριστιανοί φιλόσοφοι αυτό δεν το παραδέχονται, και όσοι άλλοι τους ακούν και τους ακολουθούν. Άλλα εμείς οί ορθόδοξοι έτσι πιστεύουμε, ότι ό Θεός τον «κατ’ εικόνα» άνθρωπο τον έπλασε απαθή. Και όταν λέω «κατ’ εικόνα», δεν αναφέρομαι στο σώμα, αλλά στην ψυχή, πού είναι αόρατη, όπως ό Θεός.


Αν ήταν κάποτε ή φύση της ψυχής φωτεινή και καθαρή, διότι φωτιζόταν από το μακάριο φως του Θεού, ομοίως και όταν επανέλθει στην αρχαία εκείνη κατάσταση, γίνεται πάλι φωτεινή και απαθής. Επομένως, όταν ή ψυχή κινείται με εμπάθεια, βρίσκεται έξω από τη φυσική της κατάσταση, όπως μας βεβαιώνουν όσοι ζουν στην Εκκλησία και τρέφονται από την αγία της παράδοση.


Εάν λοιπόν, ή αρετή είναι φυσική υγεία της ψυχής, συμπεραίνουμε ότι τα πάθη είναι αρρώστια της ψυχής, γιατί ήρθαν σ’ αυτήν αργότερα, μετά τη δημιουργία της, και την έβγαλαν από τη φυσική της υγιή κατάσταση. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ή υγεία υπήρχε στη φύση της ψυχής πριν από την αρρώστια. Και αν αυτά είναι αληθινά, όπως και είναι, λοιπόν ή αρετή είναι φυσική κατάσταση της ψυχής, ενώ τα πάθη την πρόσβαλαν απ’ έξω και δεν ανήκουν στη φύση της.
Εάν τα πάθη ήταν φυσικό ιδίωμα της ψυχής, για ποιο λόγο να βλαφτεί απ’ αυτά; Διότι όσα είναι της φύσεως, δεν μπορούν να βλάψουν τη φύση τους.
 
feature, σύρος

Τα αίτια της αμαρτίας

Όποιος δεν απομακρύνεται, με τη θέληση του, από τα αίτια των παθών, χωρίς να το θέλει σέρνεται από την αμαρτία. Τα αίτια λοιπόν της αμαρτίας είναι αυτά: ό οίνος, οι γυναίκες, ό πλούτος και ή ευεξία του σώματος. Όχι ότι αυτά είναι αμαρτίες από τη φύση τους, αλλά ή ανθρώπινη φύση επηρεάζεται απ’ αυτά και κλίνει εύκολα προς τα πάθη της αμαρτίας. Γι’ αυτό οφείλει κάθε άνθρωπος να προφυλάγεται απ’ αυτά με ιδιαίτερη φροντίδα.


Όποιος φοβάται την αμαρτία
Αυτός πού φοβάται την αμαρτία, θα διαβεί τον επικίνδυνο δρόμο της ζωής του χωρίς προσκόμματα και, όταν αρχίζει να βλέπει σκοτάδι μέσα του ή μπροστά του, θα δει φως ιλαρό. Όταν ένας άνθρωπος φοβάται τις αμαρτίες, ό Κύριος φυλάει τα βήματα του και, όταν γλιστράει στην αμαρτία, τον προλαβαίνει το έλεος του Θεού. Όποιος θεωρεί τα παραπτώματα του μικρά και ασήμαντα, πέφτει σε άλλα, μεγαλύτερα και χειρότερα, και θα τιμωρηθεί επτά φορές περισσότερο, έτσι πού κάνει.


Κάθε αρρώστια έχει το δικό της φάρμακο

Είπε ό άγιος Εφραίμ ότι το καλοκαίρι δεν πολεμάς τον καύσωνα με χειμωνιάτικα ρούχα. Κάθε αρρώστια λοιπόν γιατρεύεται με τα δικά της φάρμακα. Και συ, αν τυχόν κυριεύεσαι από φθόνο, γιατί προσπαθείς να πολεμήσεις τον ύπνο;

Ξερίζωσε το ελάττωμα όσο είναι μικρό
Όσο το παράπτωμα είναι μικρό και τρυφερό, ξερίζωσε το, προτού να απλωθεί και ωριμάσει. Μην αμελήσεις, όσο μικρό και να σου φαίνεται το ελάττωμα, γιατί, με τον καιρό, θα το βρεις επάνω σου να σε βασανίζει σαν απάνθρωπος τύραννος, και θα τρέχεις μπροστά του σαν δούλος αιχμάλωτος. Όποιος όμως πολεμάει το πάθος μόλις παρουσιασθεί, γρήγορα το νικάει.


Εξομολογήσου την αρρώστια σου
Όποιος είναι άρρωστος και ξέρει ποια είναι ή αρρώστια του, οφείλει να ζητάει την κατάλληλη θεραπεία. Αν λέει στο γιατρό από τι πόνο υποφέρει, είναι κοντά στη θεραπεία του, και θα τη βρει εύκολα.
Αν όμως είναι πεισματάρης και δε λέει τίποτε, τότε δυναμώνουν οι πόνοι και, όσο αντιστέκεται στο γιατρό, τόσο περισσότερο τυραννιέται. Κάτι ανάλογο
συμβαίνει και με τον πόνο της αμαρτίας.


Ή ασυγχώρητη αμαρτία

Δεν υπάρχει ασυγχώρητη αμαρτία παρά μόνο ή αμετανόητη. Ούτε κανένα χάρισμα του Θεού παραμένει χωρίς προσθήκη, παρά μόνο όταν δεν ευχαριστούμε το Θεό για ότι έχουμε.


Τα είδη της αμαρτίας
Ένα είδος αμαρτίας πού γίνεται, είναι όταν ό αγωνιστής φροντίζει για την αρετή και επιμένει στην εργασία της μέρα και νύχτα, αλλά δεν τα καταφέρνει
και πέφτει σε κάποια αμαρτία. Μπορεί δηλ. από αγνοία, ή από διάφορες αιτίες, αντίθετες στο δρόμο της αρετής, ή από τα κύματα των παθών πού ξεσηκώνονται στα μέλη του κάθε τόσο, ή από την πνευματική παράλυση πού ενδέχεται να του συμβεί για να δοκιμασθεί ή ελεύθερη θέληση του, να γείρει λίγο ή ζυγαριά στον αριστερό ζυγό, οπότε έλκεται από την αδυναμία της σάρκας σε κάποια αμαρτία, και λυπάται και ανησυχεί και στενάζει με πόνο ψυχής για την ταλαιπωρία του αυτή.
Άλλο είδος αμαρτίας είναι, όταν ό άνθρωπος αποχαυνωθεί και αμελήσει την εργασία της αρετής, και εγκαταλείψει πέρα για πέρα το σωστό δρόμο της, και τρέχει σαν υπάκουος δούλος στην απόλαυση των αμαρτιών, και δείχνει ζήλο πώς να εφεύρει καινούριους τρόπους για την πλήρη απόλαυση της ηδονής. Κάνοντας αυτά, είναι έτοιμος, σαν τον αιχμάλωτο δούλο, να κάνει με ιδιαίτερη φροντίδα το θέλημα του εχθρού του, και να προσφέρει τα μέλη του σώματος του όπλα στις διαταγές του διαβόλου. Και δε θυμάται ό δύστυχος καθόλου τη μετάνοια, ούτε περνάει από το νου του να αφήσει τον καταστρεπτικό δρόμο του και να γυρίσει στην αρετή.
Το πρώτο είδος της αμαρτίας, πού ανέφερα, είναι όταν ό άνθρωπος γλιστρήσει και πέσει, ενώ βαδίζει στο δρόμο της αρετής και της δικαιοσύνης. Αυτό εννοούν οί Πατέρες, όταν λένε ότι, στο δρόμο του Θεού, συναντάμε και πεσίματα, και εναντιώσεις από τον εχθρό, και καταναγκασμούς και τα παρόμοια. Ενώ το δεύτερο είδος της αμαρτίας, πού ανέφερα, είναι να πέσει ή ψυχή, και να χαθεί και να εγκαταλείψει τελείως τον αγώνα.


Μην απελπίζεσαι για τις αμαρτίες σου
Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, όταν πέσει ένας άνθρωπος στην αμαρτία, σε οποιαδήποτε αμαρτία, δεν πρέπει να ξεχάσει την αγάπη και τη στοργή του ουράνιου Πατέρα του. Εάν συμβεί, λοιπόν, να πέσει σε ποικίλα παραπτώματα, ας μην αμελήσει το καλό και ας μη σταματήσει στο δρόμο του. Αντίθετα και αν νικηθεί, πάλι να σηκωθεί και να αγωνισθεί κατά των εχθρών του, και ας βάζει κάθε μέρα καινούρια θεμέλια στην καταστραφείσα οικοδομή του, και ας έχει, μέχρι να φύγει από τούτο τον κόσμο, στο στόμα του το λόγο του προφήτη: «Ας μη χαρεί ό εχθρός μου πού έπεσα, γιατί πάλι σηκώνομαι. Και αν καθίσω στο σκοτάδι, ό Κύριος θα μου στείλει το δικό του φως» (Μιχ. 7, 8). Σε καμιά περίπτωση, λοιπόν, να μη σταματήσει τον πόλεμο, και να μην προδώσει, με οριστική ήττα, την ψυχή του, όσο είναι ζωντανός και αναπνέει. Και αν ακόμη συντρίβεται το σκάφος της ψυχής του κάθε μέρα, και χάνει τα πνευματικά του εμπορεύματα, να μην παύσει να το περιποιείται και να το φροντίζει και ας δανείζεται, και ας δουλέψει ταξιδεύοντας σε άλλα καράβια, ζώντας με την ελπίδα. Και ό Κύριος τότε, πού θα δει τον αγώνα του, θα τον σπλαχνιστεί για το πάθημα του και θα του στείλει το έλεος του και θα του δώσει δύναμη να κάνει υπομονή, και να ανταπαντήσει στα καυστικά βέλη του εχθρού. Αυτή είναι ή σοφία πού δίνει ό Θεός, και αυτός είναι ό σοφός άρρωστος, αυτός πού δεν έχασε την ελπίδα του. Είναι καλύτερα να κατακριθούμε μόνο για μερικά στραβά πού κάναμε, αν δεν τα διορθώσουμε, παρά για την πλήρη εγκατάλειψη του αγώνα μας.


Ή λύπη για τις αμαρτίες μας
Όταν γλιστρήσουμε και πέσουμε σε κάποιο αμάρτημα να μη λυπηθούμε. Να λυπηθούμε, όταν επιμένουμε σ’ αυτό το αμάρτημα γιατί συμβαίνει πολλές φορές και στους τέλειους να πέσουν. Όμως, το να επιμένει ό άνθρωπος στην αμαρτία, χωρίς να ελέγχεται από τη συνείδηση του, είναι τέλεια νέκρωση της ψυχής. Ή λύπη, τώρα, πού νιώθουμε για τα αμαρτήματα μας, λογαριάζεται από τη χάρη του Θεού ως καθαρή εργασία. Όμως, αυτός πού πέφτει για δεύτερη φορά με την πονηρή ελπίδα ότι θα μετανοήσει, χωρίς να δείχνει ίχνη πραγματικής μετάνοιας, αυτός πορεύεται ενώπιον του Θεού από το κακό στο χειρότερο, με πανουργία και δολιότητα, και του έρχεται ξαφνικά ό θάνατος, και δεν προλαβαίνει, όπως ήλπιζε, να μετανοήσει αληθινά και με ανάλογα έργα.


Ό Υιός του Θεού υπέμεινε σταυρό για τους αμαρτωλούς. Όλοι οί αμαρτωλοί, λοιπόν, ας πάρουμε θάρρος στη μετάνοια μας. Γιατί αν το σχήμα μόνο της μετάνοιας του βασιλιά Άχαάβ μετέβαλε την οργή του Θεού για τις αμαρτίες του, πολύ περισσότερο θα εξιλεώσουμε το Θεό, αν ή μετάνοια μας είναι αληθινή, και δεν περιορίζεται μόνο σε καμώματα. Και αν το σχήμα μόνο της ταπείνωσης απομάκρυνε την οργή του Θεού από αυτόν, πού ή μετάνοια του δεν ήταν αληθινή, πόσο μάλλον ή δική μας, πού λυπούμαστε πραγματικά για τα αμαρτήματα μας; Ή βαθιά λύπη πού έχουμε μέσα μας για τις αμαρτίες μας, είναι αρκετή να μας σώσει, κι ας μην καταβάλουμε σωματικούς κόπους.


Ό Κύριος ελεεί τον μετανοούντα
Ζητήστε, όσοι ζείτε στην αμαρτία, να βρείτε τον Κύριο, και πάρτε δύναμη ελπίζοντας σ’ αυτόν ζητήστε τον με μετάνοια, και θα αγιαστείτε με τον αγιασμό πού χαρίζει ή παρουσία του, και θα καθαρισθείτε από τις αμαρτίες σας. Όσοι διαπράξατε αμαρτίες, τρέξτε στον Κύριο, πού έχει τη δύναμη να συγχωρεί αμαρτήματα και να παραβλέπει σφάλματα διότι πήρε όρκο και είπε με το στόμα του προφήτη Ιεζεκιήλ (33, 11): «Ζω εγώ, λέγει ό Κύριος δε θέλω το θάνατο του αμαρτωλού, μέχρι να μετανοήσει και να ζήσει αληθινά». Και πάλι: «Όλη την ήμερα άπλωνα τα χέρια μου, περιμένοντας την επιστροφή του ανυπάκουου και φιλόνικου λαού» (Ήσ. 65, 2)’ και πάλι: «Γιατί επιμένεις στην αμαρτία και πεθαίνεις, λαέ του Ισραήλ;» (Ίεζ. 33, 11), και: «Γυρίστε κοντά μου, και εγώ θα έρθω σε σας» (Μαλ. 3, 7)’ και πάλι: «Οποιαδήποτε μέρα επιστρέψει ό αμαρτωλός από το δρόμο πού πήρε, και γυρίσει σε μένα τον Κύριο, και ζήσει σύμφωνα με τις εντολές και τη δικαιοσύνη μου, δε θα θυμηθώ τις ανομίες του, και θα ζήσει αληθινή ζωή, λέει ό Κύριος. Και ό δίκαιος εάν εγκαταλείψει τη δικαιοσύνη και αρχίσει να αμαρτάνει και να αδικεί, δε θα λάβω υπόψη μου ότι κάποτε ήταν δίκαιος, παρά θα τον κάνω να γλιστρήσει, για να μετανοήσει όμως θα πεθάνει μέσα στο σκοτάδι των πονηρών του έργων, αν επιμείνει σ’ αυτά» (Ίεζ. 33, 14.15). Και γιατί τα είπε αυτά; Διότι ό αμαρτωλός δε θα επιμείνει στην αμαρτία του από τη στιγμή πού θα επιστρέψει στον Κύριο. Άλλα και ή δικαιοσύνη του δικαιου δεν πρόκειται να τον σώσει από την ήμερα πού θα αμαρτήσει, αν βέβαια επιμείνει στο αμάρτημα του. Και στον Ιερεμία έτσι μίλησε ό Θεός: «Πάρε τη μεμβράνη και γράψε όσα θα σου πω: Από τα χρόνια του Ίωσία, του βασιλιά της φυλής Ιούδα, μέχρι σήμερα, όλες τις δυστυχίες πού σου είπα, θα τις επιφέρω σε τούτον το λαό κι αυτό το λέω, για να ακούσουν οί άνθρωποι, και να φοβηθούν, και να εγκαταλείψουν τον κακό δρόμο πού πήραν, και να γυρίσουν πίσω μετανοημένοι, και τότε εγώ θα πάρω από πάνω τους τις αμαρτίες πού τους βαραίνουν» (Ίερ. 36, 2.3). Και ή Σοφία Σολομώντος είπε: «Όποιος κρατάει κρυφή την αμαρτία του, δε θα ωφεληθεί άπ’ αυτό όποιος όμως ομολογεί τι αμαρτίες έκανε, και ξέκοψε άπ’ αυτές, θα ελεηθεί από το Θεό» (Παρ. 28, 13). Και στον Ησαΐα λέει: «Να ζητήσετε έμενα, τον Κύριο, κι αφού με βρείτε, να ζητήσετε τη βοήθεια μου να ‘ρθείτε κοντά μου, και να εγκαταλείψει ό αμαρτωλός το δρόμο πού πήρε, και ό άδικος τους πονηρούς λογισμούς του, και να γυρίσετε σε μένα, κι εγώ θα σας σπλαχνιστώ και θα σας ελεήσω» (Ήσ. 55, 6-9).


Θυμήσου τους «ενάρετους» πού… έπεσαν
Θυμήσου πόσοι δυνατοί και ενάρετοι άνθρωποι έπεσαν, και ταπεινώσου για τις αρετές πού έχεις.
Θυμήσου τους παλιούς, πού έπεσαν σε βαριά αμαρτήματα και μετάνιωσαν, και τι υψηλή τιμή αξιώθηκαν, υστέρα, από το Θεό, και θα πάρεις θάρρος στη μετάνοια σου.


Ανώτερος όλων είναι ό μετανοών
Αυτός πού συναισθάνεται τις αμαρτίες του, είναι ανώτερος από κείνων πού ανασταίνει νεκρούς με την προσευχή του μέσα στον κόσμο. Αυτός πού στενάζει μία ώρα για την ψυχή του, είναι ανώτερος από κείνων πού ωφελεί όλο τον κόσμο με τη διδασκαλία του. Αυτός πού αξιώθηκε να δει την πραγματική πνευματική του κατάσταση, είναι ανώτερος από κείνων πού αξιώθηκε να δει τους Αγγέλους γιατί αυτός βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής, ενώ εκείνος, βλέπει με τους σωματικούς οφθαλμούς.


Μετάνοια «δια βίου»
Αν όλοι είμαστε αμαρτωλοί, και αν κανείς δεν είναι ελεύθερος από πειρασμούς, άρα καμιά αρετή δεν είναι ανώτερη από τη μετάνοια διότι το έργο της δεν μπορεί ποτέ να τελειώσει μέχρι να πεθάνουμε. Και οι δίκαιοι και οί αμαρτωλοί, όλοι μας, πρέπει πάντα να είμαστε σε μετάνοια, εφόσον θέλουμε να σωθούμε. Και δεν υπάρχει κανένα όριο στην τελείωση μας, διότι ή τελειότητα, και των τελείων ακόμη, είναι ατελής. Γι’ αυτό το λόγο και ή μετάνοια δεν μπορεί να περιορισθεί ούτε σε ορισμένα χρονικά πλαίσια, ούτε σε ορισμένες πράξεις, μέχρι την ώρα του θανάτου. Να θυμάσαι ότι σε κάθε ηδονή ακολουθεί ή αηδία και ή πικρότητα.


Ή δεύτερη χάρη μετά τη χάρη του βαπτίσματος
Μετά τη χάρη του βαπτίσματος δόθηκε από το Θεό στους ανθρώπους ή χάρη της μετάνοιας. Γιατί ή μετάνοια είναι ή δεύτερη αναγέννηση, πού μας χαρίζει ό Θεός. Και τον αρραβώνα της αιώνιας ζωής, πού λάβαμε με την πίστη μας στο βάπτισμα, τον ξαναπαίρνουμε τώρα, με τη μετάνοια, ως χάρισμα του Θεού. Μετάνοια είναι ή θύρα από την οποία περνάμε και συναντούμε την ευσπλαχνία του Θεού κι αυτή ή θύρα είναι ανοιγμένη για όσους τη θέλουν. Αν δεν περάσουμε απ’ αυτή την είσοδο, δεν πρόκειται να βρούμε έλεος. Διότι, κατά τη θεία Γραφή, όλοι οί άνθρωποι αμάρτησαν, όμως ό Θεός, με τη δική του χάρη, τους απαλλάσσει και τους κάνει δικαίους δωρεάν, μόνο με τη μετάνοια τους (Ρωμ. 3, 24). Ή μετάνοια είναι ή δεύτερη χάρη πού δίνει ό Θεός, και γεννιέται στην καρδιά πού έχει πίστη (εμπιστοσύνη) και φόβο Θεού.
 
feature, σύρος

Τι είναι ή ανθρωπινή απάθεια;


Ερώτηση. Τι είναι ή ανθρωπινή απάθεια;


Απόκριση. Απάθεια είναι, όχι το να μη αισθάνονται οί αγωνιστές τα πάθη, αλλά το να μη τα δέχονται. Λόγω των πολλών και ποικίλων αρετών πού απέκτησαν, φανερών και κρυφών, ασθένησαν τα πάθη μέσα τους και δεν μπορούν να επαναστατήσουν εύκολα κατά της ψυχής. Και ή διάνοια δεν χρειάζεται πάντοτε να προσεχή σ’ αυτά διότι είναι πάντοτε γεμάτη από αισθήματα πού προέρχονται από την μελέτη και την κοινωνία των αρίστων σκέψεων οί όποιες κινούνται με σύνεση στον νου. Και όταν τα πάθη αρχίσουν να κινούνται, ξαφνικά ή διάνοια αρπάζεται από κάποια σκέψη πού συλλαμβάνεται από τον νου και φεύγει από κοντά τους έτσι τα πάθη μένουν αργά.

Όπως είπε ο μακάριος Μάρκος ο νους που με την χάρη του Θεού επιτελεί πράξεις ενάρετες και πλησιάζει στην γνώση, λίγη αίσθηση λαμβάνει από το άλογο μέρος της ψυχής διότι ή γνώσις του ανθρώπου αρπάζεται στα ύψη και τον αποξενώνει από όλα τα πράγματα του κόσμου, λόγω της αγνείας, της λεπτότητας, της ελαφρότητας και της οξύτητας του νου της. Και λόγω της ασκήσεως των, καθαρίζεται ο νους των και γίνεται διαυγής, επειδή ή σάρκα τους ξηραίνεται από την επίδοση στην ησυχία και την εμμονή σ’ αυτήν. Έτσι εύκολα και γρήγορα επέρχεται στον καθένα τους ή θεωρία και τους οδηγεί στην έκσταση. Από τότε γίνονται γεμάτοι θεωρία, ή διάνοια τους δεν στερείται σύνεση ποτέ, αντιθέτως μάλιστα έχουν όλα εκείνα πού τους φέρει ό καρπός του Πνεύματος.

Με την πολυχρόνια συνήθεια εξαλείφονται οι αναμνήσεις της καρδίας των, πού ανακινούν στην ψυχή τα πάθη και ή δύναμις της εξουσίας του Διαβόλου. Πράγματι, όταν ή ψυχή δεν επικοινωνεί με τα πάθη, μελετώντας τα, διότι ασχολείται διαρκώς με άλλη φροντίδα, τότε ή δύναμις των ονύχων των παθών δεν μπορεί να κυριάρχηση στις πνευματικές της αισθήσεις.

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ -ΞΒ-ΠΣΤ-
ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1991.

 

feature, σύρος

Τι είναι η ευχή και η ταπείνωση

ΚΑΙ ερωτήθηκε πάλι τι είναι ευχή;
Και απάντησε: Είναι απαλλαγή και σχόλασμα της διανοίας από όλα τα εδώ πράγματα, και καρδιά πού έστρεψε τελείως την δράση της με πόθο προς την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Όποιος διαχωρίζεται άπ’ αυτήν την ελπίδα σπείρει στον αγρό του ανάμικτο σπόρο, σαν εκείνον πού ζευγνύει μαζί ένα βόδι με έναν όνο.

Ερωτήθηκε πάλι, πώς μπορεί ν’ αποκτήσει κανείς ταπείνωση;
Και είπε: Με την αδιάλειπτη μνήμη των παραπτωμάτων και την αναμονή του προσεγγίζοντος θανάτου, με την ευτελή ενδυμασία και την προτίμηση της τελευταίας θέσεως σε κάθε περίσταση, με το να αναλαμβάνει πάντοτε τα κατώτερα και ταπεινωτικά έργα, με την υπακοή και την αδιάλειπτη σιωπή, με την αντιπάθεια προς τις συνάξεις και την επιθυμία να είναι άγνωστος και καταφρονημένος• με το να μη κατέχει πράγματα πολύτιμα, να μισή την συντροφιά των πολλών προσώπων και να αποφεύγει τα κέρδη.

Και έπειτα, με το να κράτη την διάνοια του επάνω από κάθε μομφή και κατηγορία για κάθε άνθρωπο και από την ζηλοτυπία• με το να μη είναι το χέρι του εναντίον όλων ούτε το χέρι όλων εναντίον του, αλλά να περιορίζεται μόνο στα δικά του πράγματα απομονωμένος να μη φροντίζει για τίποτε στον κόσμο, πλην του εαυτού του. Με λίγα λόγια, ή ξενιτιά, ή πτώχεια και ή άπομόνωσις, αυτά είναι πού γενούν την ταπείνωση και καθαρίζουν την καρδιά.

Τό σημείο εκείνων πού έφθασαν στην τελειότητα είναι τούτο. Αν παραδοθούν δέκα φορές την ήμερα να καούν για την αγάπη προς τους ανθρώπους, δεν χορταίνουν με αυτό. Όπως είπε ό Μωϋσής στον Θεό, «αν πρόκειται να τους συγχώρησης την αμαρτία, συγχώρεσε την, αλλιώς, εξάλειψε κι’ εμένα από την βίβλο πού με έγραψες». Και όπως λέγει ό μακάριος Παύλος, «θα ευχόμουν ν’ αποχωρισθώ από τον Χριστό χάριν των αδελφών μου» και τα λοιπά: και πάλι, «τώρα χαίρομαι μέσα στις θλίψεις για σας τους εθνικούς»: Και οί υπόλοιποι άλλωστε Απόστολοι, αντί του πόθου της ζωής των ανθρώπων δέχθηκαν με παντοειδείς τρόπους τον θάνατο

Τέλος όλων αυτών μαζί είναι ότι ό Θεός και Κύριος, ό όποιος από αγάπη προς την κτίσι παρέδωσε σε θάνατο δια του σταυρού τον ίδιο τον Υιό του. «Διότι τόσο πολύ αγάπησε ό Θεός τον κόσμο, ώστε να παραδώσει τον Υιό του σε θάνατο για χάρι του» Όχι ότι δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να μας λύτρωση, αλλά θέλησε με αυτό να μας δείξει την υπερβολική του αγάπη. Έτσι με τον θάνατο του μονογενούς του Υιού μας προσήγγισε προς τον εαυτό του, και αν είχε κάτι πολυτιμότερο, θα το έδιδε, για να ευρεθεί μέσα σ’ αυτόν το γένος μας δι’ αυτού. Και από την πολλή του αγάπη δεν θέλησε να εκβίαση την ελευθερία μας, αν και μπορούσε να το κάμη, άλλα θέλησε να τον πλησιάσομε με την αγάπη του φρονήματος μας. Και ό ίδιος ό Κύριος υπήκουσε στον Πατέρα του από την αγάπη του για μας, ώστε να δεχθεί στον εαυτό του την ύβρη και την λύπη ευχαρίστως, όπως λέγει ή Γραφή: «αντί της χαράς πού μπορούσε να έχη, υπέμεινε σταυρό περιφρονώντας την ατίμωση». Γι’ αυτό ό Κύριος κατά την νύκτα πού παραδινόταν είπε• «τούτο είναι το σώμα μου πού δίδεται για την ζωή του κόσμου, και τούτο είναι το αίμα μου πού χύνεται υπέρ των πολλών για την άφεση των αμαρτιών». Και για μας πάλι λέγει, «εγώ προσφέρω θυσία τον εαυτό μου».

Έτσι και όλοι οι άγιοι φθάνουν σ’ αυτήν την τελειότητα, όταν τελειοποιηθούν, και αφομοιώνονται με τον Θεό με την υπερεκχείλιση της αγάπης των και της φιλανθρωπίας προς όλους. Και τούτο το σημείο επιδιώκουν να έχουν οι άγιοι, για να αφομοιωθούν με τον Θεό, το να έχουν τέλεια αγάπη προς τον πλησίον. Έτσι έκαμαν και οι πατέρες μας μονασταί, ώστε να επιτυγχάνουν πάντοτε εκείνη την τελειότητα και ομοίωση, την γεμάτη από την ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Ο μακάριος Αντώνιος, λέγουν, ποτέ δεν συνήθιζε να κάμει κάτι πού ωφελούσε περισσότερο αυτόν από τον πλησίον του, διότι είχε την βεβαιότητα ότι το κέρδος του πλησίον του είναι αρίστη εργασία του επίσης λέχθηκε περί του αββά Αγάθωνος ότι έλεγε Ήθελα να εύρω ένα λεπρό, να πάρω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου. Είδες τέλεια αγάπη; Ακόμη και όχι με ανθρώπινο βάδισμα, διότι δεν βλέπουν στερεά οδό και δεν εμφανίζονται εμπρός των βουνά και χείμαρροι, αλλά «τα τραχέα εδάφη γίνονται γι’ αυτούς ομαλοί δρόμοι» και τα λοιπά διότι βλέπουν πάντοτε τον κόλπο του Πατέρα τους.

Αύτή ή ελπίδα τους δείχνει σαν με το δάκτυλο της σε κάθε στιγμή εκείνα πού ευρίσκονται μακριά και, ενώ είναι αόρατα, αυτοί τα βλέπουν σαν να είναι μέσα τους μυστικώς με τον κρυφό οφθαλμό της πίστεως. Και επειδή πυρώνονται τα μέρη της ψυχής, σαν με φωτιά, με τον πόθο των απομακρυσμένων φαίνονται σ’ αυτούς και τα απόντα ως παρόντα διότι προς τα εκεί εκτείνεται ή φορά των λογισμών τους, και επείγονται πότε να φθάσουν εκεί.

Και όταν πλησιάζουν στην εκτέλεση κάθε αρετής, δεν την ενεργούν μερικώς, αλλά τις ενεργούν όλες ομαδικώς. Διότι δεν εκτελούν την πορεία τους δια της βασιλικής οδού, όπως όλοι, άλλα επιλέγουν σύντομα μονοπάτια αυτοί οί γίγαντες για τον εαυτό τους, από τα όποια πορεύονται γρήγορα προς τις μονές. Πράγματι αυτή ή ελπίδα τους πυρώνει σαν με φωτιά και δεν μπορούν να σταματήσουν τον συνεχή γρήγορο δρόμο από την χαρά τους. Και τους συμβαίνει εκείνο πού ελέχθη ότι συνέβη στον μακάριο Ιερεμία• «είπα, δεν θα τον ενθυμηθώ ούτε θα μιλήσω στο όνομα του και παρουσιάσθηκε στην καρδιά μου κάτι σαν φωτιά αναμμένη πού διεισδύει στα οστά μου». Τέτοια είναι ή ανάμνησης του Θεού στις καρδιές αυτών πού μεθούν από την ελπίδα των επαγγελιών του.

Τα σύντομα μονοπάτια των αρετών είναι οί περιεκτικές αρετές διότι αυτές δεν έχουν μακρινή απόσταση πολλών δρόμων ασκήσεως πού οδηγούν εδώ και εκεί, ούτε επιδέχονται τόπο και χρόνο και διασκορπισμό, αλλά σηκώνονται αμέσως και τελειώνουν τον δρόμο.
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ -ΞΒ-ΠΣΤ-
ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1991