feature, φιλοσοφία

Οι επτά βασικοί κλάδοι της Φιλοσοφίας

1. Αισθητική

Αντικείμενο της αισθητικής είναι τα ζητήματα τα οποία προκύπτουν από την επαφή μας με πράγματα που μας προκαλούν ένα ιδιαίτερο συναίσθημα ικανοποίησης – την αισθητική απόλαυση. Τέτοια πράγματα είτε υπάρχουν στη φύση είτε τα δημιουργεί ο άνθρωπος μέσω της τέχνης.

filosofia O όρος «αισθητική» εισήχθη στη φιλοσοφική γραμματεία το ι8ο αιώνα από τον Alexander Gottlieb Baumgartner (1714-1762) ως ένα από τα δύο είδη γνώσης που αυτός εισηγήθηκε. Συγκεκριμένα, ο Baumgartner διέκρινε τη γνώση των αφηρημένων ιδεών, η οποία αποτελεί αντικείμενο της λογικής, από την αισθητική γνώση της εμπειρίας, που είναι συνυφασμένη με τις αισθήσεις.

Av και ο όρος «αισθητική» καθιερώθηκε αργά στην ιστορία της φιλοσοφίας, ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι κατέγιναν σε αυτήν. To ενδιαφέρον τους, βέβαια, ήταν επικεντρωμένο στην αξία του ωραίου – του καλού, όπως είναι ο αντίστοιχος όρος στα αρχαία ελληνικά. Έτσι, μπορούμε να ορίσομε την έρευνα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων για το καλό ως καλολογία.

Από το ι8ο αιώνα και μετά, όμως, ο Edmund Burke και ο Καντ διεύρυναν τα όρια της αρχαίας καλολογίας αντιδιαστέλλοντας την αξία του ωραίου προς την αξία του υψηλού, για να ακολουθήσουν άλλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι παρέθεσαν άλλες αισθητικές αξίες, όπως το χαρίεν, το μεγαλειώδες, το δραματικό, το επικό κ.ά.

Μεταξύ των προβλημάτων που απασχόλησαν και εξακολουθούν να απασχολούν τους φιλοσόφους που ασχολούνται με τον τομέα της αισθητικής είναι το πώς συνδέονται μεταξύ τους οι αισθητικές αξίες: αν είναι ισότιμες ή υπάρχει ένα είδος ιεράρχησης μεταξύ των· αν τα κριτήρια, προκειμένου να αποφανθούμε για τις αισθητικές αξίες, είναι αντικειμενικά ή, αντίθετα, υπαγορεύονται από τις υποκειμενικές διαθέσεις μας· αν οι αισθητικές αξίες είναι αυτόνομες ή, απεναντίας, είναι συναφείς προς άλλα είδη αξιών, όπως ol ηθικές, οι επιστημονικές ή οι θρησκευτικές· ποια είναι η σχέση μεταξύ μορφής και περιεχομένου ενός αισθητικού αντικειμένου – είτε αυτό υπάρχει στη φύση είτε είναι προϊόν τέχνης· αν ο ρόλος των έργων τέχνης είναι κοινωνικός ή, αντίθετα, ως αποστολή έχουν αυτά την προσωπική τέρψη του δημιουργού των.

Εκτός από τα ζητήματα αυτά και άλλα ανάλογα προβλήματα, άλλα θέματα στα οποία κατέγιναν οι φιλόσοφοι είναι εκείνα της καλλιτεχνικής φαντασίας και δημιουργίας, της αναπαράστασης, της έκφρασης και της εκφραστικότητας του έργου τέχνης, της απόλαυσης που προκαλεί ένα αισθητικό αντικείμενο κ.λπ.

2. Γνωσιολογία και Επιστημολογία

Βασικός κλάδος της φιλοσοφίας, που ως αντικείμενο ερεύνης έχει την αντιμετώπιση προβλημάτων της γνώσης. Τέτοια, γνωσιολογικά, προβλήματα, λ.χ., είναι: το ερώτημα για το αν είναι δυνατή η γνώση και μέχρι ποιου σημείου μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος -υπάρχει απόλυτη γνώση ή η γνώση είναι σχετική;· το ζήτημα της πηγής της γνώσης – αν αυτή προέρχεται από τις αισθήσεις ή από το νου ή και από τις δύο αυτές πηγές· το πρόβλημα της εγκυρότητας της γνώσης – ποιες είναι οι προϋποθέσεις και ποια είναι τα κριτήρια που εξασφαλίζουν την ισχύ και το κύρος της γνώσης· η ποικιλία των μορφών της γνώσης – αν είναι απόλυτη ή σχετική, υποκειμενική ή αντικειμενική, διασκεπτική ή ενορατική, έμμεση ή άμεση κ.ά.

Τα προβλήματα της γνώσης απασχόλησαν από νωρίς τους φιλοσόφους, ήδη από την εποχή της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Οπωσδήποτε, όμως, συστηματική αντιμετώπιση τους παρατηρείται από τον 5o αιώνα π.X. με την εμφάνιση στο προσκήνιο της φιλοσοφίας των εκπροσώπων της σοφιστικής κίνησης και του Σωκράτη και, εν συνεχεία, με την παρουσία του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη. Έκτοτε, έως σήμερα, τα ζητήματα της γνώσης δεν έπαψαν να προσελκύουν το ενδιαφέρον των φιλοσόφων και η γνωσιολογία να παραμένει ένας επίκαιρος κλάδος της φιλοσοφίας κατά τις διάφορες φάσεις της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Συναφής προς τη γνωσιολογία είναι η χρήση των όρων θεωρία της γνώσης και επιστημολογία – από τη λέξη «επιστήμη», που σημαίνει την τεκμηριωμένη μορφή γνώσης. Πρόκειται κυρίως για τον τομέα που ασχολείται με τη φύση. Μεταξύ των κεντρικών προβληματισμών της είναι οι φιλοσοφικές προκλήσεις που θέτει ο Σκεπτικισμός κι οι σχέσεις μεταξύ αλήθειας, πίστης και αιτιολόγησης.

3. Οντολογία

Ένας από τους βασικούς τομείς της φιλοσοφίας με αντικείμενο ερεύνης τη μελέτη της έννοιας του όντος και της ουσίας των πραγμάτων. Ως τεχνικός όρος η οντολογία απαντάται για πρώτη φορά κατά το 170 αιώνα –  στο Lexicon philosophicum του Rudollphus Goclenius (1547-1628). O Λάιμπνιτς ήταν ο πρώτος εξέχων φιλόσοφος, ο οποίος υιοθέτησε τη χρήση του όρου αυτού. Από το ι8ο αιώνα πλέον, χάρη στο Cristian Wolff (1679-1754), ο όρος «οντολογία» καθιερώθηκε ευρέως.

Αν και ο όρος «οντολογία», εισήχθη αργά στη φιλοσοφική γραμματεία, ωστόσο η ενασχόληση με τα ζητήματα της οντολογίας είναι πολύ προγενενέστερη, μια και ανάγεται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Έτσι, το βασικό ζήτημα του έργου του Αριστοτέλη Μετά τα φυσικά είναι η διερεύνηση του όντος, την οποία συνδυάζει με τη μελέτη της θείας ουσίας. Αυτός ήταν, άλλωστε, ο λόγος για τον οποίο ο Χάιντεγκερ χαρακτήρισε την περί οντολογίας διδασκαλία του Αριστοτέλη οντοθεολογία.

O συνδυασμός των τομέων της οντολογίας και της θεολογίας, τον οποίο εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης, επικράτησε καθ’ όλη την περίοδο της σχολαστικής φιλοσοφίας. O Wolff, με τον οποίο καθιερώθηκε,όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο όρος «οντολογία», εισηγούμενος τη διάκριση μεταξύ των τομέων της οντολογίας και της θεολογίας, μεταχειρίστηκε τους όρους «γενική μεταφυσική», για να δηλώσει την οντολογία, και «ειδική μεταφυσική», για να ορίσει τη φυσική θεολογία.

4. Μεταφυσική

Από τους βασικούς, παραδοσιακούς κλάδους της φιλοσοφίας. O όρος «μεταφυσική» εισήχθη στη φιλοσοφική γραμματεία τυχαία. Συγκεκριμένα, ο Ανδρόνικος Ρόδιος, προβαίνοντας κατά τον ίο αιώνα π.X. σε κατάταξη των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη, τοποθέτησε, ύστερα από το έργο του τελευταίου αυτού Φυσικά, το σύγγραμμα του Πρώτη φιλοσοφία, το οποίο αναφέρεται στην έρευνα των πρώτων αρχών και αιτιών.

Αντί του τίτλου, όμως, Πρώτη φιλοσοφία, που είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Αριστοτέλης, ο Ανδρόνικος αποκάλεσε το εν λόγω έργο Μετά τα φυσικά, τουτέστιν σύγγραμμα που στη σειρά της κατάταξης ακολουθεί το έργο Φυσικά – είναι, δηλαδή, μετά τα Φυσικά. Καθώς το περιεχόμενο του έργου Μετά τα φυσικά αναφέρεται στις πρώτες αρχές και αιτίες των πραγμάτων, σε πράγματα, ορισμένως, που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά μέσω των αισθήσεων, ο όρος «μεταφυσική», που προέκυψε από τον τίτλο του συγγράμματος Μετά τα φυσικά, καθιερώθηκε για να δηλώνει την έρευνα που αφορά στον προσδιορισμό των εσχάτων λόγων της πραγματικότητας.

Ενώ, ορισμένως, στο πλαίσιο των φυσικών επιστημών επιχειρείται να καθοριστεί η πραγματικότητα όπως μπορεί να συλληφθεί εμπειρικά, αντιθέτως η μεταφυσική αναφέρεται σε έναν υπερβατικό κόσμο, σε έναν κόσμο, συγκεκριμένα, ο οποίος υπερβαίνει τα όρια της εμπειρίας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με την παρατήρηση, το πείραμα και τις μεθόδους των φυσικών επιστημών.

To γεγονός ότι το πεδίο ερεύνης της μεταφυσικής αναφέρεται στη μελέτη ζητημάτων που ανάγονται στον υπερβατικό κόσμο ήταν η αιτία, ώστε – κυρίως από ανθρώπους οι οποίοι δρουν εκτός του πεδίου της φιλοσοφίας – να συνδεθεί εσφαλμένα η μεταφυσική με εκδηλώσεις ή τομείς, όπως ο μυστικισμός ή η θρησκεία.

Εν αντιθέσει, όμως, προς τη θρησκεία, η οποία βασίζεται στην πίστη, και το μυστικισμό, που στηρίζεται σε μία ιδιαίτερου χαρακτήρα εμπειρία, η μεταφυσική εδράζεται στη διασκεπτική ενέργεια του νου. Ζητήματα που περιλαμβάνονται στο πεδίο της μεταφυσικής είναι η έρευνα για την ουσία του κόσμου και τον καθορισμό της υφής της πραγματικότητας στην ολότητα της, για το χαρακτήρα των καθόλου, για τον προσδιορισμό του χρόνου και του χώρου, για τη φυσιογνωμία του προσώπου και τη σχέση μεταξύ της ψυχής του και του σώματος του κ.ά.

Στην αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων επιχείρησαν να απαντήσουν φιλόσοφοι, όπως ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης ή ο Πλωτίνος κατά την αρχαιότητα, οι εκπρόσωποι της σχολαστικής φιλοσοφίας του Μεσαίωνα που, όπως ο Θωμάς Ακινάτης, υιοθέτησαν την θεωρία του ρεαλισμού για τα καθόλου, ή που, όπως ο Roscelin (1050-1123), εισηγήθηκαν την ονοματοκρατική (nominalism) θεωρία για τα καθόλου, ή που, όπως ο Αβελάρδος και ο Γουλιέλμος του Όκαμ, υποστήριξαν την εννοιοκρατική ϋεωρία για τα καϋόλου*, στους νεότερους χρόνους φιλόσοφοι, όπως ο Ντεκάρτ, ο Λάιμπνιτς ή ο Χέγκελ και οι πνευματικοί επίγονοι τους.

Άλλοι φιλόσοφοι, όμως, αμφισβήτησαν την εγκυρότητα και τη σπουδαιότητα της μεταφυσικής. Έτσι, ο Χιουμ δεν δίστασε να υποστηρίξει ότι κάθε κείμενο μεταφυσικής θα πρέπει να ριχτεί «στη φωτιά, μια και δεν περιλαμβάνει τίποτε άλλο από σοφιστεία και φαντασιοκοπία», ενώ ο Καντ, ταυτίζοντας τα όρια της γνώσης με τα όρια της εμπειρίας, απέρριψε κάθε δυνατότητα της μεταφυσικής να παράσχει στον άνθρωπο έγκυρη γνώση.

Τη σφοδρότερη κριτική αντιμετώπιση, ωστόσο, η μεταφυσική την υπέστη στο πλαίσιο της διδασκαλίας του κύκλου της Βιέννης. Κατά τους εκπροσώπους του κύκλου της Βιέννης, βάσει της αρχής της επαλήθευσης ή της επαληθευσιμότητας, όλες οι προτάσεις που δεν είναι αναλυτικές προτάσεις ή εμπειρικές προτάσεις, όσες προτάσεις, δηλαδή, δεν μπορούν να πιστοποιηθούν λογικά ή εμπειρικά στερούνται νοήματος και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαγραφούν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι μεταφυσικές προτάσεις, μία και δεν είναι εμπειρικές ούτε αναλυτικές, κατά τους φιλοσόφους του κύκλου της Βιέννης συνιστούν καθαρές ανοησίες.

5. Ηθική φιλοσοφία

Από τους κύριους, παραδοσιακούς κλάδους της φιλοσοφίας. Ιστορικά η αφετηρία της ηθικής φιλοσοφίας ανάγεται στον 50 αιώνα π.X, στο πλαίσιο των συζητήσεων μεταξύ του Σωκράτη και των σοφιστών, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι και πριν, από τους ανήκοντες στην προσωκρατική φιλοσοφία στοχαστές, δεν γίνονταν αναφορές σε ηθικής τάξεως ζητήματα.

Οι ηθικές επισημάνσεις των εκπροσώπων της προσωκρατικής φιλοσοφίας, ωστόσο, ήταν, κατά το μάλλον και ήττον, περιστασιακές, μια και το ενδιαφέρον τους ήταν επικεντρωμένο στην έρευνα της φύσης και όχι στη διερεύνηση του ανθρώπου, όπου ανάγονται τα ζητήματα της ηθικής συμπεριφοράς.

Στην ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας μπορούμε να διακρίνομε δύο βασικές κατηγορίες: την πρωτογενή ηθική φιλοσοφία και τη δευτερογενή ηθική φιλοσοφία. Κατά την πρωτογενή ηθική φιλοσοφία, το βασικό ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνει κανείς, για να θεωρηθούν οι πράξεις του ηθικά αποδεκτές – με άλλα λόγια, ποιο είναι το κριτήριο της ηθικής συμπεριφοράς μας, ή, με απλούστερη ακόμη διατύπωση, σε τι συνίσταται το αγαθό και σε τι το κακό.

Έτσι, άλλοι φιλόσοφοι, οι εισηγητές της θεωρίας του ηδονισμού, υποστήριξαν ότι κριτήριο της ηθικής συμπεριφοράς του ανθρώπου είναι η ηδονή – άλλοι φιλόσοφοι, οι εισηγητές της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, εξάρτησαν την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θεωρώντας αγαθό οτιδήποτε το ικανοποιεί και κακό οτιδήποτε απάδει προς αυτό· άλλοι φιλόσοφοι, οι εισηγητές της θεωρίας του ωφελιμισμού, υποστήριξαν ότι πρέπει να κάνει κανείς οτιδήποτε συμβάλλει στην ευδαιμονία των ανθρώπων και να αποφεύγει οτιδήποτε την υπονομεύει· άλλοι φιλόσοφοι, διαφορετικής μάλιστα φιλοσοφικής παιδείας ο καθένας των, όπως ο Πλάτων και ο Μουρ, ισχυρίστηκαν ότι το αγαθό είναι μία υπεραισθητή οντότητα.

Κατά τη δευτερογενή ηθική φιλοσοφία – που καλείται, επίσης, μεταηθική, κατ’ αντιδιαστολή προς την ηθικη, με την οποία ταυτίζεται η παραδοσιακή πρωτογενής ηθική φιλοσοφία -, το πρωταρχικό ζήτημα είναι ο προσδιορισμός του νοήματος των ηθικών όρων, τους οποίους χρησιμοποιούμε, για να υποστηρίζομε ή για να εκφράσομε τις ηθικές πεποιθήσεις μας. Το ερώτημα κατά τους φιλοσόφους των οποίων το ενδιαφέρον εστιάζεται στην περιοχή της δευτερογενούς ηθικής φιλοσοφίας δεν είναι «Τι πρέπει να πράξω;» ή «Τι είναι αγαθό;», αλλά τι οφείλω να εννοώ με τους ηθικούς όρους «πρέπει», «αγαθό» κ.ά. και πώς θα πρέπει να τους μεταχειρίζομαι. Είναι, υποχρεωμένος κανείς, προκειμένου να αποφασίσει τι πρέπει να πράξει ή πώς πρέπει να συμπεριφερθεί ώστε να κριθεί ηθικά, τι, με άλλα λόγια, είναι αγαθό και τι είναι κακό, να γνωρίζει προηγουμένως τι σημαίνουν οι ηθικοί όροι «πρέπει», «αγαθό», «κακό» κ.λπ.

H δευτερογενής αντίληψη για την ηθική φιλοσοφία τοποθετείται στην ευρύτερη περιοχή της αναλυτικής φιλοσοφίας, σύμφωνα με την οποία, τα λάθη στα οποία έχουν υποπέσει και τα οποία εξακολουθούν να διαπράττουν οι φιλόσοφοι, οφείλονται στην έλλειψη κατανόησης του νοήματος των λέξεων που μεταχειρίζονται και στην κακή χρήση των τελευταίων αυτών. Υπ’ αυτή την έννοια, οι εισηγητές της δευτερογενούς αντίληψης της ηθικής φιλοσοφίας υποστήριξαν ότι τα προβλήματα, που ανέκυψαν στην ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας, προέρχονται από την παραποίηση του νοήματος της ηθικής γλώσσας και την κακή χρήση της, και ότι, ως εκ τούτου, εκείνο που χρειάζεται για την αντιμετώπιση των σφαλμάτων αυτών είναι η αποκατάσταση του ορθού νοήματος και της σωστής χρήσης των ηθικών όρων και εκφράσεων. Αν, π.χ., οι εισηγητές της θεωρίας του ηδονισμού ή της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης υπέθεσαν ότι το αγαθό ταυτίζεται, αντιστοίχως, με την ηδονή ή το ένστικτο της αυτοσυντήρησης – πράγμα που είχε ως συνέπεια να οδηγηθούν σε αξεπέραστες, όπως η φυσιοκρατική πλάνη, δυσκολίες -, τούτο οφείλεται στη – συνειδητά ή ασύνειδα εκ μέρους των – εσφαλμένη υιοθέτηση της αναφορικής θεωρίας του νοήματος της γλώσσας. Το γεγονός, ορισμένως, ότι ένας μη ηθικός όρος, όπως, π.χ., η λέξη «κόκκινο» δηλώνει την ποιότητα ενός φυσικού αντικειμένου τους παρέσυρε στο να υποθέσουν εσφαλμένα ότι, κατά τρόπο ανάλογο, και ο ηθικός όρος «αγαθό» θα πρέπει να αντιστοιχεί σε μία φυσική ιδιότητα ή κατάσταση του ανθρώπου, όπως είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή η ηδονή (Βιτγκενστάιν, Λούντβιχ).

Οι εισηγητές της θεωρίας του ηδονισμού ή της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης δεν έλαβαν υπόψη τους ότι η ηθική γλώσσα αναφέρεται σε μία σφαίρα -την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου-, η οποία είναι διαφορετική από τη σφαίρα της φυσικής πρανματικότητας και ότι, ως εκ τούτου, οι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση της ηθικής γλώσσας ενδεχομένως να είναι διαφορετικοί από τους κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση της φυσικής γλώσσας.

Έτσι, στο πλαίσιο της δευτερογενούς αντίληψης της ηθικής φιλοσοφίας, υπήρξαν φιλόσοφοι οι οποίοι, προκειμένου να μην υποπέσουν στα λάθη των φιλοσόφων που διατύπωσαν τις ηθικές θεωρίες των βασιζόμενοι στην αναφορική θεωρία του νοήματος της γλώσσας, επιχείρησαν να προσδιορίσουν το νόημα της ηθικής γλώσσας βάσει της θεωρίας εκείνης του νοήματος της γλώσσας που εισηγήθηκε ο Βιτνκενστάιν κατά την όψιμη περίοδο της φιλοσοφικής δράσης του, σύμφωνα με την οποία το νόημα των λέξεων και των προτάσεων δεν καθορίζεται από το σημείο αναφοράς των, από το πράγμα* που δηλώνουν, αλλά υπαγορεύεται από τον τρόπο με τον οποίο τις μεταχειρίζεται ο χειριστής των.

6. Αναλυτική φιλοσοφία

Φιλοσοφικό ρεύμα, του οποίου οι ρίζες βρίσκονται στη σκέψη του Γερμανού μαθηματικού και φιλόσοφου Gottlob Frege (1848-1925), αλλά που αναπτύσσεται κυρίως στην Αγγλία και στη Βιέννη στις αρχές του 20οΰ αιώνα και εμπνέεται από τα έργα των Ράσελ, Μουρ και Βιτγκενστάϊν. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι δίνουν έμφαση στην ανάλυση των νοημάτων και στη χρήση της λογικής και επιμένουν στην αυστηρότητα των επιχειρημάτων και στην ακρίβεια και τη σαφήνεια του ύφους. Απορρίπτουν τις ολιστικές και τις ιστορικιστικές προσεγγίσεις των προηγούμενων φιλοσόφων και προτείνουν την αντιμετώπιση των παραδοσιακών φιλοσοφικών προβλημάτων κατ’ αρχήν μέσα από τη φιλοσοφία της γλώσσας.

Η αναλυτική φιλοσοφία γνωρίζει νέα άνθηση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αγγλία, αλλά και στην Αμερική, όπου ενισχύεται από τη μετανάστευση αρκετών λογικών θετικιστών που ήθελαν να αποφύγουν τον ναζισμό στη Γερμανία και την Αυστρία, και συνδέεται με την εξέλιξη του πραγματισμού. Τα τελευταία χρόνια η αναλυτική φιλοσοφία δεν προβάλλει συγκεκριμένες φιλοσοφικές θέσεις, αλλά διατηρεί μεθοδολογικές και επιστημολογικές αρχές, που έχουν ως βασικό στόχο τη διαφύλαξη της δυνατότητας κριτικού, ορθολογικού ελέγχου του φιλοσοφείν.

Οι φιλόσοφοι όλων των αιώνων επιδίωξαν να συνθέσουν φιλοσοφικά συστήματα με τομείς Αισθητικής, Ηθικής,Γνωσιολογίας, Μεταφυσικής ή επιχείρησαν να αναλύσουν σημαντικές φιλοσοφικές έννοιες.Η Αναλυτική φιλοσοφία, που εμφανίστηκε κυρίως στις αγγλοσαξονικές χώρες στον αιώνα μας, παραμερίζει συνειδητά τα άλλα φιλοσοφικά προβλήματα, ιδιαίτερα τα μεταφυσικά,και δεν διστάζει να τα χαρακτηρίζει ψευδοπροβλήματα ή και ανοησίες (nonsensical). Οι εκφραστές της Αναλυτικής φιλοσοφίας υποστηρίζουν ότι το κύριο έργο της φιλοσοφίας είναι η ανάλυση και κατανόηση της γλώσσας. Ρητά ή όχι, φαίνονται να έχουν αφετηρία την καντιανή διάκριση των προτάσεων σε “συνθετικές” και “αναλυτικές”· αναλυτική είναι η πρόταση εκείνη που το κατηγόρημά της προκύπτει από τη λογική ανάλυση του υποκειμένου. Λογου χάρη, η πρόταση: “το σώμα έχει έκταση”είναι απλή ανάλυση της έννοιας σώμα (που σημαίνει αντικείμενο που κατέχει χώρο, έχει δια-στάσεις).

Στοχαστές όπως οι G. Ε. Moore, Β.Russell, Α. J. Ayer ασχολήθηκαν πολύ με την ανάλυση της γλώσσας και προώθησαν τη φιλοσοφία της γλώσσας” και τη θεωρία της Γνώσης (Γνωσιολογία).

Αν είναι επιτρεπτή μια κρίση ιστορική, μπορεί κανείς να σημειώσει ότι η Αναλυτική φιλοσοφία εκφράζει την αγγλική πολιτική και διπλωματία, όπως η αρχαία Σοφιστική εξέφραζε την κλασική Αθήνα.Σημαντική επίδραση για τη διαμόρφωση της Αναλυτικής φιλοσοφίας άσκησε το έργο του Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico- philoso-phicus. Σε αυτόν οφείλονται οι αποφθεγματικές διατυπώσεις: “ο κόσμος είναι τα όρια της γλώσσας μου” και “η σημασία μιας λέξης βρίσκεται στη χρήση της”. Πρόκειται για δυναμική αλλά εξωτερική προσέγγιση στη φιλοσοφία.

7. Πολιτική Φιλοσοφία

Ο τομέας της φιλοσοφίας, στον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως πολιτική οντότητα, ως ένα ον του οποίου η συμπεριφορά εξετάζεται στο πλαίσιο της λειτουργίας της πολιτείας ή του κράτους. φατριών) με κοινότητες, όπως το κράτος. Περιλαμβάνει ερωτήματα για τη δικαιοσύνη, το νόμο, την περιουσία, καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών. Η Πολιτική Φιλοσοφία και η Ηθική αποτελούν παραδοσιακά αλληλένδετους τομείς, καθώς και οι δύο περιστρέφονται γύρω από το ερώτημα τού τι είναι καλό και πώς πρέπει να διαβιούν οι άνθρωποι με σκοπό τη συνεχή προαγωγή των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ειδικότερα, η πολιτική φιλοσοφία αφορά στη μελέτη και τη νομιμότητα καταναγκαστικών θεσμών. Θεσμοί, όπως η οικογένεια, η πόλη, το κράτος ή ευρύτεροι ακόμη οργανισμοί, όπως ο O.H.E., είναι καταναγκαστικοί, μια και στους κόλπους των, ορισμένες φορές τουλάχιστον, γίνεται χρήση βίας ή δημιουργείται ο φόβος άσκησης βίας, προκειμένου να ελεγχθεί η συμπεριφορά των μελών τους. H εισαγωγή και η καθιέρωση τέτοιων καταναγκαστικών θεσμών επιτρέπουν στις αρχές, που ορίζονται από τους τελευταίους αυτούς, να ασκούν εξουσία επί των μελών τους. To ερώτημα, εν προκειμένω, είναι αν δικαιολογείται η παρουσία τέτοιων καταναγκαστικών θεσμών. Κατά τη διδασκαλία του αναρχισμού, οι καταναγκαστικοί θεσμοί πρέπει να εκλείψουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ειδικότερα, άλλοι μεν από τους εκπροσώπους της διδασκαλίας του αναρχισμού, όπως ο Προυντον, υποστήριξαν ότι οι καταναγκαστικοί θεσμοί θα πρέπει να αντικατασταθούν από κοινωνικούς και οικονομικούς οργανισμούς, οι οποίοι θα βασίζονται στην εθελούσια συμφωνία των μελών τους, ενώ άλλοι, όπως ο Μπακούνιν, ισχυρίστηκαν ότι οι καταναγκαστικοί θεσμοί θα πρέπει να καταργηθούν με τη χρήση βίας.

Εν αντιθέσει προς τους οπαδούς της διδασκαλίας του αναρχισμού, άλλοι φιλόσοφοι επιχείρησαν να δικαιολογήσουν την παρουσία των καταναγκαστικών θεσμών. Κατά τους φιλοσόφους αυτούς, το ζήτημα εστιάζεται στο πώς θα πρέπει να υπάρχουν οι καταναγκαστικοί θεσμοί και όχι στο αν θα πρέπει να υπάρχουν οι τελευταίοι αυτοί. Ήδη από την αρχαιότητα φιλόσοφοι που, όπως ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης, κατέγιναν, μεταξύ άλλων, στην πολιτική φιλοσοφία, επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα αυτό.

Κατά τη νεότερη εποχή διατυπώθηκαν σχετικώς τρεις βασικές απόψεις – του φιλελευθερισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Σύμφωνα με το φιλελευθερισμό, που οι καταβολές του ανάγονται στη διδασκαλία του Λοκ, οι καταναγκαστικοί θεσμοί δικαιολογούνται, εφόσον εξασφαλίζουν και προωθούν την ελευθερία και τα άλλα αναφαίρετα δικαιώματα του πολίτη, όπως η ιδιοκτησία, το δικαίωμα επιλογής του θρησκεύματος κ.ά. Κατά τον σοσιαλισμό, της οποίας οι απόψεις βασίζονται στη διδασκαλία του Xέγκελ, αμφισβητείται η ισχύς των ατομικών δικαιωμάτων και, αντ’ αυτών, προβάλλονται τα δικαιώματα της συλλογικής ενότητας, της κοινότητας ή της κοινωνίας, τα οποία, αν δεν είναι αντίθετα, είναι οπωσδήποτε ανεξάρτητα από τα ατομικά δικαιώματα. Σύμφωνα με τον κομμουνισμό, ο οποίος είναι συνυφασμένος με τη διδασκαλία του Μαρξ, οι καταναγκαστικοί θεσμοί δικαιολογούνται, εφόσον μπορούν να διασφαλίσουν την ισότητα μεταξύ των πολιτών. Μία καπιταλιστική (κεφαλαιοκρατική) κοινωνία, όπου τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε μία μικρή ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και οικειοποιούνται για δικό τους αποκλειστικά όφελος το μόχθο των εργατών, κατά τους οπαδούς της διδασκαλίας του κομμουνισμού θα πρέπει να ανατραπεί και να αντικατασταθεί από μία κοινωνία στους κόλπους της οποίας τα μέσα παραγωγής θα αποδοθούν στους φυσικούς κτήτορές των, στην εργατική τάξη, και τα προϊόντα θα διατίθενται σύμφωνα με την αρχή του Μαρξ: από τον καθένα ανάλογα με τις δυνάμεις του και στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.

Ανεξάρτητα από το πώς καθεμιά από τις τρεις αναφερθείσες παραπάνω διδασκαλίες δικαιολογεί τους καταναγκαστικούς θεσμούς, όλες τους επιτρέπουν την κοινωνική απείθεια και την επανάσταση, εάν έτσι, μέσω αυτών, είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν οι στόχοι σύμφωνα με τους οποίους, κατά τη γνώμη των εισηγητών των εν λόγω διδασκαλιών, οφείλουν οι καταναγκαστικοί θεσμοί να ρυθμίζουν τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών. Πέρα από το θεμελιώδες ερώτημα για το αν και πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι καταναγκαστικοί θεσμοί, άλλα ζητήματα της πολιτικής φιλοσοφίας είναι θέματα που αφορούν στη σχέση των δύο φύλων, στις διακρίσεις που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων ως προς το χρώμα του δέρματος τους, την καταγωγή τους κ.ά.

πηγές: wikipedia – λεξικό φιλοσοφικών όρων Πελεγρίνη

via

feature, φιλοσοφία

Μικρό Λεξικό Φιλοσοφικών Όρων

Α
Αναλυτική φιλοσοφία. Φιλοσοφικό ρεύμα, του οποίου οι ρίζες βρίσκονται στη σκέψη του Φρέγκε, αλλά που αναπτύσσεται κυρίως στην Αγγλία και στη Βιέννη στις αρχές του 20οΰ αιώνα και εμπνέεται από τα έργα των Ράσελ, Μουρ και Βίτγκενσταϊν. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι δίνουν έμφαση στην ανάλυση των νοημάτων και στη χρήση της λογικής και επιμένουν στην αυστηρότητα των επιχειρημάτων και στην ακρίβεια και τη σαφήνεια του ύφους. Απορρίπτουν τις ολιστικές και τις ιστορικιστικές προσεγγίσεις των προηγούμενων φιλοσόφων και προτείνουν την αντιμετώπιση των παραδοσιακών φιλοσοφικών προβλημάτων κατ’ αρχήν μέσα από τη φιλοσοφία της γλώσσας. Η αναλυτική φιλοσοφία γνωρίζει νέα άνθηση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αγγλία, αλλά και στην Αμερική, όπου ενισχύεται από τη μετανάστευση αρκετών λογικών θετικιστών που ήθελαν να αποφύγουν τον ναζισμό στη Γερμανία και την Αυστρία, και συνδέεται με την εξέλιξη του πραγματισμού. Τα τελευταία χρόνια η αναλυτική φιλοσοφία δεν προβάλλει συγκεκριμένες φιλοσοφικές θέσεις, αλλά διατηρεί μεθοδολογικές και επιστημολογικές αρχές, που έχουν ως βασικό στόχο τη διαφύλαξη της δυνατότητας κριτικού, ορθολογικού ελέγχου του φιλοσοφείν.

Αναλυτικές και συνθετικές προτάσεις. Μια πρόταση είναι αναλυτική, όταν η έννοια του κατηγορουμένου εμπεριέχεται στην έννοια του υποκειμένου. Αντίθετα, συνθετική είναι μια πρόταση στην οποία η έννοια του κατηγορουμένου δεν εμπεριέχεται στην έννοια του υποκειμένου (Καντ). Οι αναλυτικές προτάσεις είναι κενές εμπειρικού περιεχομένου, ενώ οι συνθετικές παρέχουν εμπειρικό περιεχόμενο, δηλαδή πληροφορίες για τον κόσμο. Μια αναλυτική πρόταση είναι αληθής δυνάμει μόνο της σημασίας των λέξεων που περιέχει και των λογικών τους σχέσεων. Μια συνθετική πρόταση είναι αληθής, όταν ανταποκρίνεται στα πράγματα του κόσμου.

Ανθρωπισμός ή ουμανισμός, α) Η πνευματική κίνηση κατά την Αναγέννηση που με τη σπουδή των αρχαίων ελληνικών μνημείων του λόγου αποσκοπούσε στην αναζωογόνηση του ιδεώδους της δημιουργικής και αυτόνομης προσωπικότητας, β) Ο νεο-ουμανισμός (18ος και αρχές 19ου αιώνα) κάνει το ελληνικό ιδεώδες σκοπό κάθε ανώτερης μόρφωσης.
Αντινομίες. Λογικές αντιθέσεις οι οποίες, κατά τον Καντ, προκύπτουν από την προσπάθεια γνώσης της πραγματικότητας καθεαυτήν και όχι μόνο ως σύνολο φαινομένων. Κάθε αντινομία περιλαμβάνει δύο αντίθετες προτάσεις, οι οποίες μας παρουσιάζονται ως αντιφατικές.
Αντιφατικές προτάσεις. Δύο προτάσεις λέγονται αντιφατικές, όταν η μία συνεπάγεται το ψεύδος της άλλης και αντίστροφα, δηλαδή όταν δεν μπορούν και οι δύο να είναι (ταυτόχρονα) αληθείς ή (ταυτόχρονα) ψευδείς. Δύο προτάσεις λέγονται αντίθετες, όταν δεν μπορούν να είναι και οι δύο (ταυτόχρονα) αληθείς, αλλά μπορούν και οι δύο να είναι (ταυτόχρονα) ψευδείς.
Αξία. Θετική ιδιότητα που αποδίδουμε σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Οτιδήποτε μπορεί να καταστεί αντικείμενο ορθολογικής επιθυμίας.
Αξιολογία. Βασικός κλάδος φιλοσοφικής αναζήτησης που καλύπτει τους προβληματισμούς της πρακτικής φιλοσοφίας στο σύνολο της. Όταν θέλουμε να βρούμε αρχές που να ρυθμίζουν τις πράξεις μας και να μας καθοδηγούν στην οργάνωση της ζωής μας, ενδιαφερόμαστε για την πρακτική φιλοσοφία, που περιλαμβάνει την ηθική, την πολιτική φιλοσοφία, αλλά και την αισθητική. Επειδή στην πρακτική φιλοσοφία μιλάμε συνήθως για αξίες που μας κατευθύνουν και που θέλουμε να πραγματώσουμε, αυτός ο κλάδος ονομάζεται και αξιολογία.
a posteriori (κατά λέξη ερμηνεία: εκ των υστέρων). Ιδιότητα γνωστικών στοιχείων που δεν προϋπάρχουν στην ανθρώπινη νόηση, αλλά προέρχονται από την εμπειρικά προσιτή πραγματικότητα. Ο όρος χρησιμοποιείται ως επίθετο (έννοια a posteriori) και ως επίρρημα (γνωρίζω κάτι α posteriori). Το υλικό που ο κόσμος της εμπειρίας προσφέρει μέσω των αισθήσεων είναι γνωστικό στοιχείο a posteriori. Γνώσεις a posteriori είναι “οι εμπειρικές γνώσεις ή οι γνώσεις που είναι δυνατές […] μόνο με την εμπειρία” (Καντ). Ο όρος a posteriori χρησιμοποιείται και για τον προσδιορισμό προτάσεων η αλήθεια των οποίων γίνεται γνωστή μόνο μέσω της εμπειρίας.
a priori (κατά λέξη ερμηνεία: εκ των προτέρων). Ιδιότητα αυτού που είναι χρονικά πρότερο ή/ και λογικά ανεξάρτητο από την εμπειρία. Ο όρος χρησιμοποιείται ως επίθετο (έννοια a priori) και ως επίρρημα (γνωρίζω κάτι a priori). “Με τον όρο γνώσεις a priori εννοούμε […] αυτές που είναι απολύτως ανεξάρτητες από κάθε εμπειρία” (Καντ). Ειδικότερα, είναι η ιδιότητα αυτού που προϋπάρχει στην ανθρώπινη νόηση ως όρος για την απόκτηση οποιασδήποτε εμπειρικής γνώσης. Κατά τον Καντ, οι θεμελιώδεις μορφές της εποπτείας (ο χώρος και ο χρόνος) και οι θεμελιώδεις μορφές της νόησης (οι κατηγορίες) είναι στοιχεία α ρήοή. Ο όρος a priori χρησιμοποιείται και για τον προσδιορισμό προτάσεων η αλήθεια των οποίων μας είναι γνωστή ανεξάρτητα από την εμπειρία. (Κατά τον Καντ, υπάρχουν συνθετικές α ρήοή προτάσεις, που μας παρέχουν πληροφορίες για την εμπειρική πραγματικότητα, παρ’ όλο που η αλήθεια τους μας είναι γνωστή ανεξάρτητα από την εμπειρία, επειδή οι προτάσεις αυτές αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο νους μας οργανώνει το υλικό της εμπειρίας.)
Αρετή (ηθική). Εξαίρετο γνώρισμα του χαρακτήρα, που μπορεί να αποτελέσει το κύριο γνώρισμα της ηθικότητας και πρέπει ενδεχομένως να εννοηθεί κατά προτεραιότητα ως προς τις οποιεσδήποτε ηθικές αρχές. Κατά τον Αριστοτέλη, η ηθική αρετή ορίζεται ως “μεσότητα” ανάμεσα στην έλλειψη και την υπερβολή.
Γ-Δ
Γνωσιολογία/γνωσιοθεωρία. Βασικός κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με τις δυνατότητες, τις πηγές, τα είδη και τις μεθόδους απόκτησης της γνώσης.
Διαφωτισμός. Πνευματικό και πολιτιστικό κίνημα της Ευρώπης του 18ου αιώνα. Χαρακτηρίζεται από την πίστη στην πρόοδο, η οποία θα έλθει μέσω της άσκησης του ορθού λόγου, και από την απόρριψη της παράδοσης του σκοταδισμού και της αυθεντίας. Άσκησε σκληρή κριτική στις κοινωνίες της εποχής και προετοίμασε το έδαφος για τη Γαλλική Επανάσταση. Ο Διαφωτισμός πολέμησε την Εκκλησία και υπερασπίστηκε τις ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Δικαιώματα. Ηθικές ιδιότητες που αποδίδονται στα μέλη μιας κοινωνίας πολιτών, αλλά και γενικότερα σε όλους τους ανθρώπους (καθολικά ή οικουμενικά δικαιώματα), και ισοδυναμούν με την αξίωση για μια συγκεκριμένη μεταχείριση. Νοούνται ως αρνητικά, όταν επιβάλλουν την προστασία από οποιαδήποτε παρέμβαση που απειλεί τη ζωή, την ελευθερία ή την ιδιοκτησία, και ως θετικά, όταν σημαίνουν την ύπαρξη δυνατοτήτων που πρέπει να υποστηριχθούν και να υποβοηθηθούν. Ορισμένοι φιλόσοφοι μιλούν για “φυσικά” δικαιώματα που διαθέτουν οι άνθρωποι από τη γέννηση τους, ενώ άλλοι δέχονται την ύπαρξη δικαιωμάτων μόνο ως αποτέλεσμα ρητής ή σιωπηρής πολιτικής συμφωνίας.
Δομή. Σύστημα στοιχείων οργανωμένων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απαρτίζουν ένα όλο με εσωτερική συνοχή και αυτοτέλεια. Στο πλαίσιο της δομής το μερικό προσδιορίζεται απόλυτα από το γενικό, ενώ και η παραμικρή μεταβολή στο επιμέρους επηρεάζει άμεσα το σύνολο.
Δυϊσμός. Μεταφυσική θεωρία συμφωνά με την οποία η πραγματικότητα περιλαμβάνει δυο θεμελιώδεις υποστάσεις, ουσίες ή οντότητες, το πνεύμα και την ύλη, και όσον αφορά τον άνθρωπο, την ψυχή (ή τον νου) και το σώμα.
Ε
Εγκυρότητα. Ιδιότητα της δομής ενός παραγωγικού επιχειρήματος στο οποίο, όταν όλες οι προκείμενες είναι αληθείς, το συμπέρασμα είναι και αυτό αναγκαία αληθές (δεν μπορεί ποτέ να είναι ψευδές).
Εμπειρία. Η επίδραση της πραγματικότητας στον νου μέσω των αισθήσεων.
Εμπειρισμός. Η γνωσιολογική θεωρία συμφωνά με την οποία δεν υπάρχει ουσιώδης α ρήοή γνώση του κόσμου. Όλη η γνώση μας για την πραγματικότητα προέρχεται από την εμπειρία και παρέχεται μέσω των αισθήσεων (Λοκ, Μπέρκλεϋ, Χιουμ, Μιλ). Το αντίθετο του εμπειρισμού είναι ο ορθολογισμός.
Επαγωγή. Σε αντίθεση με την παραγωγή, είναι η κίνηση από το επιμέρους στο γενικό, από το παρατηρημένο στο μη παρατηρημένο, από το γνωστό στο άγνωστο, μια γενίκευση από την εμπειρία. Το πρόβλημα της επαγωγής συνίσταται στο ότι δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε βέβαιοι πως το μη παρατηρημένο θα είναι όμοιο με το παρατηρημένο και στο ότι το μέλλον θα μοιάζει με το παρελθόν. Γι’ αυτό και το συμπέρασμα ενός επαγωγικού επιχειρήματος δε συνάγεται με λογική αναγκαιότητα από τις προκείμενες. Η λύση του προβλήματος της επαγωγής προϋποθέτει πως η φύση χαρακτηρίζεται από ομοιομορφία και ό,τι συμβαίνει στη φύση μια φορά θα συμβαίνει πάλι σταθερά κάτω από τις ίδιες σχέσεις.
Επιστημολογία. Η φιλοσοφία των επιστημών. Στην αγγλική γλώσσα ο όρος σημαίνει γενικότερα τη γνωσιολογία.

Επιχείρημα. Ένα σύνολο προτάσεων (των προκειμένων) που επιτρέπουν να οδηγηθούμε λογικά σε μια άλλη πρόταση (το συμπέρασμα). Σε ένα παραγωγικό επιχείρημα οδηγούμαστε συνήθως από το γενικό στο επιμέρους, και το συμπέρασμα, όταν το επιχείρημα είναι έγκυρο, συνάγεται με λογική αναγκαιότητα από τις προκείμενες” σε ένα επαγωγικό επιχείρημα οδηγούμαστε συνήθως από το επιμέρους στο γενικό, και το συμπέρασμα δε συνάγεται με λογική αναγκαιότητα από τις προκείμενες.
Εποπτεία. Στη γνωσιολογία του Καντ οι εποπτείες είναι οι άμεσες, ενιαίες παραστάσεις που παρουσιάζονται στις αισθήσεις μας. Αυτές περιέχουν το πολλαπλό εμπειρικό υλικό, το οποίο έχει ήδη μεταβληθεί σε μια πρώτη επεξεργασία, πριν έλθει σε επαφή με τις κατηγορίες, τις νοητικές λειτουργίες που διαμορφώνουν παραστάσεις ενός βαθύτερου επιπέδου, τις έννοιες. Οι θεμελιώδεις μορφές της εποπτείας, χάρη στις οποίες το ακατέργαστο εμπειρικό υλικό υφίσταται μια πρώτη επεξεργασία, είναι ο χώρος και ο χρόνος.
Είδος-γένος. Όταν το πλάτος μιας έννοιας εμπεριέχεται εξ ολοκλήρου στο πλάτος μιας άλλης, τότε η ευρύτερη έννοια λέγεται γένος και η στενότερη είδος.
Εποχή, α) Στους αρχαίους σκεπτικούς είναι η αναστολή της κρίσης, της διατύπωσης γνώμης, επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα να υποστηριχθεί μία από τις αντιτιθέμενες -και εξίσου αληθοφανείς- απόψεις, β) Στη φαινομενολογία είναι η τοποθέτηση “μέσα σε παρένθεση” του κόσμου, η οποία δε σημαίνει ούτε απόρριψη ούτε αποδοχή της ύπαρξης του.
Θ-Ι
Θεμελιωτισμός (θεμελιοκρατία). Θεωρία σχετική με την αιτιολόγηση των πεποιθήσεων μας. Σύμφωνα με αυτήν, η αιτιολόγηση (και κατ’ επέκταση η γνώση) πρέπει να στηρίζεται σε σταθερά θεμέλια. Ειδικότερα, ο θεμελιωτισμός δέχεται πως οι πεποιθήσεις μας διακρίνονται σε βασικές και σε μη βασικές και, ενώ οι δευτέρες συνάγονται από τις πρώτες, δε συμβαίνει ποτέ το αντίστροφο.
Θετικισμός. Ως γνωσιολογικός όρος ο θετικισμός δηλώνει τη σχολή εκείνη που δέχεται ότι η πραγματική γνώση παρέχεται μόνο από τις επιστήμες και ειδικότερα τις φυσικές. Είναι η τάση να περιοριστεί η φιλοσοφία στην πραγματική εμπειρία, στα θετικά δεδομένα, και να απομακρυνθεί από γενικές μεταφυσικές έννοιες και προβλήματα για τις αρχές όλων των πραγμάτων. Ο θετικισμός παρουσιάστηκε ως ιδιαίτερο φιλοσοφικό ρεΰμα μέσα από το έργο του Ογκΰστ Κοντ (βλ. και νεοθετικισμός, Κύκλος της Βιένης).
Θεωρία αλληλεπίδρασης. Η δυϊστική θεωρία την οποία ανέπτυξε ο Ντεκάρτ, συμφωνά με την οποία ο άνθρωπος συνίσταται από δυο υποστάσεις ή ουσίες, την ψυχή/πνεύμα/νου και το σώμα, που αλληλεπιδρούν.
Θεωρία αξιοπιστίας. Θεωρία αιτιολόγησης πεποιθήσεων, σύμφωνα με την οποία αιτιολογημένες είναι εκείνες οι πεποιθήσεις που αποκτώνται μέσα από μια αξιόπιστη νοητική διαδικασία και η διαδικασία αυτή ορίζεται από τη συνήθη ικανότητα της να οδηγεί σε αληθείς πεποιθήσεις.
Θεωρία διπλής όψης ή δυο όψεων. Θεωρία που αφορά τις σχέσεις νου/σώματος και πνεύματος/ύλης. Σύμφωνα με αυτήν, τα ανθρώπινα όντα -αλλά και άλλα όντα με συνειδητή εμπειρία- αποτελούν ενιαίες υποστάσεις ή έχουν ενιαία ουσία, η οποία όμως εμφανίζεται με δύο όψεις, την πνευματική και την υλική. Στην προσπάθεια μας να εξηγήσουμε τη σχέση αυτών των όψεων δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε ή να θεωρήσουμε δευτερεύουσα τη μία ή την άλλη από αυτές τις όψεις, να “αναγάγουμε” τη μία στην άλλη.
Ιδεαλισμός, α) Με την έννοια αυτή δηλώνεται στη μεταφυσική η άρνηση της ανεξάρτητης από το πνεύμα ύπαρξης του εξωτερικού κόσμου. Είναι η διδασκαλία κατά την οποία η αληθινή πραγματικότητα συνίσταται από υπερβατικές ιδέες (Πλάτων), ή σύμφωνα με την οποία το επιμέρους εγώ ή το υπερβατολογικό εγώ (υπερβατολογικός ιδεαλισμός) στηρίζει οντολογικά ή και δημιουργεί τα αντικείμενα της σκέψης μας (Μπέρκλεϋ, Φίχτε). Ο γερμανικός ιδεαλισμός δημιουργήθηκε μέσα από την κριτική φιλοσοφία του Καντ με τα μεταφυσικά συστήματα των Φίχτε, Σέλινγκ και Χέγκελ. Για τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Χέγκελ χρησιμοποιείται συχνά ο όρος αντικειμενικός ιδεαλισμός (για τη σκέψη του Χέγκελ και ο όρος απόλυτος ιδεαλισμός), ενώ για τη φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ και του Φίχτε χρησιμοποιείται ο όρος υποκειμενικός ιδεαλισμός. Ο Καντ έχει προτείνει τον όρο νπερβατολογικός ιδεαλισμός για τη δική του ιδιότυπη σύνθεση ρεαλισμού και ιδεαλισμού. Ο υπερβατολογικός του ιδεαλισμός έχει ερμηνευτεί και ως άρνηση της νομιμότητας της παραδοσιακής θεώρησης του κόσμου υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, ως ενός συνόλου πραγμάτων καθεαυτό, β) Με τον όρο ιδεαλισμός δηλώνεται και η οντολογική προτεραιότητα της συνείδησης (του νου) έναντι του Είναι (συνόλου υλικών πραγμάτων και σχέσεων). Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός αντιδιαστέλλεται συνήθως προς τον ρεαλισμό, ενώ ο αντικειμενικός ιδεαλισμός και ο ιδεαλισμός με τη σημασία β προς τον υλισμό.
Ιδεολογία. Σύστημα από ιδέες και αξίες που εκφράζουν την εικόνα του κόσμου, τη “συνείδηση” που έχει μια κοινωνική ομάδα ή τάξη, μια κοινωνία ή και ολόκληρος ο κόσμος. Είναι ένα μέσο για τη σταθεροποίηση των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στο πνεύμα (τέχνη, φιλοσοφία, δίκαιο, ηθική) και στην κοινωνική πραγματικότητα, ένα μέσο για τη συνοχή των κοινωνικών ομάδων και για την παρώθηση τους στην πράξη. Στον Μαρξ η ιδεολογία είναι μάλλον “ψευδής συνείδηση”, δηλαδή μια παραπλανημένη εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας (ιδεολογικό εποικοδόμημα σε σχέση με την κοινωνική βάση).
Κ-Λ
Κατηγορίες, α) Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι τα γενικότατα εκείνα σχήματα στα οποίαμπορούν να υπαχθούν λογικά τα όντα και να προσδιοριστούν από αυτά. β) Σύμφωνα με τον Καντ, είναι οι προεμπειρικές (a priori) μορφές λειτουργίας της νόησης, χάρη στις οποίες οργανώνεται και αξιοποιείται το υλικό της εμπειρίας.

Κατηγορική προσταγή. Βασική αρχή της καντιανής ηθικής. Σύμφωνα με αυτήν, το υποκείμενο της πράξης πρέπει να πράττει έτσι, ώστε να μπορεί να θέλει ο γνώμονας της πράξης του να
χρησιμεύσει ως καθολικός νόμος και να μεταχειρίζεται την ανθρωπότητα στο πρόσωπο του και στο πρόσωπο των άλλων πάντοτε ως (αυτό-)σκοπό και ποτέ μόνο ως μέσο.

Κύκλος της Βιένης. Κύκλος φιλοσόφων και μαθηματικών που σχημάτισε ο Μόριτς Σλικ, προκειμένου να εγκαθιδρύσει μια νέα φιλοσοφία επιστημονικά θεμελιωμένη (βλ. νεοθετικισμός). Η φιλοσοφική θεώρηση του κύκλου της Βιένης εμπνεύστηκε σε μεγάλο βαθμό από μια συγκεκριμένη θετικιστική ερμηνεία του Tractatus Logico- Fhilosophicus του Βίτγκενστάϊν.
Κυνική φιλοσοφία. Η σχολή των κυνικών, μία από τις επονομαζόμενες σωκρατικές σχολές, θεμελιώθηκε (μετά τον θάνατο του Σωκράτη) από τον Αντισθένη (444-368 π.Χ.) στο γυμνάσιο Κυνόσαργες (απ’ όπου η σχολή πήρε την ονομασία της). Η διδασκαλία που αναπτύχθηκε στη σχολή αφορούσε κυρίως την πρακτική ηθική. Αλλοι κυνικοί φιλόσοφοι ήταν ο Διογένης και ο Κράτης.
Λειτουργισμός. Θεωρία για τη φύση των νοητικών και γενικότερα των ψυχικών φαινομένων, εμπνευσμένη από το πρότυπο του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, εκείνο που ονομάζουμε ψυχή, πνεύμα ή νου δεν είναι τίποτα περισσότερο από το σύνολο των λειτουργιών επεξεργασίας “εισερχόμενων δεδομένων” (εισροές: input), δηλαδή αισθητηριακών ερεθισμάτων, και “παραγωγής αντιδράσεων” (εκροές: output) του οργανισμού, δηλαδή των συμπεριφορικών του εκδηλώσεων και πράξεων.
Λογική. Η λογική θα μπορούσε να θεωρηθεί ξεχωριστός κλάδος της φιλοσοφίας, αλλά για τους περισσότερους φιλοσόφους αποτελεί κυρίως το όργανο της ορθής νόησης που είναι
απαραίτητο όχι μόνο για κάθε μορφή φιλοσοφικής δραστηριότητας, αλλά και για όλες τις επιστήμες. Στην εποχή μας η συμβολική λογική, που προσπαθεί να “τυποποιήσει” και να μεταγράψει σε συμβολική γλώσσα όλες τις μορφές της έγκυρης επιχειρηματολογίας, αποτελεί κλάδο των μαθηματικών.

Λόγος, α) Ο νους, το “μυαλό”, το “πνεύμα”, β) Η συλλογιστική ικανότητα της ψυχής, με την οποία αυτή τακτοποιεί, oργανώνει και αξιοποιεί τα νοήματα της. γ) Η γλωσσική έκφραση-προφορική ή γραπτή- των νοημάτων. Ο ορθός λόγος είναι το σύνολο των ανώτερων νοητικών ικανοτήτων.
Μ-Ν
Μεταφυσική ή οντολογία. Βασικός κλάδος της φιλοσοφίας που διερευνά τη βαθύτερη υφή της πραγματικότητας και προσπαθεί να οδηγήσει σε μια γενική θεώρηση του τι υπάρχει πραγματικά.

Μονισμός. Η φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι υπάρχει μία και μόνη ουσία στο σύμπαν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η θεωρία του Σπινόζα για την ουσία, που την ταυτίζει με τον Θεό ή τη φύση, και η θεωρία του Χέγκελ για την απόλυτη ιδέα. Γενικά, μονιστική είναι κάθε θεωρία που υποστηρίζει την ύπαρξη μίας και μοναδικής αρχής ή υπόστασης, είτε αυτή είναι υλική (υλισμός) είτε πνευματική (ιδεαλισμός).
Νεοθετικισμός (λογικός θετικισμός – λογικός εμπειρισμός). Ανανεωμένος θετικισμός μέσω της χρήσης της μαθηματικής λογικής και της φιλοσοφίας της γλώσσας (Σλικ- Κάρναπ) – βλ. Κύκλος της Βιέννης.
Νομιναλισμός (ονοματοκρατία). Η λέξη προέρχεται από το λατινικό nomen, που σημαίνει όνομα. Στη σχολαστική φιλοσοφία του Μεσαίωνα ήταν η άποψη που υποστήριζε ότι οι γενικές έννοιες δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τη νόηση μας, αλλά είναι απλώς ονόματα που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτα αληθινά υπαρκτό. Έτσι, οι νομιναλιστές απέρριπταν την πλατωνική θεωρία των ιδεών. Ο Γουίλιαμ Όκαμ είναι από τους γνωστότερους νομιναλιστές της εποχής αυτής.
Νους. Το σύνολο των ανώτερων πνευματικών λειτουργιών της ανθρώπινης ψυχής που χρησιμοποιείται κατά συνεκδοχή για να δηλώσει την ψυχή ή το πνεύμα, γενικά.
Ντετερμινισμός (από το λατινικό deternino = ορίζω, περιορίζω, προσδιορίζω). Μεταφυσική αρχή σύμφωνα με την οποία τα φαινόμενα καθορίζονται από ακριβείς συνθήκες ύπαρξης, με αποτέλεσμα τα ίδια αίτια να προκαλούν πάντοτε τα ίδια αποτελέσματα. Όλα τα συμβάντα καθορίζονται αναγκαστικά από προγενέστερα συμβάντα. Οι φιλόσοφοι μιλούν συχνά για διάφορες μορφές ντετερμινισμού: λογικό, θεολογικό, φυσικό, βιολογικό, ιστορικό, οικονομικό κτλ. Κατά τον φυσικό ντετερμινισμό, η σταθερή σχέση αιτίου-αποτελέσματος μπορεί να διατυπωθεί με επιστημονικούς νόμους, που καθιστούν δυνατή την πρόβλεψη των φαινομένων. Ο ντετερμινισμός φαίνεται να προκαλεί πρόβλημα για την ανθρώπινη ελευθερία.
Ο-Π-Ρ
Ον. α) Αυτό που έχει αντικειμενική ύπαρξη, β) Όλα όσα υπάρχουν γενικά, η αντικειμενική πραγματικότητα συνολικά, γ) Αυτό που υπάρχει πραγματικά και μάλιστα διαφοροποιείται από τα φαινόμενα των οποίων αποτελεί αιτία ύπαρξης.

Οντολογία. Η επιστήμη του όντος, ο κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με το ον. Μπορεί να θεωρηθεί επιμέρους κλάδος της μεταφυσικής, αν και συχνά οι δύο όροι χρησιμοποιούνται σαν να ήταν συνώνυμοι.
Ορθολογισμός (ρασιοναλισμός), α) Γνωσιολογική θεωρία σύμφωνα με την οποία διαθέτουμε ουσιώδη a priori γνώση του κόσμου. Η πραγματική γνώση του κόσμου μάς παρέχεται από τον λόγο ή τον νου και όχι από τις αισθήσεις (Πλάτων, Ντεκάρτ, Σπινόζα, Λάιμπνιτς, Χέγκελ). Αντίθετο του είναι ο εμπειρισμός, β) Χαρακτηριστικό της στάσης ζωής και κάθε επιμέρους τοποθέτησης που δίνει έμφαση στη λογική και υποβαθμίζει το συναίσθημα.
Ορισμός. Έκφραση που μας δίνει την ακριβή σημασία μιας λέξης. Παλαιότερα γινόταν διάκριση ανάμεσα σε ονοματικούς και πραγματικούς ορισμούς. Ο ονοματικός ορισμός εξηγεί απλώς τη σημασία ενός όρου σύμφωνα με τη χρήση του στη γλώσσα. Ο πραγματικός ορισμός δίνει την κοινή δομή ή τα κοινά ουσιώδη χαρακτηριστικά όλων των πραγμάτων που ονομάζονται με αυτόν τον όρο. Κατά τον Αριστοτέλη, ο επιτυχής ορισμός ενός πράγματος αποδίδει την ουσία του.
Ουσία. α) Κάτι που υπάρχει αντικειμενικά και εξαιτίας του οποίου αποκτούν νόημα τα γνωρίσματα που το προσδιορίζουν. Κάτι που μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από κάτι άλλο ή διαθέτει οντολογική προτεραιότητα. Για τη σημασία αυτή χρησιμοποιείται συχνά στη νεοελληνική γλώσσα ο όρος υπόσταση, β) Η βασική ιδιότητα ενός όντος που το κάνει να είναι αυτό που είναι: “Κατάλαβα […] πως ήμουν μια υπόσταση που όλη η ουσία ή η φύση της δεν ήταν παρά η σκέψη” (Ντεκάρτ). γ) Κάτι σταθερό και αιώνιο που βρίσκεται πίσω από τα αισθητά και αποτελεί τη μεταφυσική αρχή τους. Κατά τον Πλάτωνα, λόγου χάριν, ουσία των όντων είναι οι ιδέες.
Ουτοπία. Ιδανική εικόνα πολιτείας που κείται στο μέλλον ή καμιά φορά και στο παρελθόν (“χαμένος παράδεισος”). Παραδείγματα ουτοπίας είναι η “πολιτεία” του Πλάτωνα, η “Νέα Ατλαντίδα” (1621) του Φρ. Μπέικον, η “Πολιτεία του Ήλιου” (1623) του Καμπανέλα.
Παράδοξα. Λογικά προβληματικές προτάσεις. Σε παράδοξα οδηγούμαστε συνήθως όταν από έναν αριθμό προκείμενων προτάσεων που θεωρούνται όλες αληθείς καταλήγουμε, με έγκυρα επιχειρήματα, σε αντιφατικά συμπεράσματα.
Πραγματισμός. Η διδασκαλία κατά την οποία η αλήθεια συνίσταται στην πρακτική ωφέλεια και στη λειτουργικότητα της μέσα στη ζωή. Έτσι, η σκέψη, κάθε κοσμοθεωρία και φιλοσοφία, βρίσκει τα κριτήρια της αξίας και της αλήθειας μόνο στις δυνατότητες της πρακτικής χρησιμότητας τους: “ό,τι είναι καρπώσιμο, αυτό μόνο είναι αληθινό”. Γνώση και σκέψη είναι γι’ αυτό όργανα για την πρακτική ζωή, έκφραση της ίδιας της πειραματιζόμενης φύσης. Εκπρόσωποι της θεωρίας αυτής είναι ο Περς, ο Τζέιμς, ο Ντιούι κ.ά.
Προεμπειρικός (συνώνυμο του a priori) Το επίθετο αυτό χαρακτηρίζει τα στοιχεία που δεν προέρχονται από την εμπειρία, αλλά προϋπάρχουν στη νόηση είτε ως έμφυτες ιδέες είτε ως “δομές”, σύμφωνα με τις οποίες αυτή λειτουργεί καθώς επεξεργάζεται το εμπειρικό υλικό.
Προφανές (το λατινικό evidentia). Γνωστικό στοιχείο που επιβάλλεται στη νόηση ως κάτι αυταπόδεικτο και αποσπά τη συγκατάθεση της χωρίς να απαιτείται λογική διαδικασία.
Ρεαλισμός. Όρος που σημαίνει γενικά ανεξάρτητη ύπαρξη και παραπέμπει σε δύο τουλάχιστον διαφορετικές θεωρίες: α) Σε αντίθεση προς τον ιδεαλισμό, δηλώνει τη θεωρία ότι υπάρχει ένας κόσμος πραγμάτων που δεν εξαρτούν την ύπαρξη τους από κάποιο πνεύμα που τα αντιλαμβάνεται, β) Σε αντίθεση προς τον νομιναλισμό δηλώνει τη θεωρία ότι υπάρχουν πραγματικά οι αφηρημένες οντότητες ή οι καθολικές έννοιες, που αντιστοιχούν στους γενικούς όρους της γλώσσας μας. Στην τέχνη ο ρεαλισμός είναι ένα γενικό επανερχόμενο χαρακτηριστικό, αλλά και ένα ιδιαίτερο ιστορικό κίνημα, που το συναντούμε στη ζωγραφική, στη λογοτεχνία και στο θέατρο. Σε αντίθεση προς τον ρομαντισμό, ο ρεαλισμός ως τεχνική αλλά και ως θεωρία δηλώνει την “επιθυμία και την τάση της τέχνης να προσεγγίσει την πραγματικότητα”: να μιμηθεί ακριβώς την εξωτερική και ιστορική εμπειρία, να φαίνεται αληθινή.
Σ-Τ
Σολιψισμός (από το λατινικό solus= μόνος και ipse= αυτός). Κατά τον σολιψισμό, που αποτελεί μια ακραία μορφή υποκειμενικού ιδεαλισμού, το μόνο πράγμα που υπάρχει αναμφισβήτητα για το σκεπτόμενο υποκείμενο είναι η συνείδηση του με τα περιεχόμενα της.

Σοσιαλισμός. Η πολιτική θεωρία και ιδεολογία σύμφωνα με την οποία βασική επιδίωξη μιας κοινωνίας πρέπει να είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, νοούμενη ως απάλειψη των ανισοτήτων. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με τη ριζική αναδιανομή του εισοδήματος και -σύμφωνα με το κομμουνιστικό πολιτικό πρότυπο- με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τον κεντρικό έλεγχο των μέσων παραγωγής, με απώτερο σκοπό τη διαμόρφωση μιας αταξικής κοινωνίας.
Στρουκτουραλισμός. Αυτό που χαρακτηρίζεται συνήθως στρουκτουραλισμός δεν είναι μια εδραιωμένη σχολή, όπως λόγου χάριν ο στωικισμός ή ο επικουρισμός. Είναι ένα ρεύμα σκέψης, το οποίο ξεκίνησε από τις εργασίες του Φερντινάν ντε Σοσύρ και συνεχίστηκε με τις έρευνες της σύγχρονης γλωσσολογίας, που έδινε έμφαση στη δομική ανάλυση και στη μελέτη των συστηματικών σχέσεων μεταξύ των γλωσσικών σημείων. Στη Γαλλία ανέπτυξαν αυτό το κίνημα ο Κλοντ Λεβί-Στρος στην εθνολογία, ο Ζακ Λακάν στην ψυχανάλυση, ο Λουί Αλτουσέρ στον μαρξισμό και ο Μισέλ Φουκό στην επιστημολογία. Ο στρουκτουραλισμός στη φιλοσοφία παρουσιάζεται ως αντιανθρωπισμός, ο άνθρωπος δεν είναι πια “το μέτρο όλων των πραγμάτων”, αλλά προϊόν δομών.
Συμπερασμού, κανόνες. Κανόνες για την κατασκευή έγκυρων επιχειρημάτων, που μας οδηγούν στη συναγωγή συμπερασμάτων από κάποιες προκείμενες προτάσεις με καθορισμένη
δομή.

Συμπεριφορισμός (μπιχεβιορισμός). Η θεωρία συμφωνά με την οποία όλα τα πνευματικά,νοητικά ή ψυχικά φαινόμενα δε φανερώνουν την ύπαρξη κάποιας ιδιαίτερης υπόστασης ή ουσίας, αλλά συνίστανται απλώς σε εκδηλώσεις τρόπων συμπεριφοράς.
Συνεκτικισμός. Η θεωρία αιτιολόγησης των πεποιθήσεων σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ βασικών και μη βασικών πεποιθήσεων, αλλά οι πεποιθήσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα σύνολο, που δε διαθέτει οποιαδήποτε θεμέλια και τα μέλη του οποίου αλληλοϋποστηρίζονται (το αντίθετο του είναι ο θεμελιωτισμός). Ανάλογη είναι και η θεωρία της αλήθειας ως συνοχής προτάσεων.
Σχετικισμός. Είναι η φιλοσοφική θεωρία συμφωνά με την οποία η αλήθεια, το νόημα των εννοιών ή/και οι αξίες είναι σχετικές προς ένα άτομο, μια κοινωνία, έναν πολιτισμό ή μια ιστορική περίοδο. Οι φιλόσοφοι κάνουν συχνά διάκριση ανάμεσα σε γνωσιολογικό, εννοιολογικό και ηθικό σχετικισμό.
Ταυτολογία. Στη νεότερη λογική ταυτολογία είναι μια συνθέτη πρόταση που είναι πάντοτε αληθής λόγω της δομής της, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή το ψευδός των προτάσεων που την αποτελούν. Προτάσεις που αντίστοιχα είναι πάντοτε ψευδείς λέγονται (αυτό-)αντιφάσεις.
Υ-Φ-Ω
Υλισμός. Η θέση σύμφωνα με την οποία ο υλικός κόσμος είναι η μοναδική πραγματικότητα στην οποία ανάγονται όλα τα άλλα (γνώση, ιδεολογία, συνείδηση). Αντίθετες έννοιες του υλισμού είναι η αϋλοκρατία, ο σπιριτουαλισμός, ο ιδεαλισμός.

Υπαρξισμός. Φιλοσοφική θεωρία που πιστεύεται πως διαμορφώθηκε αρχικά μέσα από τη σκέψη του Κίρκεγκορ. Γι’ αυτήν προέχει η συγκεκριμένη ύπαρξη σε σχέση με το Είναι. Είναι η φιλοσοφία που θέτει στο κέντρο όχι πράγματα, έννοιες ή ιδέες, αλλά τον πραγματικό,ξεχωριστό άνθρωπο που υπάρχει, τον άνθρωπο ως μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη. Η υπαρξιστική παράδοση, που κατάγεται από τον Αυγουστίνο και τον Πασκάλ, οδηγεί μέσω του Νίτσε, του Γιάσπερς και του Χάιντεγκερ (που καθιέρωσε το 1927 τη λέξη “υπαρξισμός”) ως τον Γάλλο Γκαμπριέλ Μαρσέλ. Ο Σαρτρ θεμελίωσε τη σημαντικότερη γαλλική υπαρξιστική σχολή το 1943 με το Είναι και Μηδέν και το 1946 με το Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός. Το περιοδικό Μοντέρνοι Καιροί έγινε όργανο αυτής της κατεύθυνσης. Στο κίνημα αυτό ανήκαν η Σιμόν ντε Μποβουάρ και ο Αλμπέρ Καμύ.
Υπερβατολογικός. Βασικός μεθοδολογικός όρος της καντιανής γνωσιοθεωρίας. Υπερβατολογική λέγεται η γνώση που δεν ασχολείται με αντικείμενα αλλά με τον τρόπο της a priori γνώσης των αντικειμένων. Η υπερβατολογική φιλοσοφία έχει ως έργο να ερευνά αν και κατά πόσο είναι δυνατή μια γνώση α priori. Η έννοια αντιδιαστέλλεται προς εκείνη του υπερβατικού.
Υπερβατικός. Οτιδήποτε εκτείνεται πέρα από τα όρια της δυνατής εμπειρίας. Κατά τον Καντ, η υπερβατική γνώση (του θεού, της αθανασίας της ψυχής, της βαθύτερης υφής της πραγματικότητας θεωρημένης καθεαυτήν) δεν είναι δυνατή, αντίθετα με ό,τι πίστευε η παραδοσιακή μεταφυσική.
Υπόσταση. Βλ. ουσία.

Φιλελευθερισμός. Η πολιτική θεωρία και ιδεολογία που δίνει έμφαση στην ατομική ελευθερία και στα δικαιώματα που την εκφράζουν. Εξισωτικός χαρακτηρίζεται κάθε φιλελευθερισμός που επιδιώκει τον συνδυασμό ελευθερίας και κάποιας μορφής ισότητας, ως αξίας απαραίτητης για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Φιλοσοφία του νου. Κλάδος της σύγχρονης φιλοσοφίας που ασχολείται με τα παραδοσιακά μεταφυσικά ζητήματα, τα οποία αφορούν την υφή των νοητικών φαινομένων και τη σχέση ψυχής/πνεύματος και σώματος.
Φυσιοκρατία. Η φιλοσοφική θέση σύμφωνα με την οποία όλα τα όντα και οι ιδιότητες τους ανήκουν στον φυσικό κόσμο και δεν υπάρχει κάποια υπερφυσική/υπερβατική πραγματικότητα. Νόμιμες είναι μόνο εκείνες οι εξηγήσεις που ανάγονται σε τελευταία ανάλυση στις εξηγήσεις των φυσικών επιστημών. Η θέση αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με αυτό που παλαιότερα ονομαζόταν υλισμός. Ο φυσικαλισμός παρουσιάζεται ως ακραία μορφή υλισμού, που επιδιώκει την αναγωγή όλων των φαινομένων σε φαινόμενα τα οποία μελετούν οι φυσικές επιστήμες.
Ωφελιμισμός. Ηθική θεωρία η οποία αποβλέπει στην ηθική αποτίμηση και καθοδήγηση των πράξεων και των κανόνων που τις διέπουν. Αναπτύχθηκε από τα τέλη του 18ου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Κύριοι εισηγητές της ήταν ο Τζερεμυ Μπένθαμ και ο Τζον Στιούαρτ Μιλ. Η πρώτη συνοπτική διατύπωση των θέσεων του ωφελιμισμού έγινε από τον Μίλ: “Η θεωρία που δέχεται ως θεμέλιο της ηθικής την αρχή της ωφελιμότητας ή της μέγιστης ευτυχίας υποστηρίζει ότι οι πράξεις είναι σωστές στον βαθμό που οδηγούν στην προαγωγή της ευτυχίας και στην ευχαρίστηση και στην απουσία του πόνου, με τη δυστυχία επέρχεται ο πόνος και η στέρηση της ευτυχίας”. Έτσι, οι πράξεις κρίνονται από τα αποτελέσματα τους και από το μέγεθος της ευτυχίας που προκύπτει από αυτά, ενώ στόχος είναι η μέγιστη δυνατή ευτυχία για τον μέγιστο κατά το δυνατόν αριθμό ανθρώπων. Οι κυριότερες κριτικές που δέχτηκε ο ωφελιμισμός αφορούσαν τις πρακτικές δυσκολίες της εφαρμογής του (διαπροσωπική μέτρηση της ωφελιμότητας νοούμενης ως μεγιστοποίησης των ηδονών), τις αδικίες που μπορεί να συνεπαγόταν η ευτυχία της πλειονότητας για τα υπόλοιπα μέλη μιας κοινωνίας (λ.χ. υποτίμηση της σημασίας των ατομικών δικαιωμάτων) και τα περιορισμένα κριτήρια ηθικότητας του (τα αποτελέσματα της πράξης και της υιοθέτησης κανόνων για την πράξη, ενώ παραμερίζονται ως κριτήρια τα κίνητρα και οι σκοποί της).

ΕΠΙΣΗΣ


Α
αγνωστικισμός=είναι αδύνατη η γνώση της ουσίας των πραγμάτων
αισθησιαρχία=γνωρίζουμε την πραγματικότητα μέσω των αισθήσεων
αισθητική=φιλοσοφικός κλάδος ασχολούμενος με την τέχνη και το ωραίο
αισθητικισμός=βλέπει τον κόσμο ως αισθητικό φαινόμενο παραμερίζοντας κάθε άλλο στοιχείο, ήτοι το ωφελιμιστικό,το επιστημονικό, το θρησκευτικό κ.λ.π.
αιτιοκρατία=ο νόμος της αιτιότητας διέπει όλα τα φαινόμενα, υλικά ή πνευματικά
αιτιότητα=κάθε φαινόμενο έχει και μιαν αιτία
ακαταληψία=αποχή από κάθε κρίση για τα πράγματα
ακτιβισμός=προέχει η πρακτική δράση κι όχι η πνευματική σκέψη
αλχημεία=προσπάθεια μεταβολής των κοινών μετάλλων σε ευγενή
αμοραλισμός=απορρίπτει τις ηθικές αξίες
αναρχισμός=αρνείται κάθε εξουσία θεωρώντας την αφύσικη
ανθρωπισμός=αποβλέπει στη διαμόρφωση του ιδανικού ανθρώπου
ανθρωποκεντρισμός=θεωρεί τον άνθρωπο ως κέντρο του κόσμου
ανθρωπολογισμός=η διαμόρφωση των μεταφυσικών ιδεών είναι προ’ι’όν των φυσικών τάσεων και αναγκών των ανθρώπων π.χ. η ιδέα του θεού δεν είναι παρά η ιδανική μορφή του εαυτού τους
ανθρωπομορφισμός=αποδίδει ανθρώπινες ιδιότητες σε πράγματα ή θεούς
αντικειμενισμός=η πραγματικότητα είναι αυθύπαρκτη
αντινατουραλισμός=περιφρονεί τη φύση
αξίωμα=αυταπόδεικτη αλήθεια
αποκρυφισμός=πιστεύει σε μυστικές ή απόκρυφες δυνάμεις
απριορισμός=έμφυτες προεμπειρικές γνώσεις
ασκητισμός=περιφρονεί το σώμα που, ως ακάθαρτο, μολύνει την ψυχή
ατομισμός=προέχει το άτομο, γιατί το σύνολο δεν είναι παρά άθροισμα ατόμων
ατομοκρατία=ο κόσμος αποτελείται από άτομα, ελάχιστα σωματίδια ύλης
αυταρχία=η ανθρώπινη βούληση δεν εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες

Β
βιταλισμός=εξηγεί το φαινόμενο της ζωής βάσει μιας βιολογικής δύναμης που ενυπάρχει σ’ όλους τους οργανισμούς
βουδισμός=η ζωή, της οποίας βασικό χαρακτηριστικό είναι ο πόνος, μετά θάνατον ακολουθεί μιαν πορεία μετενσαρκώσεων
βουλησιοκρατία=ο κόσμος διέπεται από μιαν παγκόσμια βούληση που αποτελεί και την αρχή του κόσμου

Γ
  Δ
γίγνεσθαι=εκφράζει τη γένεση, τη μεταβολή και τη φθορά των όντων
δαιμόνιον=εσωτερική φωνή που απέτρεπε τον Σωκράτη από το κακό
δημιουργισμός=ο δημιουργός θεός τοποθετεί την ψυχή στο κυοφορούμενο έμβρυο
διαλεκτική=η αλήθεια ενός θέματος προσεγγίζεται με τη διαλογική μέθοδο
διαλεκτικός υλισμός=η κοινωνική δομή της κοινωνίας μεταβάλλεται συνεχώς λόγω της υφιστάμενης ταξικής πάλης που έχει ως αποτέλεσμα την εκτόπιση του ασθενέστερου από τον ισχυρότερο (θέση-αντίθεση-σύνθεση)
διαρχία=διακρίνει τον κόσμο σε υλικόν και πνευματικό
διαφωτισμός=ιδεολογικό κίνημα που εναντιώθηκε στο φεουδαρχικό κατεστημένο
διεθνισμός=πρεσβεύει τη συνεργασία μεταξύ των εθνών και των λαών
δογματισμός=η προσέγγιση της αλήθειας είναι εφικτή
Ε εγκυκλοπαιδισμός=τάση για απόκτηση όσο το δυνατόν περισσοτέρων γνώσεων
εγωμονισμός=απορρίπτει την ύπαρξη αντικειμενικού κόσμου και δέχεται την ύπαρξη του υποκειμένου μόνον και των παραστάσεών του
εθνικισμός=πιστεύει στην ανωτερότητα ενός έθνους ή λαού
εκλεκτικισμός=κοσμοθεωρία που συντίθεται με τη συρραφή διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων
έκσταση=η συναίσθηση ή ψευδαίσθηση ότι το άτομο αναχωρεί από τον αισθητό κόσμο και μεταβαίνει σε κάποιον άλλο
εμπειριοκριτικισμός=δέχεται το εμπειρικό στοιχείο, απορρίπτει όμως το μεταφυσικό ή απριορικό στοιχείο
εμπειρισμός=γνωρίζουμε τον κόσμο με τις αισθήσεις (εμπειρία)
εμφυτοκρατία=δέχεται την ύπαρξη εμφύτων (apriori) εννοιών και αρχών
ενθουσιασμός=συναισθηματική κατάσταση που βιώνει κανείς, όταν καταλαμβάνεται από ένα ιδανικό, μιαν ιδέα ή θεία έμπνευση
ενισμός=όλα τα όντα αποτελούνται από μία ουσία, από την ίδια ουσία
εννοιοκρατία=οι γενικές έννοιες είναι ανεξάρτητες και δεν αντιστοιχούν σε κάτι πραγματικό
ενορατισμός=η ενόραση είναι ο μοναδικός τρόπος γνώσης της πραγματικότητας
εντελέχεια=κάθε πράγμα έχει μέσα του τον σκοπό του
εξελικτισμός=τίποτε δεν μένει στάσιμο ή αμετάβλητο
επιστημονισμός=έγκυρη είναι μόνο η αλήθεια που αποδεικνύεται από τις εμπειρικές επιστήμες
επιστητό=ό,τι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο γνώσης
εποικοδόμημα=ο πνευματικός πολιτισμός (εποικοδόμημα) βασίζεται στην οικονομική πραγματικότητα (βάση)
ευδαιμονισμός=ύψιστος σκοπός της ζωής είναι η ευδαιμονία

Ζ Η Θ
ζωροαστρισμός=εκφράζει τις αντιθέσεις του κόσμου και της ζωής (ανήφορος – κατήφορος, καλό – κακό)
ηδονισμός=ύψιστο αγαθό είναι η αισθησιακή ηδονή
ηθικοκρατία=θεωρεί τις ηθικές ανώτερες απ’ όλες τις άλλες αξίες 
θε’ι’σμός=ο θεός ως δημιουργός του κόσμου προνοεί γι’ αυτόν και επεμβαίνει στην πορεία του
θεονομία=ο θεός τοποθέτησε τον ηθικό νόμο στην ψυχή του ανθρώπου
θετικισμός=απορρίπτει ό,τι δεν υποπίπτει στις αισθήσεις (π.χ. ψυχή)

Ι Κ 
ιδεαλισμός=η ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου εξαρτάται από μας
ιδεολογία=σύστημα αρχών και αντιλήψεων που ενστερνίζεται μια ομάδα ανθρώπων
ιρρασιοναλισμός=η γνώση αποτελεί προ’ι’όν του αλογικού στοιχείου (πίστης, ενστίκτου, ενόρασης κ.λ.π.)
κλασικισμός= τάση αναβίωσης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού
κοινωνιολογισμός=ερμηνεύει τα πολιτιστικά φαινόμενα με βάση την ταξική δομή της κοινωνίας
κομουνισμός=καθεστώς στο οποίο τα μέσα παραγωγής και τα αγαθά είναι κοινά
κομφορμισμός=κάθε άνθρωπος συμπεριφέρεται ή σκέπτεται όπως οι άλλοι
κοσμοπολιτισμός=όλοι οι άνθρωποι αποτελούν μέλη μιας ενιαίας ανθρωπότητας

Μ
μαγεία=δέχεται ότι υπάρχουν πνεύματα, καλά ή κακά, τα οποία μπορεί να επικαλεσθεί κάποιος προς όφελος (= λευκή μαγεία) ή ζημία (μαύρη μαγεία) του συνανθρώπου του
μακρόκοσμος=με τον όρο αυτόν δηλώνεται όλο το σύμπαν (άνθρωπος=μικρόκοσμος)
μανιχα’ι’σμός=δέχεται ότι στον κόσμο διεξάγεται ένας αδιάλειπτος αγώνας μεταξύ φωτός και σύμπαντος και μεταξύ καλού και κακού
μαξιμαλισμός=η επίτευξη σκοπού με χρήση βίας
μαρξισμός=η ιστορική αναγκαιότητα θα επιβάλει τον μετασχηματισμό των καπιταλιστικών κοινωνιών σε κομουνιστικές
μερισμός=χωρισμός ενός πράγματος στα μέρη από τα οποία συντίθεται
μεταφυσική=κλάδος της φιλοσοφίας που ασχολείται με τα επέκεινα της φύσης (ψυχή, αθανασία ψυχής κ.λ.π.)
μετενσωμάτωση=η ψυχή μετά τον θάνατο του ανθρώπου εισέρχεται σε άλλα σώματα προγόνων ή ζώων μέχρις ότου εξαγνισθεί από τις αμαρτίες
μηδενισμός=αρνείται κάθε αξία
μικρόκοσμος=(βλέπε μακρόκοσμος)
μοιροκρατία=ο θεός (η μοίρα) κατευθύνει τον κόσμο και τον άνθρωπο κατά τη βούλησή του
μονισμός=ο κόσμος προήλθε από μία και μόνη αρχή (π.χ. κατά το Θαλή ο κόσμος προήλθε από το ύδωρ)

Ν νατουραλισμός=όλα τα φαινόμενα, υλικά και πνευματικά, διέπονται από τους ίδιους νόμους που ισχύουν στη φύση
νοησιαρχία=γνωρίζουμε τον κόσμο με τη νόηση κι όχι με τις αισθήσεις
νομιναλισμός=οι γενικές έννοιες δεν είναι οντότητες, αλλά απλά ονόματα
νομοτέλεια=όλα τα φαινόμενα υπόκεινται σε νόμους και τείνουν προς κάποιο σκοπό
ντε’ι’σμός=ο θεός δημιούργησε τον κόσμο, αλλά δεν επεμβαίνει στην ακολουθούμενη πορεία του
ντετερμινισμός=τα φαινόμενα καθορίζονται ή περιορίζονται από εξωτερικούς παράγοντες (αιτίες)

Ο Π
οικονομισμός=ερμηνεύει τα φαινόμενα με βάση τον οικονομικό παράγοντα
ολοκρατία=το μερικό πρέπει να ερμηνεύεται από το όλο, γιατί αυτό προηγείται του μέρους
ορθολογισμός=γνωρίζουμε τον κόσμο με την νόηση κι όχι με τις αισθήσεις 
παμψυχισμός=όλα τα όντα έχουν ψυχή
πανβιταλισμός=όλα τα όντα έχουν ζωή (υλοζωισμός)
πανθε’ι’σμός=ο θεός βρίσκεται μέσα στον κόσμο μας
παραδοσιοκρατία=οι πρώτες γνώσεις των ανθρώπων εμφυτεύθηκαν σ’ αυτούς από τον θεό και μεταδίδονται κληρονομικά
πιθανοκρατία=δέχεται ότι δεν υπάρχει αλήθεια, αλλά πιθανότητα αλήθειας
πνευματισμός=δέχεται την ύπαρξη πνευμάτων και τη δυνατότητα επικοινωνίας μ’ αυτά
πραγματισμός=θεωρεί αληθινό μόνο εκείνο που είναι χρήσιμο
προτυπισμός=ο κόσμος είναι η αντανάκλαση του θεού, του αρχικού προτύπου
πυρρωνισμός=η γνώση της πραγματικότητας είναι ανέφικτη

Ρ  Σ ρεαλισμός=δέχεται ότι υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα
ρομαντισμός=απορρίπτει τον ορθολογισμό δίνοντας έμφαση στο συναίσθημα, τη φαντασία και τη μυστικοπάθεια
σκεπτικισμός=αμφιβάλλει για τη δυνατότητα της γνώσης
σοσιαλισμός=ο άνθρωπος φθάνει στην κοινωνική ευημερία με τη αλληλεγγύη και τη συναδελφικότητα κι όχι με τον ατομισμό
σπιριτουαλισμός=δέχεται την ύπαρξη πνευματικών οντοτήτων τόσο στον αισθητό κόσμο όσο και πέραν αυτού
στρουκτουραλισμός=ερευνά τη σχέση των μερών μεταξύ τους και προς το σύνολο
συνειδισμός=δέχεται ότι υπάρχει μόνο η συνείδηση και το περιεχόμενό της , δεν δέχεται την ύπαρξη αντικειμενικού κόσμου
σχεσιοκρατία=μπορούμε να γνωρίσουμε τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων κι όχι τα ίδια τα πράγματα
σχετικισμός=δεν δέχεται τη μία και απολυτη αλήθεια, αλλά την αλήθεια που σχετίζεται με μιαν εποχή, κοινωνία, περίσταση κ.λ.π.
Τ Υ τελειοκρατία=σκοπός του ανθρώπου είναι να φθάσει στην τελειότητα, στο υπέρτατο ιδανικό
υλισμός=δέχεται την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας που δομείται από την ύλη, δεν δέχεται όμως την ύπαρξη πνευματικών οντοτήτων
υλοζωισμός=(βλέπε πανβιταλισμός)
υλομορφισμός=τα όντα αποτελούνται από ύλη και μορφή
υλοψυχισμός=(βλέπε πανψυχισμός)
υποκειμενισμός=δεν υπάρχει αντικειμενική, αλλά μόνο υποκειμενική αλήθεια

Φ
φετιχισμός=στα πράγματα ενυπάρχει μια υπερφυσική ή μαγική δύναμη, η οποία αποτελεί αντικείμενο λατρείας
φιλοσοφισμός=θεωρεί τη φιλοσοφία αυτάρκη και τη σχέση της με τις επιστήμες εντελώς περιττή
φορμαλισμός=η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται στη μορφή κι όχι στο περιεχόμενο
φουνταμενταλισμός ή φονταμενταλισμός=έντονη προσπάθεια για διατήρηση των παραδόσεων
Χ Ω χριστιανισμός=η εξ αποκαλύψεως θρησκεία της οποίας τα κηρύγματα ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης σοφίας. Η προτροπή π.χ. “αγάπα τον εχθρό σου” δεν θα μπορούσε να βγει από ανθρώπινο στόμα αλλά μόνο από θε’ι’κά χείλη
ωφελιμισμός=οι ανθρώπινες πράξεις πρέπει να αποβλέπουν στο ωφέλιμο ή στο πρακτικώς χρήσιμο

via

feature, φιλοσοφία

Νους – Διάνοια – Ιστορίες Ζεν

Εννέα μικρές ιστορίες Ζεν

1. Αυτοσυγκέντρωση
Ένας αλαζόνας πρωταθλητής τοξοβολίας, προκάλεσε σε αγώνα έναν δάσκαλο Ζεν, που ήταν γνωστός για τις ικανότητές του στην τοξοβολία.
Ο νεαρός πρωταθλητής, έκανε αρχικά επίδειξη ικανοτήτων, χτυπώντας από μεγάλη απόσταση το κέντρο ενός στόχου και μετά χωρίζοντας στα δύο το πρώτο βέλος με ένα δεύτερο. «Ορίστε!» είπε μετά στον δάσκαλο «για να δούμε εάν μπορείς να συναγωνιστείς κάτι τέτοιο!».
Ατάραχος ο δάσκαλος, δεν τράβηξε το τόξο του, παρά ζήτησε από τον νεαρό να τον ακολουθήσει στο βουνό. Περίεργος ο νεαρός, ακολούθησε τον δάσκαλο, μέχρι που έφτασαν μπροστά από ένα βαθύ χάσμα και που τις δύο του πλευρές συνέδεε μια αμφιβόλου ασφάλειας παλιά σχοινένια γέφυρα.
Ήρεμα ο δάσκαλος ανέβηκε στην γέφυρα και προχώρησε μέχρι τα μισά της διαδρομής, έχοντας ακριβώς από κάτω του το τεράστιο χάσμα. Εκεί σταμάτησε, τράβηξε το τόξο του, στόχευσε ένα μακρινό δέντρο και έριξε το βέλος, πετυχαίνοντας τον στόχο. Ήρεμα πάλι επέστρεψε εκεί που στεκότανε ο νεαρός και του είπε «σειρά σου».
Τρομαγμένος ο νεαρός, αφού κοίταξε πρώτα την άβυσσο από κάτω τους και μετά την ετοιμόρροπη γέφυρα, αρνήθηκε να προσπαθήσει.
«Είσαι πολύ ικανός με το τόξο» του είπε ο δάσκαλος «μα δεν ελέγχεις τον νου, που ελευθερώνει την βολή».
2. Ποιός και Τι είσαι;
Ένας Αυτοκράτορας, αφοσιωμένος Βουδιστής, κάλεσε έναν φημισμένο Δάσκαλο Ζεν στο παλάτι του, για να του θέσει μερικές ερωτήσεις σχετικά με τον Βουδισμό.
«Ποιά είναι η ανώτατη αλήθεια του Βουδισμού;» Ρώτησε ο Αυτοκράτορας
«Η απόλυτη κενότητα… και ούτε ίχνος αγιοσύνης» απάντησε ο Δάσκαλος
«Εάν δεν υπάρχει αγιότητα» απόρησε ο Αυτοκράτορας «τότε εσύ ποιός και τι είσαι;»
«Δεν ξέρω» απάντησε γαλήνια ο Δάσκαλος…
3. Θα περάσει…
Ένας μαθητής πήγε στον δάσκαλό του και του είπε «δάσκαλε, ο διαλογισμός μου είναι απαίσιος! Μου αποσπάται συνέχεια η προσοχή, τα πόδια μου πονάνε και συχνά με παίρνει ο ύπνος! Είναι απαίσιος!»
«Θα περάσει» απάντησε ήρεμα ο δάσκαλος.
Περνάει λίγο ο καιρός και ο ίδιος μαθητής λέει στον δάσκαλό του «δάσκαλε, ο διαλογισμός μου τελικά είναι υπέροχος! Τόσο συνειδητός, γαλήνιος και ζωντανός! Υπέροχος!»
«Θα περάσει» του ξαναλέει ο δάσκαλος ήρεμα…
ZenCat_strange-omniverse.blogspot.com
4. Απόλυτη επίγνωση
Μετά από δεκαετή μαθητεία, ο Tenno έφτασε τον βαθμό του δασκάλου Ζεν. Μια βροχερή μέρα, πήγε να επισκεφτεί τον φημισμένο δάσκαλο Nan-in. Καθώς μπήκε μέσα στο σπίτι, ο δάσκαλος τον υποδέχτηκε με μια ερώτηση «άφησες τα ξυλοπάπουτσα και την ομπρέλα σου στην είσοδο;»
«Ναι» απάντησε ο Tenno
«Πες μου» συνέχισε ο δάσκαλος «άφησες την ομπρέλα σου αριστερά από τα ξυλοπάπουτσα ή από τα δεξιά;»
Ο Tenno δεν γνώριζε την απάντηση και κατάλαβε ότι δεν είχε ακόμα κατακτήσει την απόλυτη επίγνωση. Έτσι, έμεινε στο πλάι του Nan-in ως μαθητής του, για άλλα δέκα χρόνια.
5. Το δώρο των προσβολών
Κάποτε ζούσε ένας σπουδαίος πολεμιστής. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε τον προκαλούσε. Η φήμη του έφτασε πολύ μακριά και πολλοί μαθητές έρχονταν για να μαθητεύσουν πλάι του.
Μια μέρα, ένας ασήμαντος πολεμιστής έφτασε στην πόλη, αποφασισμένος να γίνει αυτός που θα νικήσει τον σπουδαίο δάσκαλο. Μαζί με την δύναμή του, είχε το ταλέντο να εντοπίζει τις αδυναμίες του αντιπάλου του. Περίμενε πάντα τον αντίπαλο να κάνει την πρώτη κίνηση, αποκαλύπτοντας έτσι την αδυναμία του, και μετά του επιτεθότανε ανελέητα και με τρομερή ταχύτητα. Κανείς δεν είχε αντέξει μαζί του, πέραν του πρώτου γύρου της μάχης.
Παρά τις συμβουλές των μαθητών του, ο γέρος δάσκαλος δέχτηκε με χαρά την πρόκληση του νεαρού πολεμιστή. Καθώς λοιπόν είχαν λάβει τις θέσεις τους, ο νεαρός πολεμιστής άρχισε να προσβάλλει τον γέρο πολεμιστή, να του πετάει χώμα και να τον φτύνει στο πρόσωπο. Για πολλές ώρες συνέχισε να τον προσβάλλει, με κάθε γνωστή κατάρα και προσβολή. Μα ο γέρος πολεμιστής παρέμενε ατάραχος και ακίνητος, μέχρι που τελικά ο νεαρός πολεμιστής εξουθενώθηκε και αναγνωρίζοντας την ήττα του, έφυγε ντροπιασμένος.
Οι μαθητές του γέρου πολεμιστή, λίγο απογοητευμένοι που δεν έγινε μάχη, μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν «πως άντεξες τέτοιο εξευτελισμό; Πως κατάφερες να τον διώξεις;»
«Εάν κάποιος σου προσφέρει ένα δώρο, κι εσύ αρνηθείς να το δεχτείς» είπε ο δάσκαλος, «σε ποιόν ανήκει το δώρο;»
6. Όχι άλλες ερωτήσεις
Ένας ψυχίατρος, συνάντησε έναν δάσκαλο Ζεν σε κάποιο κοινωνικό γεγονός. Έτσι, είχε την ευκαιρία να τον ρωτήσει κάτι που καιρό τον απασχολούσε.
«Πως ακριβώς βοηθάς τους ανθρώπους;» τον ρώτησε.
«Με το να τους φτάνω εκεί που δεν έχουν να κάνουν άλλες ερωτήσεις» απάντησε ο δάσκαλος.
7. Η παρούσα στιγμή
Ένας Ιάπωνας πολεμιστής αιχμαλωτίστηκε από τους εχθρούς και φυλακίστηκε. Εκείνη τη νύχτα, δε μπορούσε να κοιμηθεί, φοβούμενος ότι την επόμενη μέρα ίσως να τον ανακρίνουν, θα τον βασανίσουν και τελικά τον εκτελέσουν. Μα, εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τα λόγια του ζεν δασκάλου του:
«Το αύριο δεν είναι πραγματικό. Είναι μια ψευδαίσθηση. Η μόνη πραγματικότητα είναι το τώρα».
Θυμούμενος αυτά τα λόγια, γαλήνεψε και κοιμήθηκε.
8. Η Άδεια Κούπα
Ένας καθηγητής πανεπιστημίου, θέλοντας να μάθει περισσότερα για την φιλοσοφία του Ζεν πήγε να συναντήσει έναν διδάσκαλο του Ζεν. Ο διδάσκαλος τον καλωσόρισε και του προσέφερε τσάι. Καθώς ο διδάσκαλος σερβίριζε τσάι, ο καθηγητής μιλούσε για το Ζεν, χωρίς να σταματά καθόλου. Ο διδάσκαλος έβαζε τσάι στην κούπα του καθηγητή, και ακόμα κι όταν ξεχείλισε, συνέχιζε να βάζει τσάι. Ο καθηγητής παρακολουθούσε τον διδάσκαλο καθώς μιλούσε, μέχρι που δεν άντεξε άλλο και τον ρώτησε «μα, δεν το βλέπεις ότι έχει ξεχειλίσει;! Δεν χωράει άλλο τσάι!» και ο διδάσκαλος αποκρίθηκε «είσαι κι εσύ σαν αυτή τη κούπα… πως θέλεις να σου μιλήσω για το Ζεν αν δεν μου δώσεις πρώτα χώρο;»
9. Ο λιθοξόος
Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απ’ αυτόν.
Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε σέντια και συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν.
Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην σέντια του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»
Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες – που τους έκαιγε τα σπαρτά – και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στη γη.
«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωριά, κι όλοι το καταριόνταν.
Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.
«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!»
Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριόνται.
Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!»
Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ό,τι πιο σταθερό πάνω στην γη.
Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε ν’ αλλάζει η μορφή του.
«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;;» απόρησε.
Κοίταξε κάτω χαμηλά, και είδε έναν λιθοξόο…

via

feature, φιλοσοφία

Η ηθική της ευθύνης και η οικονομική κρίση

Πότε, υπ’ αυτές τις συνθήκες, το θύμα μπορεί να πάρει τη ζωή του στα σοβαρά, να μπορέσει να σηκώσει κεφάλι και να βγει απ’ τον βούρκο; Η απάντηση είναι εύκολη: ποτέ. Ποτέ διότι δεν έχει βαθιά επίγνωση και των άλλων εξωγενών παραγόντων που τον έφεραν στη θέση του θύματος και, επίσης, επειδή ένας λαός με τέτοια χαρακτηριστικά μάλλον στην απόγνωση φτάνει παρά στην αναγέννηση. Ένας λαός που έχει τη συνείδηση παράσιτου δεν έχει καμμία δυνατότητα. Ένας λαός, ακόμη, που έχει μια τέτοια εικόνα για το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν του, είναι απίθανο να έχει καλύτερη ιδέα για το μέλλον του. Αν, μαζί με αυτά, σκεφτούμε τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και τα παιχνίδια εξουσίας, τότε η ηθική της ανάληψης όλης της ευθύνης από ένα κράτος σαν το ελληνικό, μπορεί να μεταφραστεί σήμερα ως πολιτική αυτοκτονίας.

Γιώργος Μπάρλας

Η οικονομική κρίση έχει επιφέρει μια πρωτοφανή σύγχυση. Τρία χρόνια τώρα διατυπώνονται όλες οι πιθανές αιτίες για τη σημερινή κακοδαιμονία μας. Αιτίες που άλλοτε επικεντρώνονται σε εξωγενείς παράγοντες και άλλοτε στα δικά μας λάθη. Αναμφίβολα συμβαίνουν και τα δύο. Η διεθνής οικονομική συγκυρία είναι αρνητική, τα λάθη στα σχέδια και τις προβλέψεις των εταίρων καθώς και οι σοβαρές δικές μας αδυναμίες έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που μας βασανίζει ολοένα και πιο οδυνηρά.  Η κοινωνία διαλύεται.
Καταρχάς, πρέπει να πούμε ότι οι περισσότεροι Έλληνες για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες σκεφτόμαστε συλλογικά το μέλλον και τις προοπτικές μας. Μπορεί να το σκεφτόμαστε με έναν τρόπο απαισιόδοξο και μελαγχολικό, αλλά βλέπουμε πάντως προς το μέλλον. Αυτό είναι σημαντικό διότι αναγκαστικά θα προσπαθήσουμε να το διαμορφώσουμε, έστω, όσο το δυνατόν λιγότερο οδυνηρό. Μέχρι το 2009 πιστεύαμε οι περισσότεροι ότι η ευτυχία μας δεν διατρέχει κινδύνους. Θεωρούσαμε ότι οι υλικές συνθήκες της ζωής μας θα καλυτέρευαν συνεχώς. Το μόνο που μας ενοχλούσε περιστασιακά ήταν ότι η πρόοδος δεν θα συνεχιζόταν ίσως επ’  άπειρον εξαιτίας κάποιας ατομικής αναποδιάς και όχι της αλλαγής των ιστορικών συνθηκών. Στη σκέψη μας κυριαρχούσε ότι βρήκαμε την τέλεια λύση για τα βιοτικά μας προβλήματα. Απεδείχθη ότι κάναμε τραγικό λάθος.
Ένα δεύτερο θετικό στοιχείο είναι ακριβώς ότι στοχαζόμαστε τα αίτια της σημερινής μας κατάστασης. Για να τα στοχαζόμαστε σημαίνει ότι θέλουμε να τα διορθώσουμε και, επομένως, δεν έχουμε φτάσει, ακόμη, στην απόγνωση. Μένει βέβαια να δούμε και τι περιθώρια υπάρχουν για να έχει και ο αναστοχασμός προοπτικές. Όταν ένας ολόκληρος λαός πιέζεται ασφυκτικά, δύσκολα βρίσκει τον τρόπο να εφαρμόσει αυτά που πιθανώς σκέφτεται ως ορθά. Είναι ευκαιρία πάντως οι Έλληνες να προσδώσουν στην εξαιρετικά δυσμενή κατάσταση διαστάσεις ιστορικής στιγμής, στην περίπτωση που δεν δέχονται παθητικοποιημένα και αδρανώς όσα τους συμβαίνουν. Είναι σημαντικό εκεί ακριβώς που δεν φαίνεται μέλλον, ο άνθρωπος να το ονειρεύεται.
Θα σταθούμε λίγο στην άποψη που αποδίδει την αιτία για τη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση στους Έλληνες και τη συμπεριφορά τους και θα προσπαθήσουμε να υποπτευθούμε αν έτσι μπορούμε να ονειρευτούμε το μέλλον. Πρέπει ασφαλώς να ομολογήσουμε ότι εμείς είμαστε κατεξοχήν υπεύθυνοι για τη ζωή μας και τη χώρα μας. Και πρέπει να δεχτούμε ότι πολλοί από μας φαινόταν ότι ζούσαμε απαλλαγμένοι από κάθε τυπική ή ηθική υποχρεώση απέναντι στόν άλλον και απέναντι στο κράτος. Είχαμε απ’ όλους απαιτήσεις και όχι καθήκοντα.
Αυτά είναι χιλιοειπωμένα και ακριβώς γι’ αυτό -πια- ίσως επικίνδυνα. Δεν μπορεί τρία χρόνια να αυτομαστιγώνεται κανείς ανελέητα, να αποδέχεται την ευθύνη του σχεδόν για όλα όσα του συμβαίνουν [να αποδέχεται λ.χ. η Ελλάδα την υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα περαιτέρω αυτόματων περικοπών στην περίπτωση απόκλισης από τους μνημονιακούς στόχους είτε αυτή οφείλεται σε λάθη δικά της είτε σε εξωγενείς(!) παράγοντες
], και η κατάστασή του να χειροτερεύει διαρκώς. Αν, από τη μια μεριά, σκεφθούμε την πραγματική ευθύνη των Ελλήνων και, από την άλλη, την εν εξελίξει καταστροφή της χώρας, δεν μπορεί παρά να βρούμε ότι κάτι δεν πάει καλά στους υπολογισμούς μας. Η καταστροφή μιας χώρας παραπέμπει μόνο σε συνθήκες πολέμου, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα κι ο ηττημένος τίποτα. Σκοπός μας δεν είναι καθόλου να αποτινάξουμε την ευθύνη από πάνω μας και να τη φορτώσουμε κάπου αλλού. Κάθε άλλο. Εκείνο που θέλουμε να πούμε είναι ότι η αποδοχή της ευθύνης πρέπει να είναι ρεαλιστική και να έχει έστω κάποια θετικά αποτελέσματα. Aνάληψη της ευθύνης σημαίνει και έναρξη θεραπείας. Αν, παρόλα αυτά, τα πράγματα χειροτερεύουν ραγδαία τούτο σημαίνει μάλλον ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι αυτό δεν οφείλεται απλώς στο φόβο των Ελλήνων απέναντι στην αλλαγή, αλλά ακριβώς επειδή αυτή η αλλαγή δεν προμηνύει κάτι θετικό. Απεναντίας…
Παρότι, λοιπόν, η Ελλάδα κάνει ό,τι μπορεί και είναι ήδη αρκετά, πολλοί στοχαστές μας επιμένουν ότι οι Έλληνες είναι αυτοί που εξακολουθούν να φταίνε για όλα. Και πολλοί από όσους  τους ακούνε, δέχονται σχεδόν χαρωπά αυτή την τοποθέτηση. Έχουμε άραγε μπροστά μας μια εικόνα αληθινής αυτογνωσίας; Ή μήπως οι Έλληνες, στην προσπάθειά τους, να ξεδιαλύνουν τη σύγχυση για τα αίτια της κρίσης, δέχονται να σηκώσουν όλο το βάρος μόνοι τους -εν πάση περιπτώσει αυτοί που το δέχονται και μάλιστα προσπαθούν να το μοιραστούν και με τους άλλους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το δεχτούν… Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να δεχόμαστε τέτοιου είδους ευθύνες όχι γιατί τις αναλαμβάνουμε οι ίδιοι προσωπικά και συλλογικά, αλλά επειδή τις βλέπουμε ή τις φορτώνουμε μόνο στον διπλανό. Αν μάλιστα τις συνέπειες της κρίσης τις υφίσταται μόνο ή κατεξοχήν ο διπλανός, τότε πλειοδοτούμε στην επίρριψη της ευθύνης στον κακό, ανεύθυνο και ασυνεπή Έλληνα. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν θα μας απασχολήσει εδώ.
Ποιες είναι λοιπόν οι επικρατέστερες ερμηνείες για την καταστροφή; Εν συντομία, οι εξής: η διεθνής οικονομική κρίση, η αρνητική παγκοσμιοποίηση, οι διάφορες συνομωσίες, τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα, η ανεπάρκεια του ελληνικού κράτους και εν γένει η συμπεριφορά των Ελλήνων. Όλες, πλην της τελευταίας ερμηνείας -της πιο ρεαλιστικής αλλά και της πιο ηθικολογικής-, δικαιολογούν το θύμα, εν προκειμένω τους Έλληνες. Οι αλλαγές στη διεθνή οικονομική σκηνή, οι πανίσχυροι ανταγωνιστές, τα κρυφά σχέδια των ισχυρών δικαιολογούν ότι οι Έλληνες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Η καταστροφή δεν είναι δικό τους σφάλμα. Καλά κάνουν και διαμαρτύρονται.
Αν κι αυτό θα ήταν εντελώς παράλογο να υιοθετηθεί συλλογικά ως δικαιολογία, και όντως δεν συνέβη, αρκετοί Έλληνες δεν βλέπουν τίποτε άλλο παρά μόνο την ευθύνη των Ελλήνων. Το κάνουν πιθανόν για τους εξής λόγους: Το θύμα ενδέχεται να αναλαμβάνει όλη την ευθύνη, στην προοπτική που εδώ εξετάζουμε, διότι έτσι αποδέχεται ευκολότερα τη μοίρα του, επειδή την κατανοεί και ευκολότερα: εγώ φταίω για ό,τι κακό μου συμβαίνει. Εγώ είμαι ανεπαρκής, τεμπέλης,  εσωστρεφής, διεφθαρμένος –ελληνίδα ήταν, επιτέλους, και η περιβόητη ιδιοκτήτρια της επάρατης ταβέρνας της Ύδρας που έκανε φανερή παντού την επανάσταση εναντίον της φοροεισπρακτικής μηχανής του κράτους και που ήταν γραφτό μ’ αυτή της την ενέργεια να συμπυκνώσει σε μια ώρα τις αιώνιες αδυναμίες μας κοκ.
Η προσπάθεια κατανόησης όσων μας συμβαίνουν «αξιοποιείται» μάλιστα από κάποιους στοχαστές μας για  μια συνολική (μετα)αφήγηση της νεότερης ιστορίας μας στο φως της σημερινής κρίσης: δεν έχουν ευθύνη μόνο οι σημερινοί Έλληνες αλλά συνολικά όλες οι γενιές, ήδη από τον ΙΔ΄ αιώνα του Ησυχασμού κοκ. Η σημερινή κρίση ήρθε για να αποσαφηνίσει, επιτέλους, λάθη  αιώνων… Όντως, οι πρόγονοί μας  δεν φαντάζονταν (κακώς)  ότι  οι προτεραιότητες που έθεταν στη ζωή τους δεν θα ταίριαζαν με την οικονομία της αγοράς σήμερα. Τηρουμένων των αναλογιών, οι Έλληνες έκαναν παρόμοια λάθη με αυτά που θα φόρτωνε κανείς στους αφρικανούς, προσπαθώντας να κατανοήσει την καθυστέρησή τους. Άλλωστε, τίποτα δεν επιτρέπεται και τίποτα δεν δικαιολογείται σήμερα, παρά μόνο όσα διευκολύνουν την (νεοφιλελεύθερη) οικονομία. Όλα τα άλλα, οτιδήποτε κι αν είναι αυτά, απλώς στον νεοφιλελεύθερο κόσμο θα χρησιμοποιηθούν για να ερμηνευθεί η παταγώδης οικονομική και, ως εκ τούτου, υπαρξιακή αποτυχία σου.
Μένει να εξηγηθεί πότε, υπ’ αυτές τις συνθήκες, το θύμα μπορεί να πάρει τη ζωή του στα σοβαρά, να μπορέσει να σηκώσει κεφάλι και να βγει απ’ τον βούρκο. Η απάντηση είναι εύκολη: ποτέ. Ποτέ διότι δεν έχει βαθιά επίγνωση και των άλλων εξωγενών παραγόντων που τον έφεραν στη θέση του θύματος και, επίσης, επειδή ένας λαός με τέτοια χαρακτηριστικά μάλλον στην απόγνωση φτάνει παρά στην αναγέννηση. Ένας λαός που έχει τη συνείδηση παράσιτου δεν έχει καμμία δυνατότητα. Ένας λαός, ακόμη, που έχει μια τέτοια εικόνα για το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν του, είναι απίθανο να έχει καλύτερη ιδέα για το μέλλον του. Αν, μαζί με αυτά, σκεφτούμε τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και τα παιχνίδια εξουσίας, τότε η ηθική της ανάληψης όλης της ευθύνης από ένα κράτος σαν το ελληνικό, μπορεί να μεταφραστεί σήμερα ως πολιτική αυτοκτονίας.
Ένας δεύτερος λόγος για την ανάληψη όλης της ευθύνης είναι, ίσως, ότι όλα τα άλλα ενδεχόμενα για τη σημερινή κρίση καθιστούν τον άνθρωπο παθητικό δέκτη όσων συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή. Οι παγκόσμιες δυνάμεις δρουν, κρυφά ή φανερά, και αφαιρούν κάθε δυνατότητα αντίδρασης από τους «καθημερινούς» ανθρώπους. Αναλαμβάνουμε λοιπόν την ευθύνη της ζωής μας, αποδεχόμενοι ότι εμείς φταίμε για την καταστροφή. Εμείς και όχι οι άλλοι κατευθύνουμε τη ζωή μας. Κι έτσι όπως την οδηγήσαμε μέχρι τώρα στην καταστροφή, έτσι από δω και στο εξής μπορούμε να τη σώσουμε…
Ακούγεται πραγματικά ωραίο! Αντί να εγκλωβιστείς σε μια έμμονη ιδέα ότι φταίνε οι άλλοι, αναλαμβάνεις όλες τις ευθύνες παίρνοντας στα χέρια σου τη ζωή και την ιστορία σου. Μένει να αποδειχθεί πόσοι, στον παγκοσμιοποιημένο μας κόσμο, θα το πάρουν χαμπάρι αυτό και πόσοι θα το εκτιμήσουν… Ίσως όσο εκτιμούν οι πολυεθνικές ένα οποιοδήποτε πρώην στέλεχό τους, που όταν απολύθηκε ανέλαβε όλες τις ευθύνες για την απόλυσή του και παρέμεινε με αυτές στη μόνιμη ανεργία. Πήρε όντως την ευθύνη. Πήρε έτσι και τη ζωή του στα χέρια του. Αλλά, σήμερα ειδικά, δεν ξέρει τι να την κάνει.
Απ’ ό,τι λένε οι ερευνητές, ένας τέτοιος άνθρωπος συνήθως απογοητεύεται από τον ανεπαρκή εαυτό του και καταβάλλεται από μια διαρκή κόπωση. Στο τέλος αποσύρεται από τη ζωή, περιθωριοποιημένος και άβουλος. Δεν αποκλείεται την ίδια τύχη να έχει και μια ολόκληρη χώρα. Μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί περιττή, άχρηστη ή και επικίνδυνη στο παγκόσμιο οικονομικό πεδίο. Είτε αναλάβει τις ευθύνες της είτε όχι, δεν θα ξαναμπεί στο παιχνίδι. Θα πεταχτεί στην κατηγορία «σκουπίδια». Άλλωστε, όπως λένε και οι σώφρονες αυτού του κόσμου, για να κάνεις ομελέτα χρειάζεται να σπάσεις αυγά. Των άλλων ασφαλώς, όχι τα δικά σου…
Φαίνεται ότι -καμιά φορά- η ηθική της ευθύνης καθιστά τον άνθρωπο και ολόκληρους λαούς πολύ ευάλωτους… Στην αυθυπερβατική προσπάθειά μας λοιπόν να αναλάβουμε όλες τις ευθύνες για τη σημερινή κρίση, ας μην νομίζουμε τουλάχιστον ότι, έτσι, φωτίζουμε και το σύνολο αυτής.
πηγή: Aντίφωνο
feature, φιλοσοφία

«Δημοκρατία χωρίς ανθρώπους; Η Ολοκληρωτική Δημοκρατία και ο σύγχρονος κόσμος»(Βίντεο)


“…ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!”Άγγελος Σικελιανός, Πνευματικό εμβατήριο, 1945

Τα κέντρα πολιτισμού ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ – βιλιοπωλεία διοργάνωσαν την Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013 εκδήλωση -ανοιχτή συζήτηση   με τον  καθηγητή φιλοσοφίας και συγγραφέα κ. Στέφανο Ροζάνη ο οποίος εισηγήθηκε το θέμα:
«Δημοκρατία χωρίς ανθρώπους; Η Ολοκληρωτική Δημοκρατία και ο σύγχρονος κόσμος»

 και συνομίλησε με το κοινό

Σ. Ροζάνης: Δημοκρατία χωρίς ανθρώπους;

Συζήτηση: «Δημοκρατία χωρίς ανθρώπους;

Πηγές για το βίντεο και τον ήχο.
To Αντίφωνο (Antifono.gr)  επιμελήθηκε την μίξη ήχου και εικόνας.

via

feature, φιλοσοφία

Οντολογική Προσέγγιση των Ορίων της Δαρβίνειας Εξελικτικής Θεωρίας

Γιώργης Παπανικολάου
Είναι σχεδόν σίγουρο ότι, αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι από μας, έχουμε διαβάσει ή έχουμε ακούσει, λίγο ως πολύ, να γίνεται λόγος κατά καιρούς, για το κατά πόσο μπορεί να ισχύει και να παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της πραγματικότητας η εξελικτική θεωρία που διατυπώθηκε από τον Δαρβίνο πριν ενάμιση αιώνα, κι όπως αυτή προβάλλεται σήμερα από τους λεγόμενους νεοδαρβινιστές. Η σημερινή αναφορά μας στη θεωρία αυτή δεν έχει να κάνει τόσο με την οντική, δηλαδή την επιστημολογική κι εργαστηριακή διερεύνηση των στοιχείων της, αλλά με την οντολογική, δηλαδή την φιλοσοφική της προσέγγιση, προκειμένου να γίνει προσπάθεια προσδιορισμού των ορίων της στο γίγνεσθαι της πραγματικότητας.
 Η ανάπτυξη του θέματος θα ακολουθήσει τρία (3) στάδια:
 1. Μια πολύ συνοπτική ιστορική αναδρομή στην αρχική εννοιολόγηση της εξελικτικής θεωρίας και την επίδρασή της στο επιστημονικό και κοινωνικοθρησκευτικό γίγνεσθαι.
 2. Αναφορά στα προβαλλόμενα βασικά στοιχεία τόσο των υποστηρικτών όσο και των αρνητών της εξελικτικής θεωρίας,  στη νεότερη και στη σημερινή επικρατούσα κατάσταση.
 3. Αναζήτηση των συμπερασματικών συνδέσεων μέσα από την διαλεκτική αντιπαράθεση των απόψεων, για τη δυνατότητα διατύπωσης μιας συνθετικής πρότασης.

Πριν αρχίσουμε την ανάπτυξη των τριών ενοτήτων πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι, σ’ αυτή τη προσπάθεια, δεν θα στηριχθούμε ούτε στις θρησκευτικές εξ’ αποκαλύψεως αλήθειες, ούτε και στις αθεϊστικές εμμονές των αναπόδεικτων προβολών και υποθέσεων. Αυτό που θα επιδιώξουμε είναι η προσέγγιση της αλήθειας με τη χρήση του Αριστοτέλειου λογικού συμπερασμού, δηλαδή με τις μεθόδους της επαγωγής και απαγωγής, υπό την αίρεση των αρχών της ταυτότητας (το Α είναι Α), της αντίφασης (μια πρόταση δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα αληθινή και ψευδής), του αποχρώντος λόγου (κάθε τι έχει τον λόγο της ύπαρξής του) και της αρχής του αποκλεισμού του τρίτου (μια πρόταση μπορεί να είναι μόνο είτε αληθινή είτε ψευδής). Η φιλοσοφική διερεύνηση των ορίων της Δαρβίνειας θεωρίας, μέσα στα προαναφερόμενα πλαίσια, προβάλει ως αναγκαία, διότι, απ’ την αρχική της δημοσιοποίηση, εντάχθηκε στη γενικότερη φυσιοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, και συνέτεινε στη διαμόρφωση στάσεων ζωής στην ανθρώπινη καθημερινότητα. Ως εκ τούτου, γίνεται φανερό πως και η θεωρία αυτή υπόκειται στη διαλεκτική αντιπαράθεση του φιλοσοφικού στοχασμού.
Μετά τις παραπάνω διασαφηνίσεις μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε στην παραπέρα ανάπτυξη του θέματος:
1.- Ιστορική αναδρομή, αρχική εννοιολόγηση, επιδράσεις
Η δημοσιοποίηση της εξελικτικής θεωρίας από τον Άγγλο φυσιοδίφη Κάρολο Δαρβίνο έγινε στα μέσα του 19ου αιώνα και ειδικότερα το 1859, με την έκδοση του βιβλίου του που έχει τον τίτλο «Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ». Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η Δαρβίνεια θεωρία, που στηρίχθηκε σε πολύχρονες έρευνες και παρατηρήσεις που έγιναν στα νησιά Γκαλαπάγκος κι αλλού, προβάλει την άποψη ότι, όλη η βιοποικιλότητα και όλοι οι τρόποι με τους οποίους παρουσιάζεται η ζωή στη φύση έχουν κοινή καταγωγή και προέρχονται από έναν κοινό μακρινό πρόγονο.  Οι βασικές θέσεις που προωθεί η θεωρία αυτή στηρίζονται πάνω στις αρχές της διαρκούς εξέλιξης των όντων μέσω της διαδικασίας της φυσικής επιλογής. Γράφει λοιπόν ο Δαρβίνος στο προαναφερόμενο βιβλίο, ότι: κάτω από εναλλασσόμενες συνθήκες ζωής οι οργανισμοί μπορούν να παρουσιάζουν ατομικές διαφορές. Οι οργανισμοί που παρουσιάζουν αυτές τις διαφορές, πλεονεκτούν έναντι άλλων στον αγώνα για την επιβίωση, κι από την βασική αρχή της κληρονομικότητας θα παράγουν απογόνους που θα έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά. Αυτή η αρχή της διατήρησης ή της επιβίωσης των καλύτερα προσαρμοσμένων ειδών ονομάζεται Φυσική Επιλογή. Η Φυσική Επιλογή οδηγεί στη βελτίωση κάθε πλάσματος, σε σχέση με τις έμβιες και άβιες συνθήκες ζωής, και συνεπώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελεί στη βελτίωση της δομής του πλάσματος. Η φυσική επιλογή οδηγεί ακόμα σε διαφοροποίηση των χαρακτηριστικών, γιατί όσο περισσότερο τα ενόργανα όντα αποκλίνουν μεταξύ τους σε δομή και συνήθειες, τόσο περισσότερα άτομα μπορούν να συντηρηθούν και να ανταπεξέλθουν στον αγώνα τους για την επιβίωση και τον πολλαπλασιασμό τους, ενώ οι λιγότερο βελτιωμένες μορφές ζωής οδηγούνται σε εξαφάνιση. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί η τεράστια ποικιλομορφία της ζωής που υπάρχει στη φύση, και ότι όλα τα ζώα και τα φυτά παντού και πάντα θα πρέπει να συγγενεύουν μεταξύ τους κατά ομάδες, με τέτοιο τρόπο ώστε ποικιλίες του ίδιου είδους να συγγενεύουν περισσότερο ή λιγότερο στενά, σχηματίζοντας υποομάδες και γένη που συγγενεύουν σε διαφορετικούς βαθμούς, σχηματίζοντας υποοικογένειες, οικογένειες, υποομοταξίες και ομοταξίες. Μ’ αυτόν τον τρόπο, οι συγγένειες όλων των όντων της ίδιας τάξης μπορούν να παριστάνονται μ’ ένα μεγάλο δένδρο, που δείχνει ότι, σε κάθε περίοδο ανάπτυξης, όλα τα αναπτυσσόμενα κλαδιά δοκίμασαν να διακλαδιστούν προς όλες τις κατευθύνσεις, να ξεπεράσουν και να εξοντώσουν τα γύρω κλαδιά, με τον ίδιο τρόπο που τα είδη και οι ομάδες των ειδών εκμηδένισαν άλλα είδη στον μεγάλο αγώνα για τη ζωή.
Με πιο απλά λόγια, ο Δαρβίνος ισχυρίζεται ότι το οποιοδήποτε είδος και η όποια ποικιλία ζωής υπάρχει, προέρχεται από έναν κοινό μακρινό πρόγονο, ο οποίος, κάτω από μια συνεχή πίεση ενός ανελέητου φυσικού μηχανισμού επιλογής, εξαναγκάστηκε σε συνεχείς τροποποιήσεις των χαρακτηριστικών του, που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά, έτσι ώστε, οι εκάστοτε απόγονοι να προσαρμόζονται όλο και περισσότερο στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος για την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους. Με αυτόν τον τρόπο και κατά την διάρκεια εκατομμυρίων ετών παρουσιάστηκε μια τεράστια ποικιλομορφία ειδών ζωής, που κατέκλυσαν τον πλανήτη σύμφωνα και με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε τόπου.
Συνοψίζοντας, μπορούμε να προσδιορίσουμε κάποια βασικά στοιχεία της θεωρίας αυτής, όπως:
α) Η συνέχεια της επιβίωσης και αναπαραγωγής ενός έμβιου οργανισμού είναι ευθέως ανάλογη με τις δυνατότητες προσαρμογής του στις συνθήκες ζωής.
β) Η συνεχής προσπάθεια προσαρμογής κάθε έμβιου όντος στις συνθήκες ζωής, πραγματοποιείται μέσα από έναν σκληρό ανταγωνισμό με τα άλλα όντα, πράγμα που συντελεί στην αλλαγή της μορφολογίας κάποιων όντων, με την εμφάνιση νέων χαρακτηριστικών.
γ) Η αλλαγή της μορφολογίας κάποιων οργανισμών με την εμφάνιση νέων χαρακτηριστικών, στηρίζεται στην χρησιμότητα των χαρακτηριστικών που επιλέγονται ως καταλληλότερα.
Εδώ διευκρινίζεται ότι ένα χαρακτηριστικό ενός οργανισμού θεωρείται προσαρμοστικό, εάν χρησιμεύει στον οργανισμό με τέτοιο τρόπο που να δικαιολογεί και να εξηγεί την παρουσία του.
Η δημοσίευση της Δαρβίνειας εξελικτικής θεωρίας προκάλεσε αμέσως αντιδράσεις, τόσο από τους εκπροσώπους της θρησκείας όσο και της επιστήμης.
Η βασική θρησκευτική αντίληψη της απ’ ευθείας δημιουργίας απ’ τον ίδιο τον Θεό των φυτών, των ζώων και του ανθρώπου, με την ίδια αρχική και αναλλοίωτη μορφή στην διαδρομή του γήινου χρόνου, αμφισβητείται πλέον ευθέως και φέρνει σε θέση άμυνας τους απολογητές των θρησκευτικών στερεότυπων. Όλοι σχεδόν οι θρησκευτικοί ηγέτες αποκήρυξαν στην αρχή την θεωρία του Δαρβίνου, ως μια αιρετική και αναπόδεικτη παρερμηνεία του φαινομένου της δημιουργίας του κόσμου. Αυτή η αντίδραση της θρησκευτικής ηγεσίας συνεπικουρείται από το επιστημονικό κατεστημένο, που επιδίδεται σε μια σχεδόν ειρωνική αμφισβήτηση της θεωρίας της εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής. Ταυτόχρονα, οι θιασώτες του σκληρού καπιταλισμού εκμεταλλεύονται την αρχή της φυσικής επιλογής και προεκτείνοντας την ισχύ της στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, διακηρύσσουν τις αρχές του κοινωνικού δαρβινισμού. Ο όρος Κοινωνικός Δαρβινισμός εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πολιτικό και κοινωνικό ευρωπαϊκό προσκήνιο το 1877, από τον Άγγλο φιλόσοφο και βιολόγο Χέρμπερτ Σπένσερ, ο οποίος, συνδυάζοντας τις απόψεις του προγενέστερου  Άγγλου οικονομολόγου Τόμας Μάλθους με αυτές του Κάρολου Δαρβίνου, θεωρεί ότι το κράτος δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις φυσικές διεργασίες της κοινωνίας, κι έτσι θα επιβιώνουν οι ισχυρότεροι άνθρωποι αφήνοντας τους ανίσχυρους να χαθούν. Οι απόψεις αυτές έγιναν αμέσως αποδεκτές από τους εκπροσώπους του σκληρού καπιταλισμού και λειτούργησαν ως ιδεολογικό πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής και αποικιοκρατικής πολιτικής. Επίσης, ο Κοινωνικός Δαρβινισμός σε συνδυασμό με την Ευγονική χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη των ναζιστικών απόψεων, που αποσκοπούσαν στη διαιώνιση της άριας φυλής και στην αντίστοιχη εξολόθρευση των λιγότερο ισχυρών λαών.
Απ’ την άλλη μεριά, η Δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής, χρησιμοποιήθηκε ως έναν βαθμό για την ανάπτυξη της Μαρξιστικής θεωρίας και τη διατύπωση του κομμουνιστικού μανιφέστου. Ο ίδιος ο Μαρξ έγραψε ότι: η «Καταγωγή των ειδών» είναι πολύ σημαντικό έργο και μου χρησιμεύει ως μια Φυσικό – Επιστημονική βάση για την ταξική πάλη στην ιστορία».
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η θεωρία του Δαρβίνου επέδρασε σχεδόν σ’ όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας, είτε δημιουργώντας ρήγματα σε κατεστημένες επιστημονικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις, είτε προσφέροντας κάποιες βάσεις για την εκδήλωση και ανάπτυξη αντίθετων ή και ακραίων θεωριών (καπιταλισμός, κομμουνισμός, κοινωνικός και οικονομικός δαρβινισμός, Ναζισμός κλπ).
Βέβαια, όταν η θεωρία του Δαρβίνου άρχισε κατά ένα μεγάλο μέρος να αποκτά επί πλέον αποδεικτικά στοιχεία στα επιστημονικά εργαστήρια της βιολογίας και της γενετικής, ορισμένοι θρησκευτικοί ηγέτες της Αγγλικανικής και της Καθολικής εκκλησίας, αποδέχθηκαν εν μέρει την εξέλιξη των ειδών, ως συμβατή με μια διασταλτική ερμηνεία της Βίβλου, μιλώντας για τη Θεϊστική εξέλιξη και τον ευφυή σχεδιασμό της δημιουργίας του κόσμου. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, εξακολουθούν να υποστηρίζονται ακραίες απόψεις τόσο απ’ την πλευρά των φανατικών φονταμενταλιστών του δημιουργισμού, όσο και από τους φυσιοκράτες εξελικτικούς του αθεϊσμού. 
Μετά απ’ αυτές τις διαπιστώσεις νομίζω ότι είναι σκόπιμο να περάσουμε στη δεύτερη ενότητα της προβληματικής μας, που αφορά τα βασικά στοιχεία που προβάλλονται τόσο από τους υποστηρικτές όσο και τους αρνητές της Δαρβίνειας θεωρίας, στη νεότερη και στη σημερινή επικρατούσα κατάσταση. 
2.- Βασικά στοιχεία υπέρ ή κατά της εξελικτικής θεωρίας
Είπαμε και πιο πάνω ότι η αρχική απόρριψη της εξελικτικής θεωρίας από την εκκλησία, στηρίχθηκε κι από παγιωμένες απόψεις της επιστημονικής κοινότητας, που επικρατούσαν στα μεγάλα πανεπιστήμια σχεδόν μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα. Μεταξύ άλλων και ο Ουίλιαμ Πάλεϊ (1743 – 1805), προκειμένου να αντικρούσει κάποιες απόψεις σκεπτικιστών, σχετικά με τις παραδοσιακές αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, ανέπτυξε την θεωρία του ευφυούς σχεδίου. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ο τρόπος που λειτουργεί συνολικά ο κόσμος παραπέμπει σ’ έναν προηγούμενο νοητικό σχεδιασμό, όπου το κάθε τι έχει έναν ειδικό σκοπό. Όλοι οι επί μέρους σκοποί δένουν μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν μια αρμονική συνεργασία, η οποία οδηγεί στην επίτευξη ενός συνολικότερου σκοπού. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του ο Πάλεϊ αναφέρει μια μεγάλη σειρά αναμφισβήτητων παρατηρήσεων, που περιλαμβάνουν από την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ματιού μέχρι και την εναλλαγή των τεσσάρων εποχών. Μάλιστα, παρομοιάζει τον τρόπο λειτουργίας του κόσμου με την τελειότητα ενός ρολογιού, το οποίο προϋποθέτει τον σχεδιασμό και την κατασκευή του από έναν ωρολογοποιό. Έτσι λοιπόν, απέναντι στον παράγοντα του τυχαίου, που προβάλλεται από την εξελικτική θεωρία ως βάση μιας συνεχόμενης αλληλεπίδρασης των διάφορων συντελεστών του κοσμικού γίγνεσθαι, αντιπαραβάλλεται η θεωρία του ευφυούς σχεδίου, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος δημιουργήθηκε με βάση την ανάπτυξη ενός σχεδιασμού από μια ανώτερη νοητική δύναμη. Εκτός απ’ αυτά, το 1884 ο Φρέντερικ Τεμπλ, ο οποίος αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, υποστήριξε ότι ο Θεός έκανε κάτι πιο έξοχο απ’ το να δημιουργήσει απλά τον κόσμο: δημιούργησε δηλαδή τον κόσμο έτσι, ώστε αυτός να έχει την δύναμη δημιουργίας του εαυτού του. Η θεώρηση αυτή αποδέχεται και εντάσσει την Δαρβίνεια εξελικτική θεωρία στα πλαίσια του γενικότερου ευφυούς σχεδιασμού από την ανώτατη νοητική οντότητα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο απορρίπτεται η τυχαιότητα ως παράγοντας δημιουργίας, αλλά προσδίδεται και νοητικό υπόβαθρο στο ένστικτο, ως βασικός συντελεστής διατήρησης του φαινομένου της ζωής. Με την αποδοχή του ευφυούς σχεδίου, η δημιουργία του Κόσμου στηρίζεται στην ιδέα μιας νοητικής αλληλουχίας στην ανάπτυξη των γεγονότων και των φαινομένων που συνιστούν το Σύμπαν. Η θεώρηση αυτή, εκτός της θρησκευτικής οντολογίας, στηρίζεται και σε επιστημονικές απόψεις, οι οποίες έχουν να κάνουν τόσο με τις συνεχείς ανακαλύψεις των νόμων που διέπουν το Συμπαντικό γίγνεσθαι, όσο και με την ιδιάζουσα σωματικό – πνευματική κατάσταση του ίδιου του ανθρώπινου πλάσματος, και ειδικότερα με το φαινόμενο της ανθρώπινης συνείδησης. Έτσι, τόσο απ’ την θρησκεία όσο κι από ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας προβάλλονται τρία βασικά στοιχεία, με τα οποία αμφισβητείται ο παράγοντας του τυχαίου και της γενίκευσης μιας τυφλής φυσικής επιλογής στην όλη διαδικασία του κοσμικού γίγνεσθαι.
Τα στοιχεία αυτά είναι: α) ο ευφυής σχεδιασμός της δημιουργίας, στα πλαίσια μιας θεμελιώδους δυϊστικής διάκρισης μεταξύ ύλης και νου β) η εμφάνιση της ζωής και γ) η ύπαρξη της συνείδησης και ειδικότερα της ηθικής συνείδησης του ανθρώπου.
Απέναντι στην προβολή των παραπάνω στοιχείων από τους αρνητές της εξελικτικής θεωρίας, ο ίδιος ο Δαρβίνος απαντά ότι: «Η άγνοιά μας σχετικά με τους νόμους της ποικιλότητας είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ούτε μια στις εκατό περιπτώσεις δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ως προς τις αιτίες που προκάλεσαν την εμφάνιση ποικιλότητας… Όμως, όποτε υπήρξε δυνατότητα σύγκρισης, φαίνεται ότι είναι οι ίδιοι νόμοι που έχουν επιδράσει στη δημιουργία είτε των μικρότερων διαφορών, μεταξύ των ποικιλιών ενός είδους, είτε των μεγαλύτερων διαφορών, μεταξύ των ειδών του ίδιου γένους». Παρ’ ότι λοιπόν ο Δαρβίνος αποδέχεται την άγνοια γύρω από τις βαθύτερες αιτίες που συντελούν στην ύπαρξη της τεράστιας ποικιλομορφίας της ζωής, εντούτοις, θεωρεί πως ότι δεν οφείλεται φανερά στην διαδικασία της φυσικής επιλογής, δεν αποκλείεται να αποτελεί ένα στάδιο για την τελική μετάβαση στο χρήσιμο και αναγκαίο. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται στη θεώρηση ότι η φυσική επιλογή λειτουργεί χωρίς συνείδηση κάποιου συγκεκριμένου σχεδίου, αλλά πάντοτε βασίζεται στην αρχή της επικράτησης του πλέον κατάλληλου στοιχείου για την επιβίωση και την αναπαραγωγή. Δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι ένα χαρακτηριστικό των όντων δεν εκπληρεί κάποια φανερά χρήσιμη και αναγκαία αποστολή, αυτό δεν είναι παρά ένα μεταβατικό στάδιο προς τη τελική διαμόρφωση του χρήσιμου και αναγκαίου χαρακτηριστικού. Και πάντα αυτή η μετάβαση στο χρήσιμο και αναγκαίο εξελίσσεται, όχι σαν την σταδιακή πραγματοποίηση ενός ευφυούς σχεδίου, αλλά σαν μια μηχανιστική ενέργεια για την κάλυψη της ανάγκης ύπαρξης των πιο χρήσιμων στοιχείων και χαρακτηριστικών στον αγώνα της επιβίωσης.
Οι υποστηρικτές της εξελικτικής θεωρίας ενισχύθηκαν με την εμφάνιση του νεοδαρβινισμού, που στη συντριπτική πλειοψηφία των εκφραστών του – επιστημόνων ή μη – συνδυάζεται με τη διακήρυξη του αθεϊσμού. Στηριζόμενοι λοιπόν πάνω στις βασικές θέσεις της θεωρίας του Δαρβίνου, προχωρούν σε ακραίες διατυπώσεις με την αναγωγή των πάντων στον κανόνα της αναγκαιότητας, που λειτουργεί αυτόματα παντού και πάντα και προσδιορίζεται από μηχανιστικούς παράγοντες. Έτσι, ο κόσμος δεν χρειάζεται την ύπαρξη κάποιου σχεδίου για να λειτουργήσει, κι όλα ρυθμίζονται από τις διαδικασίες της φυσικής επιλογής.
Ένας από τους κυριότερους σημερινούς εκπροσώπους του νεοδαρβινισμού, ο καθηγητής βιολογίας κ. Ρίτσαρντ Ντόουκινς (Richard Dawkins), που κατέχει την έδρα για την κατανόηση της επιστήμης από το ευρύ κοινό στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, απαντά στα επιχειρήματα των υποστηρικτών του ευφυούς σχεδίου, ως εξής:
«Το ευφυές σχέδιο δεν είναι η κατάλληλη εναλλακτική λύση απέναντι στο τυχαίο. Η φυσική επιλογή δεν αποτελεί απλώς μια οικονομική, εύλογη και κομψή λύση. Είναι η μόνη λειτουργική εναλλακτική λύση απέναντι στο τυχαίο…».
Ο νεοδαρβινισμός, τουλάχιστον όπως εκφράζεται από τον Ντόουκινς, δεν αποκλείει μόνο την ύπαρξη του ευφυούς σχεδίου, αλλά και την τυχαιότητα ως παράγοντα της οποιασδήποτε εξελικτικής διαδικασίας. Απέναντι σ’ αυτές τις δυο εκδοχές προβάλει ως μοναδική πραγματική λύση τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής. Επιμένει λοιπόν ο Ντόουκινς ότι: «Ούτε το τυχαίο, ούτε το σχέδιο αποτελούν λύση στο πρόβλημα της στατιστικής απιθανότητας… Η φυσική επιλογή αποτελεί πραγματική λύση, τη μόνη αποτελεσματική λύση που προτάθηκε ποτέ. Και δεν είναι μόνο αποτελεσματική. Διαθέτει επίσης εκπληκτική κομψότητα και δύναμη».
Έτσι, στους ισχυρισμούς και στα ερωτήματα των δημιουργιστών, ο νεοδαρβινισμός απαντά με το επιχείρημα του μηχανισμού της φυσικής επιλογής, που έχοντας απεριόριστες δυνατότητες, μπορεί να δώσει λύση και στη μεγαλύτερη στατιστική απιθανότητα. Η ύπαρξη και των πιο τέλειων οργάνων, όπως για παράδειγμα ο οφθαλμός, μέχρι και αυτού τούτου του σύμπαντος, έχουν να κάνουν με την διαδικασία της φυσικής επιλογής. Όσο κι αν φαίνεται απίθανο κάτι τέτοιο, αυτή η απιθανότητα μπορεί να καλυφθεί με μια σταδιακή κι απειροελάχιστη κάθε φορά μεταβολή στη διάρκεια των εκατομμυρίων ετών του γήινου χρόνου. Οτιδήποτε λοιπόν αποτελεί έκφανση ζωής, σε οποιοδήποτε στάδιο εξέλιξης κι αν βρίσκεται, οφείλεται ή και εξαρτάται από την διαδικασία της φυσικής επιλογής. Αυτή η θεώρηση του νεοδαρβινισμού έχει  σαν λογικό επακόλουθο την αποδοχή και προβολή του μονισμού, δηλαδή την ταύτιση νου και ύλης. Έτσι, ο Ντόουκινς δηλώνει ότι είναι πεπεισμένος μονιστής και γι’ αυτό πιστεύει ότι ο νους αποτελεί εκδήλωση της ύλης, δηλαδή του υλικού μέρους ενός εγκεφάλου ή ίσως ενός υπολογιστή, και δεν μπορεί να υπάρχει χωριστά από την ύλη.
Απ’ όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα, διαμορφώνονται σε γενικές γραμμές, οι θέσεις των δυο διαφορετικών θεωρήσεων, σχετικά με το γίγνεσθαι της κοσμικής πραγματικότητας. Ως εκ τούτου, μπορούμε να διερευνήσουμε την δυνατότητα διαμόρφωσης μιας συνθετικής πρότασης, μέσα από μια προσπάθεια διασαφήνισης των ορίων της Δαρβίνειας εξελικτικής θεωρίας.
3.- Διασυνδέσεις, διαπιστώσεις και συμπεράσματα
Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Η καταγωγή των ειδών», που έχει τίτλο «Ανακεφαλαίωση και συμπεράσματα», ο Δαρβίνος γράφει: «Καθώς τα συμπεράσματά μου έχουν τελευταία πολύ διαστρεβλωθεί και έχει αναφερθεί ότι αποδίδω την τροποποίηση των ειδών αποκλειστικά στη Φυσική Επιλογή, θα μου επιτραπεί να παρατηρήσω ότι στην πρώτη έκδοση αυτής της εργασίας, και ακολούθως, έβαλα στην πιο πασιφανή θέση – δηλαδή στο κλείσιμο του κεφαλαίου της εισαγωγής – τις ακόλουθες λέξεις: «Έχω πειστεί ότι η Φυσική Επιλογή ήταν το κύριο, αλλά όχι το αποκλειστικό μέσο τροποποίησης». Ακόμα, στην εισαγωγή του κεφαλαίου «περί του ενστίκτου», διευκρινίζει ότι: «Πολλά ένστικτα είναι τόσο θαυμαστά που η ανάπτυξή τους ίσως να φαινόταν στον αναγνώστη σαν αρκετή δυσκολία, ικανή να ανατρέψει όλη μου την θεωρία. Δηλώνω κατ’ αρχάς ότι δεν έχω πρόθεση να ασχοληθώ με την καταγωγή των πνευματικών ικανοτήτων ούτε και με την προέλευση της ίδιας της ζωής. Θα ενδιαφερθούμε μόνο για τις ποικιλίες του ενστίκτου και των άλλων πνευματικών ιδιοτήτων στα ζώα της ίδιας ομάδας». Επίσης, λίγο πιο κάτω αναφέρει ότι: «Δε βλέπω βάσιμο λόγο γιατί οι απόψεις που διατυπώθηκαν σε αυτόν τον τόμο, θα μπορούσαν να θίξουν τα θρησκευτικά συναισθήματα οποιουδήποτε». Και τελειώνει το βιβλίο του με την εξής καταπληκτική φράση: «Υπάρχει μεγαλείο σε αυτή την άποψη της ζωής, με τις διάφορες δυνάμεις της, που εμφυσήθηκαν αρχικά από τον Δημιουργό σε λίγες μορφές ή σε μια, και που, ενώ αυτός ο πλανήτης συνεχίζει να περιστρέφεται σύμφωνα με τον σταθερό νόμο της βαρύτητας, από μια τόσο απλή αρχή (σ.σ. εννοεί την φυσική επιλογή) έχουν εξελιχθεί και εξελίσσονται ατέλειωτες μορφές ολοένα πιο ωραίες και πιο θαυμαστές».
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο ίδιος ο Δαρβίνος, όχι μόνο δεν θεωρεί την Φυσική Επιλογή ως την μοναδική δύναμη στην οποία οφείλεται το ότι βρίσκεται και υπάρχει, αλλά, υπερβαίνοντας τον αγνωστικισμό που εκφράζει σε κάποιες περιπτώσεις, αναφέρει την Φυσική Επιλογή ως μια από τις δυνάμεις που εμφυσήθηκαν από τον Δημιουργό, προκειμένου να υπάρχει και να εξελίσσεται ό,τι από τον άνθρωπο χαρακτηρίζεται ως άβιο και έμβιο ον.
Ο νεοδαρβινισμός δεν αρκείται σ’ αυτές τις ξεκάθαρες απόψεις του Δαρβίνου, αλλά προσπαθεί να ερμηνεύσει τα πάντα με βάση την διαδικασία της Φυσικής Επιλογής. Έτσι, από το 1937 αρχίζει να διαμορφώνεται η «θεωρία της μοντέρνας σύνθεσης», η οποία συνδέει τον Δαρβινισμό με την γενετική και την σύγχρονη μοριακή εξέλιξη. Κι εδώ μια βασική αρχή της εξέλιξης είναι ότι η μορφολογία των οργανισμών εξηγείται με την αρχή της χρησιμότητας των χαρακτηριστικών που επιλέγονται ως καταλληλότερα. Διευκρινίζεται και πάλι ότι: ένα χαρακτηριστικό ενός οργανισμού θεωρείται προσαρμοστικό εάν χρησιμεύει στον οργανισμό με τέτοιο τρόπο που να δικαιολογεί και να εξηγεί την παρουσία του.
Η σχολή σκέψης του νεοδαρβινισμού, όπως εκφράζεται και απ’ τον Ντόουκινς, σε αντίθεση με τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται απ’ τον ίδιο τον Δαρβίνο, θεωρεί ότι τα πάντα εκπορεύονται από την ύλη και υπόκεινται στη μηχανιστική διαδικασία της φυσικής επιλογής. Έτσι, απέναντι στους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των δημιουργιστών, ο Ντόουκινς θεωρεί ότι η νόηση υφίσταται μόνο ως προϊόν της ύλης, και μάλιστα όταν αυτή είναι οργανωμένη ως εγκέφαλος ή ως ηλεκτρονικός υπολογιστής. Η θεώρηση αυτή αποτελεί τη βάση του αθεϊσμού, μια και αποκλείει τη νόηση ως την πρώτη αιτία δημιουργίας της ύλης. Τα πάντα λοιπόν εξηγούνται και ανάγονται στις ακατάλυτες υλικές δυνάμεις και στις απεριόριστες δυνατότητες της ύλης να εξελίσσεται διαρκώς και να δημιουργεί καινούργια δεδομένα και ισορροπίες. Η άποψη αυτή έχει γίνει αποδεκτή από ένα μεγάλο τμήμα της επιστημονικής κοινότητας, μια και η εξελικτική θεωρία έχει πλέον επαληθευτεί στα επιστημονικά και ερευνητικά εργαστήρια. Όμως, όχι μόνο δεν έχει καθόλου αποδειχτεί ότι η διαδικασία της εξέλιξης είναι και η γενεσιουργός αιτία του κόσμου, αλλά τουναντίον, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, υπάρχουν ισχυρότατες ενδείξεις αμφισβήτησης του γεγονότος αυτού. Παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχουν επιστήμονες που, ξεπερνώντας κάθε όριο επιστημονικής τεκμηρίωσης και βασιζόμενοι στη θεωρία των πολλαπλών συμπάντων, αφήνουν σαφέστατα να εννοηθεί ότι η ύπαρξη του δικού μας σύμπαντος οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην εφαρμογή της θεωρίας της δοκιμής και του λάθους. Κι αυτό, όταν ξέρουν ή όφειλαν να ξέρουν ότι, αυτό που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως σύμπαν, δεν είναι ούτε το 4% αυτού που βρίσκεται και υπάρχει, μια και το υπόλοιπο 96%, όπως πρόσφατα ανακαλύφτηκε, αποτελείται από την άγνωστη σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια. Σχετικά με το ζήτημα της νόησης, σαν έναν πρώτο επιστημονικό αντίλογο στους ισχυρισμούς του νεοδαρβινισμού, μπορώ να προβάλω  ένα βασικό συμπέρασμα του συμποσίου νευρολογίας με θέμα: «Εγκέφαλος – Συνείδηση», που έγινε το 2002 απ’ το  πανεπιστήμιο Κρήτης, και αναφέρει ότι: «Προς το παρόν, όπως οι νοησιοκράτες (μενταλιστές) δεν μπορούν να παρουσιάσουν ένα ελέγξιμο μοντέλο που να δείχνει πως ο «νους» αλληλεπιδρά με τον «εγκέφαλο», έτσι και οι υλιστές δεν μπορούν να εξηγήσουν πως τα «νευρωνικά κυκλώματα» γενούν τον «νου»… και πιο κάτω αναφέρει ότι η συνείδηση δεν μπορεί να εξηγηθεί στο πλαίσιο των παραδειγμάτων της σημερινής επιστήμης». Αλλά και ο ίδιος ο Ντόουκινς, μη μπορώντας ν’ αποφύγει τα ερωτήματα που δημιουργούνται από τις ακραίες απόψεις του νεοδαρβινισμού, αναφέρει τα εξής: «Η προέλευση της συνείδησης αποτελεί πιθανόν ένα μεγάλο κενό, η γεφύρωση του οποίου υπήρξε εξίσου απίθανη με την προέλευση του ανθρώπινου κυττάρου…Εκ πρώτης όψεως, η Δαρβινική ιδέα ότι κινητήρια δύναμη της εξέλιξης είναι η φυσική επιλογή, φαίνεται ακατάλληλη να εξηγήσει όση καλοσύνη διαθέτουμε ή τα συναισθήματα ηθικότητας, ευπρέπειας, ενσυναίσθησης και ελέους… Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τον εαυτό μας να αισθανθεί λύπη όταν βλέπουμε κάποιον δυστυχή να κλαίει (ο οποίος δεν έχει σχέση με μας, ούτε έχει δυνατότητα ανταπόδοσης)… Σίγουρα υπάρχουν ευγενείς σκοποί για τους οποίους αξίζει να πεθάνει κανείς… Η τέχνη και η επιστήμη αποτελούν ραγδαία αναπτυσσόμενες εκδηλώσεις της αυξημένης ισχύος του εγκεφάλου μας, ως απροσδόκητο δώρο της εξελικτικής διαδικασίας».
Για όλες αυτές τις αναμφισβήτητες διαπιστώσεις, που έχουν να κάνουν με την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης συνείδησης, και ειδικότερα την λεγόμενη «ηθική συνείδηση», η οποία υπερβαίνει την ωφελιμιστική χρησιμότητα του ανώτερου φυσικού σκοπού της επιβίωσης και αναπαραγωγής, Ο Ντόουκινς δίνει τις εξής απαντήσεις: Ότι αποτελεί εκδηλώσεις συνείδησης ή ηθικής συνείδησης, «πρόκειται για αστοχίες, για δαρβινικά λάθη – ευλογημένα, πολύτιμα λάθη». Δηλαδή, προκειμένου ο νεοδαρβινισμός να ξεφύγει από τα αδιέξοδα που δημιουργούνται από την βασική θεώρηση περί της μοναδικότητας του χρήσιμου και ωφέλιμου που προκύπτει από την όποια εξελικτική διαδικασία, αποδίδει την ανθρώπινη συνείδηση σε αστοχία και λάθος της φυσικής επιλογής. Αλλά δεν αρκείται μόνο σ’ αυτό και προτείνει και μια άλλη λύση, που λέει ότι: «Μερικές φορές, όχι ιδιαίτερα σπάνια, τα γονίδια εξασφαλίζουν τη δική τους «εγωιστική» επιβίωση επηρεάζοντας τους οργανισμούς ώστε να συμπεριφέρονται αλτρουιστικά»!!! Είναι φανερή η εξωφρενική αντίφαση που υπάρχει στην ουσία αυτής της διατύπωσης. Αλλά δεν είναι και η μοναδική αντίφαση που υπάρχει στις διατυπώσεις του νεοδαρβινισμού. Ενώ απ’ τη μια διατείνεται ότι: «Η Δαρβινική εξέλιξη προχωρά απρόσκοπτα αφότου δημιουργήθηκε η ζωή…. Διότι η φυσική επιλογή δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς αυτή», απ’ την άλλη υποστηρίζει τη θεωρία που μιλάει για τη διαδικασία της φυσικής επιλογής μεταξύ πολλών συμπάντων για να υπάρξει το συγκεκριμένο «δικό μας» σύμπαν. Η αντίφαση είναι φανερή! Η εξέλιξη με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής δεν μπορεί να υπάρξει στην άβια ύλη. Αν δεχθούμε λοιπόν ότι το «δικό μας» σύμπαν είναι το αποτέλεσμα ενός είδους φυσικής επιλογής μεταξύ πολλών συμπάντων, τότε, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η λεγόμενη άβια ύλη έχει πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά που, σύμφωνα με τη βιολογία, προσδιορίζουν την έμβια ύλη, όπως: κίνηση, «ενστικτώδης διεργασία», «αναπαραγωγή», κληρονομικότητα, μεταλλαγμένες παραλλαγές κληρονομούμενων στοιχείων. Όμως, αυτή η συλλογιστική παραπέμπει άμεσα σ’ αυτό που ακριβώς θέλει ν’ αποφύγει, δηλαδή στην ύπαρξη ενός είδους διάνοιας. Διότι, δεν υπάρχει έκφανση ζωής χωρίς ένα είδος νόησης, έστω κι αν τη δούμε σαν ένα μοναδικό μηχανιστικό παράγωγο της ύλης. Αν μάλιστα πάρουμε υπόψη τη θεώρηση του υλισμού ότι η νόηση δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από κάποιο είδος «ηλεκτρονικών προγραμμάτων», τότε δεν είναι καθόλου περίεργο να οδηγηθούμε στην παράλογη ιδέα κάποιου φυσικού «υπερσυμπαντικού ηλεκτρονικού υπολογιστή»!!!
Δείχνει τουλάχιστον «έπαρση» όταν επιστήμονες, ξεπερνώντας κάθε όριο επιστημονικής τεκμηρίωσης, αφήνουν σαφέστατα να εννοηθεί ότι η ύπαρξη του Σύμπαντος Κόσμου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην εφαρμογή της θεωρίας της δοκιμής και του λάθους.
Η εξέλιξη λοιπόν δεν αφορά την δημιουργία της ζωής καθαυτή, αλλά αποτελεί φυσικό επακόλουθο της μετέπειτα συνέχειας του γεγονότος αυτού. Η δυναμική της εκκίνησης του γεγονότος «προϊδεάζει» για την ανάπτυξη και την εξέλιξη του γεγονότος.
Οι έννοιες της ανάπτυξης και της εξέλιξης έχουν σαν προϋπόθεση το πρωταρχικό γεγονός της ύπαρξης.
Από τη στιγμή που θα ξεκινήσει το γεγονός της ύπαρξης, ξεκινάει και η φυσιολογική διαδικασία πραγμάτωσης του πρωταρχικού σκοπού, δηλαδή της προσπάθειας διατήρησης του υπαρκτικού γεγονότος με την αυτοσυντήρηση και την αναπαραγωγή, που γίνεται σ’ ένα – και σε συνάρτηση μ’ ένα – μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
Η εξέλιξη λοιπόν, που μπορεί να φτάσει μέχρι και την ριζική μετάλλαξη, προκύπτει σαν επακόλουθο του φαινομένου της ζωής, κι εντάσσεται στη δυναμική της ανάπτυξης, σε συνάρτηση με τους παράγοντες του περιβάλλοντος που συνιστούν οι συνθήκες ισόρροπης αλληλεξάρτησης της άβιας και έμβιας ύλης.
Μ’ αυτόν τον ορισμό της εξέλιξης προσδιορίζεται και ο πραγματικός καθοριστικός της ρόλος στη διαδικασία διατήρησης και ανάπτυξης του γεγονότος της ύπαρξης, που σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να είναι και η γενεσιουργός αιτία του γεγονότος αυτού.
Η όλη διαδικασία της φυσικής επιλογής με τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους, δεν είναι παρά ο δυναμικός τρόπος διεξόδου από τις δυσκολίες που υπάρχουν στη προσπάθεια υλοποίησης της ανυποχώρητης επιθυμίας της ύπαρξης για επιβίωση και αναπαραγωγή.
Ως εκ τούτου, η ύπαρξη του φαινομένου της συνείδησης στον άνθρωπο και μάλιστα της λεγόμενης ηθικής συνείδησης, υπερβαίνει πράγματι την αναγκαιότητα μιας ατομικιστικής ωφελιμιστικής υπαρκτικής συμπεριφοράς και παραπέμπει στην αναζήτηση του σκοπού αυτής της υπέρβασης.
Πάντως, και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει λογική βάση η άποψη που λέει ότι, η ηθική συνείδηση, που οριοθετεί την απόλυτη διαφορά του ανθρώπου από τα υπόλοιπα γνωστά όντα, αποτελεί μια λανθασμένη εκδήλωση της φυσικής επιλογής στα πλαίσια της εξελικτικής διαδικασίας.
Όσοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, το κάνουν είτε ως μια λανθασμένη κατάληξη μιας τουλάχιστον μονομερούς ερμηνείας της Δαρβίνειας εξελικτικής θεωρίας, είτε εκ του πονηρού, για τη τεκμηρίωση ακραίων θεωρήσεων που συνηγορούν στην πραγμάτωση εκφάνσεων της κατώτερης συνείδησης του ανθρώπου.
Το παραπάνω κείμενο στηρίχθηκε στη βιβλιογραφία και στη θεματολογία του βιβλίου μου: «Η νοητική αλληλουχία των πραγμάτων».
πηγή: Aντίφωνο
feature, φιλοσοφία

Ντετερμινισμός


Σύμφωνα με το Φιλοσοφικό Λεξικό του Cambridge ντετερμινισμός είναι η άποψη ότι η κατάσταση του κόσμου σε κάθε στιγμή καθορίζει ένα μοναδικό μέλλον και ότι η γνώση όλων των θέσεων των πραγμάτων και των κυρίαρχων φυσικών δυνάμεων θα επέτρεπε σε κάποια διάνοια να προβλέψει τη μελλοντική κατάσταση του κόσμου.

determinism Οι σύγχρονοι ντετερμινιστές πιστεύουν πως για κάθε γεγονός, με όση ακρίβεια και αν το περιγράψουμε, υπάρχει κάποια θεωρία ή σύστημα νόμων τέτοιο ώστε το ότι συνέβη το συγκεκριμένο γεγονός με αυτή την περιγραφή προκύπτει από αυτούς τους νόμους μαζί με πληροφορίες για την προηγούμενη κατάσταση του συστήματος.

Μια κάπως διαφορετική παρουσίαση του παραπάνω αξιώματος συνοψίζεται στα εξής :

  • κάθε γεγονός έχει ένα προηγούμενο αίτιο
  • σε κάθε δεδομένη στιγμή με δεδομένο το παρελθόν, μόνο ένα μέλλον είναι δυνατόν και
  • έχοντας γνώση όλων των προηγούμενων συνθηκών και όλων των φυσικών νόμων, κάποιος θα μπορούσε να προβλέψει, σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, με απόλυτη ακρίβεια τη μελλοντική ιστορία του σύμπαντος.

Σύμφωνα με μια άλλη διατύπωση, «όλα τα γεγονότα είναι συνέπειες» – γεγονότα που έχουν προκύψει κατ’ ανάγκην από προηγούμενα γεγονότα, δημιουργώντας έτσι μια ισχυρή αλυσίδα αιτίων και αποτελεσμάτων.

Μπορούμε να διακρίνουμε πέντε είδη ντετερμινιστικών θεωριών: ηθικός, λογικός, θεολογικός, φυσικός και ψυχολογικός ντετερμινισμός.

hard-determinism Ο ηθικός ντετερμινισμός ασχολείται με το πρόβλημα της απόδοσης ευθύνης στις ανθρώπινες πράξεις. Κύριοι εκπρόσωποί του στον αρχαίο κόσμο θεωρούνται ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Το σωκρατικό «ουδείς εκών κακός» συνάδει με την πλατωνική άποψη ότι κανένας άνθρωπος ο οποίος γνωρίζει το αγαθό δεν είναι δυνατόν να επιλέξει οτιδήποτε άλλο. Επομένως, όλες οι εκούσιες πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από κάποιο διαφαινόμενο αγαθό. Κατ’ επέκταση, η ελευθερία ταυτίζεται με τον καθορισμό της βούλησης από το Αγαθό. Ο καθορισμός της βούλησης ή της επιλογής από το Κακό ισοδυναμεί με δουλεία.

Στον ηθικό ντετερμινισμό του Πλάτωνα αντιτίθεται ο Αριστοτέλης, για τον οποίο ήταν προφανές ότι πολλές φορές οι επιθυμίες ή διαθέσεις ενός ανθρώπου συγκρούονται με τη λογική του υπό την έννοια ότι μπορεί να επιθυμεί κάτι κακό, ενώ γνωρίζει ότι αυτό είναι πράγματι κακό.

Ο λογικός ντετερμινισμός προκύπτει από την υπόθεση ότι κάθε πρόταση είναι είτε αληθής είτε ψευδής. Η εφαρμογή του παραπάνω συλλογισμού σε προτάσεις που αφορούν το μέλλον και οι οποίες παίρνουν τη μορφή πρόβλεψης ενός μελλοντικού γεγονότος οδήγησε τους Στωικούς και τους Μεγαρικούς και ιδιαίτερα το Διόδωρο Κρόνο να διατυπώσουν την άποψη ότι κανείς δεν μπορεί να πράξει κάτι άλλο από αυτό που πράττει, καθιστώντας έτσι την ελεύθερη βούληση δέσμια ενός συστήματος, όπου όλα είναι προαποφασισμένα ή εκ προοιμίου γνωστά. Αντίθετοι προς το λογικό ντετερμινισμό στον αρχαίο κόσμο ήταν ο Αριστοτέλης και οι Επικούρειοι.

Ο θεολογικός ντετερμινισμός προκύπτει από την πίστη στην ύπαρξη ενός παντοδύναμου και παντογνώστη Θεού, από τον οποίο εξαρτώνται τα πάντα στο σύμπαν. Συνεκδοχικά, αυτός είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος και τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό από αυτό που τώρα είναι. Τέτοιος είναι ο Ζεύς των Στωικών, που σε πολλά σωζόμενα αποσπάσματα ταυτίζεται με τη Μοίρα. Φυσικά υπήρχε και ο αντίλογος. Έτσι ο Καρνεάδης υποστήριζε ότι ούτε ο Απόλλων δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων οποιαδήποτε μελλοντικά γεγονότα εκτός εάν η φύση έτσι έφτιαξε τις αιτίες των πραγμάτων ώστε αυτά να πρέπει να συμβούν κατ’ ανάγκην 5.

Ο φυσικός ντετερμινισμός προκύπτει από την ανακάλυψη αμετάβλητων και απαραβίαστων φυσικών νόμων, οι οποίοι επιδρούν στα έμβια και άψυχα όντα με σταθερό τρόπο, οδηγώντας με μαθηματικό τρόπο σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η ιδέα αυτή έγινε κυρίαρχη στην επιστημονική σκέψη του 17ου και 18ου αι. επηρεάζοντας αποφασιστικά την πρόοδο των φυσικών επιστημών. Η σημασία του φυσικού ντετερμινισμού για την φιλοσοφία έγκειται στην ανακάλυψη ανάλογων φυσικών νόμων, οι οποίοι διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά καθιστώντας την έτσι ως επί το πλείστον προβλέψιμη.

Κατ’ ουσίαν η βασική ιδέα είναι η ύπαρξη ενός συνδετικού κρίκου μεταξύ φυσικών νόμων και ανθρωπίνων πράξεων και μιας αναλογίας μεταξύ των νόμων που διέπουν τον μακρόκοσμο ( σύμπαν ) και τον μικρόκοσμο (στην προκειμένη περίπτωση τον άνθρωπο). Η σύνδεση αυτή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Τόσο οι Στωικοί όσο και οι Επικούρειοι φιλόσοφοι συνέδεσαν τη φυσική θεωρία τους με την ηθική  – οι μεν για να υποστηρίξουν τον ντετερμινισμό, οι δε για να τον αποκρούσουν.

Ψυχολογικός ντετερμινισμός : οι περισσότερες συζητήσεις που αφορούν τον ντετερμινισμό και την ελεύθερη βούληση στη σύγχρονη φιλοσοφία έχουν γίνει στο πλαίσιο του ψυχολογικού ντετερμινισμού, σύμφωνα με τον οποίο η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται και πηγάζει από ψυχολογικές αιτίες διαφόρων ειδών.

Κύριο χαρακτηριστικό του ψυχολογικού ντετερμινισμού είναι η διάκριση νου ( ή / και ψυχής ) και σώματος. Σ’ αυτό το είδος ντετερμινισμού, η βούληση και άλλες εσωτερικές αιτίες θεωρούνται ως ψυχολογικές ή πνευματικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στην ψυχή ή το νου του ατόμου χωρίς να συνδέονται ή να προκαλούνται από τροποποιήσεις της ύλης στον εγκέφαλό του. Στη σύγχρονη σκέψη ο ψυχολογικός ντετερμινισμός βρήκε ως κύριο υπέρμαχό του την επιστήμη της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, η οποία εξηγεί το μεγαλύτερο ποσοστό, αν όχι το σύνολο, των ανθρωπίνων πράξεων ως αποτέλεσμα ασυνείδητων διεργασιών πάνω στις οποίες το άτομο δεν φαίνεται να ασκεί κανένα έλεγχο, αφού, ως επί το πλείστον, αγνοεί την ύπαρξη και το μηχανισμό δράσης τους.

«Αυστηρός» και «Ήπιος» ντετερμινισμός: Πρόκειται για τη διάκριση που έκανε ο William James μεταξύ ντετερμινιστικών φιλοσοφικών θεωριών, οι οποίες δεν αφήνουν καθόλου χώρο για έννοιες όπως ελευθερία και ηθική ευθύνη, εφόσον θεωρούνται παντελώς ασυμβίβαστες με την ιδέα του ντετερμινισμού και απ’ την άλλη ντετερμινιστικών θεωριών οι οποίες προσπαθούν να συμφιλιώσουν το ντετερμινισμό με ορισμένες ηθικές έννοιες. Ο William James θεωρεί ήπιους ντετερμινιστές τους Hobbes, Hume και Mill. Υπέρμαχοι του αυστηρού ντετερμινισμού ήταν ο Baron d’ Holbach, o John Hospers κ.α.

Δήμητρα Ε. Παπουτσάκη spacezilotes.wordpress.com

Πηγές: The Cambridge Dictionary of Philosophy – The Oxford Companion to Philosophy

via

feature, φιλοσοφία

Σκεπτικιστές


skepticsH αρχαία φιλοσοφική θεωρία που δυσφημίστηκε ως «η παρηγοριά του τεμπέλη». Κι αν οι σημερινοί φιλόσοφοι αντιμετωπίζουν την αδιαφορία των πολλών, οι αρχαίοι φιλόσοφοι είχαν να αντιμετωπίσουν κάτι ακόμη πιο ανυπόφορο: τους σκεπτικούς ή σκεπτικιστές. Εκτός κι αν ήταν Σκεπτικοί οι ίδιοι.

Σήμερα, η πρόκληση των Σκεπτικιστών συναντά το πρωτοφανές ενδιαφέρον των ερευνητών και των μελετητών της διεθνούς φιλοσοφικής και πανεπιστημιακής κοινότητας, και έχει πυροδοτήσει ένα διάλογο που – ιδιαίτερα από το 1980 και μετά – απόκτησε ένταση και πυκνότητα, έναν γόνιμο διάλογο βασισμένο στα κείμενα-πηγές και στις σύγχρονες κριτικές ερμηνείες τους.

Κάποιοι μπορεί να νομίζουν πως η δυτική φιλοσοφία δεν είναι παρά ένα σύνολο «υποσημειώσεων στον Πλάτωνα». Όμως δεν είναι λίγοι εκείνοι που ομολογούν ότι η σύγχρονη σκέψη εγκαινιάστηκε όταν για πρώτη φορά στη Δύση βγήκαν στο φως, τον 16ο αιώνα, τα έργα των αρχαίων Ελλήνων Σκεπτικών.

Τι ήταν όμως οι σκεπτικιστές: Μαχητικοί, πνευματώδεις και ετοιμόλογοι, ειδικά όταν επρόκειτο να τα βάλουν με αντίπαλες απόψεις. «Όχι», «Αμφιβάλλω», «Πώς το ξέρεις;», «Δεν σε πιστεύω», «Απόδειξέ το» ήταν η πρώτη τους αντίδραση σε κάθε θεωρία. Χιμούσαν ενάντια στους φιλοσόφους και δεν δίσταζαν να τους αντικρούσουν. Με τις ερωταποκρίσεις τους ανασκεύαζαν κάθε βεβαιότητα και μάζευαν πλήθη κόσμου γύρω τους.

Τύποι σαν τους σκεπτικιστές εμφανίζονται σε περιόδους μεγάλων ανακατατάξεων και διάλυσης, μας πληροφορεί ο πανεπιστημιακός Suber στην εισαγωγή του βιβλίου Οι Σκεπτικοί (Peter Suber – Γ. Αβραμίδης εκδ. Θύραθεν). Είναι ενδεικτικό ότι η φιλοσοφία τους ανασύρθηκε εκ της τέφρας τον 16ο αιώνα, σε περίοδο «διανοητικής αναρχίας», όταν ο Λούθηρος εντόπισε σε αυτούς το οπλοστάσιο που χρειαζόταν για να αμφισβητήσει την παπική αυθεντία. Το ίδιο οπλοστάσιο χρησίμευσε ακολούθως και στους αντιπάλους του Λουθήρου και σε πολλούς ακόμη έκτοτε. Ποιος μπορεί να έχει το αλάθητο;

H δυσπιστία και εντέλει η αδιαφορία για τις παραδοσιακές πεποιθήσεις ονομάζεται ακόμη σήμερα σκεπτικισμός. H λέξη ωστόσο έχει και αρνητική σημασία, καθώς παραπέμπει σε μια σχετική αδράνεια. Ας γνωρίσουμε όμως ορισμένους γνήσιους Σκεπτικούς από κοντά, μήπως καταλάβουμε γιατί έχουν πυροδοτήσει τόσες συζητήσεις στην εποχή τους όσο και μετά από αυτήν.

Οι αστέρες της σχολής

pyrrho Ιδρυτής της σχολής θεωρήθηκε από τους μεταγενέστερους ο Πύρρων ο Ηλείος, ο οποίος εκτιμάται ότι γεννήθηκε κάπου 100 χρόνια μετά τη γέννηση του Σωκράτη, όταν ο Πλάτων ήταν 60 ετών και ο Αριστοτέλης περίπου 20.

Τον θεμελίωσε αντιτιθέμενος στη διδασκαλία του Δημόκριτου υποστηρίζοντας την αναξιοπιστία της γνώσης.

Ο Πύρρων πίστευε ότι η γνώση που σχηματίζουμε για τον κόσμο μας είναι υποκειμενική (Υποκειμενικός Ιδεαλισμός). Οι αισθήσεις δε μας λένε την αλήθεια γιατί ο νους «ποικίλως τρέπεται» όπως έλεγε. Επομένως το κριτήριο θα είναι αγνώριστο, όπως και η αλήθεια! Τίποτα δεν είναι έτσι όπως φαίνεται. Απλά έτσι φαίνεται σε μας. Σε κάποιον άλλον φαίνεται διαφορετικά.

Αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι οι Πυρρωνιστές δεν πίστευαν ότι ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός, ενώ η «ακαταληψία» είναι αυτό που σήμερα θα λέγαμε κατά μια έννοια «Αγνωστικισμό».

Μπορεί ο Πύρρων να αρνιόταν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον κόσμο, την έθετε όμως στα χέρια μόνο των θεών.

Έζησε όμως και τον κατακερματισμό της φιλοσοφίας, που είχε ως αποτέλεσμα πολλές αντιμαχόμενες σχολές. Το καθοριστικό σημείο στη ζωή του φαίνεται πως ήταν η συμμετοχή του στην εκστρατεία του Αλέξανδρου και έφτασε ως την Ινδία, από όπου αποκόμισε καθοριστικές εντυπώσεις για να διαμορφώσει την κοσμοθεωρία του. Δεν είναι τυχαίο ότι στη μετά τον Αλέξανδρο εποχή το ζητούμενο των ελληνιστικών σχολών ήταν η ψυχική αταραξία – ένα είδος νιρβάνας, όπως θα λέγαμε σήμερα. Αυτή τη γαλήνη της ψυχής, την οποία πρέσβευαν και οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, με ατέλειωτες όμως διαμάχες μεταξύ τους, ο Πύρρων την αναζήτησε στην «εν γνώσει άγνοια», η οποία δεν είναι ίδια με την άγνοια του παιδιού ή του σκύλου, αλλά είναι «το αντίθετο της απερίσκεπτης προκατάληψης, το θεμέλιο κάθε γνήσιας έρευνας».

Κατά τον Πύρρωνα, τίποτε δεν μπορεί να είναι καθαυτό (από μόνο του) ηθικά καλό ή κακό, ωραίο ή αισχρό, δίκαιο ή άδικο (καθώς η ανθρώπινη συμπεριφορά ρυθμίζεται από τη συμβατικότητα, «νόμω και έθει» , δηλαδή από την καθιερωμένη συνήθεια και το έθιμο). Βασικό αξίωμα των Σκεπτικών είναι η λεγόμενη «Αρρεψία» (αμφιβολία), ενώ ως το μόνο πραγματικό αγαθόν αναγνωρίζεται η Αρετή. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε, μετρήσουμε και κρίνουμε τα πράγματα, που χαρακτηρίζονται «αδιάφορα, αστάθμητα και ανεπίκριτα». Ούτε τα δεδομένα των αισθήσεων, ούτε οι κρίσεις μας μπορεί να είναι αληθείς ή ψευδείς.

Οι διδασκαλίες του Πύρρωνα διείσδυσαν στην Ακαδημία, που είχε στο μεταξύ ορφανέψει, και νέοι εκπρόσωποι επανέφεραν τη σχολή στις ρίζες της, στον Σωκράτη και στον Πλάτωνα των πρώιμων διαλόγων, στο «έν οίδα ότι ουδέν οίδα». Ο ακαδημαϊκός σκεπτικισμός ξεκίνησε με τον Αρκεσίλαο και κορυφώθηκε με τον Καρνεάδη. Βασική τους αποστολή ήταν να συζητούν κριτικά τις απόψεις των άλλων. Σύντομα σχηματίστηκαν παρακλάδια της σχολής (η πρώτη Ακαδημία, η δεύτερη κτλ.) με επιγόνους, μαθητές και οπαδούς. Οι ίδιοι δεν έγραψαν κάποιο βιβλίο, όπως δεν είχε γράψει και ο Σωκράτης.

Σατιρίζοντάς τον ο Λουκιανός στο «Βίων Πράσις» βάζει τον Πύρρωνα να δυσπιστεί και να αμφιβάλει ότι πουλιέται σαν δούλος αντί μιας Αττικής μνας και το νέο του αφεντικό να του λέει «όταν σε βάλω στο χειρόμυλο, θα καταλάβεις με το χειρότερο τρόπο πως είμαι το αφεντικό σου» (27). Ουσιαστικά όμως ο Πυρρωνισμός τελειώνει με τον Τίμωνα (320-230), αφού η επανεμφάνισή του θα διαφοροποιηθεί με τον Αρκεσίλαο που εξέτρεψε την πορεία της Ακαδημίας προς το Σκεπτικισμό του Πύρρωνα. Ο Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης αργότερα επανέφερε την Ακαδημία στην παλιά της μορφή, έτσι και ο Αινησίδημος (2ος – 1ος αιώνας) από την Κνωσό της Κρήτης, ασκώντας κριτική ενάντια στους Νεοακαδημαϊκούς, επανέφερε κι αυτός τον Πυρρωνισμό στην παλιότερή του μορφή.

Όμως ο Νεοπυρρωνισμός αναβίωσε πάλι με τον Σέξτο τον Εμπειρικό (2ος- 3ος αιώνας μετά τη χρονολόγησή μας). Ο Σέξτος ήταν φιλόσοφος και εμπειρικός γιατρός από όπου πήρε και το επίθετό του.

Οι σκεπτικοί ονόμαζαν όλους τους άλλους φιλοσόφους, δογματικούς και ανόητους, γιατί νόμιζαν, όπως έλεγαν, ότι ανακάλυψαν την αλήθεια, τη στιγμή που τίποτα δεν είναι αληθινό («ουδέν εστίν αληθές»). Μόνο οι Σκεπτικοί εξακολουθούν να αναζητούν την αλήθεια χωρίς όμως να είναι βέβαιοι ότι θα την βρουν ποτέ.

Σύμφωνα με το Σέξτο λοιπόν, ακόμα και η έννοια της αιτιότητας αμφισβητείται, γιατί εμείς ορίζουμε την «αιτία» και το «αποτέλεσμα». Η σκεπτική αυτή «θέση» κλόνισε ακόμα και τη θεία πρόνοια, αφού η αιτιότητα είναι μια απλή επινόηση του νου και ο σκεπτικισμός έγινε εχθρικός ακόμα και σε κάθε μεταφυσική διάθεση. Δυστυχώς, στα χρόνια που ακολούθησαν, η τελευταία κυριάρχησε ενώ αντίθετα ο σκεπτικισμός σίγησε περισσότερο από χίλια χρόνια.

Sextus Ευτυχώς ο Σέξτος Εμπειρικός, έγραψε δέκα βιβλία περί του σκεπτικισμού και των εκφραστών του. Τους συναντούμε στο πιο πάνω βιβλίο, που περιλαμβάνει ευρεία γκάμα αποσπασμάτων – από τον Διογένη Λαέρτιο, τον Γαληνό, τον Κικέρωνα, τον Σέξτο Εμπειρικό και άλλους – με τα πρωτότυπα κείμενα και τη μετάφρασή τους αντικριστά.

Άλλοι σκεπτικιστικές

Μια γεύση από αφηγήσεις συγκαιρινών: «Ο Πύρρων βρισκόταν πάντα στην ίδια ψυχική κατάσταση· τόσο που ακόμα κι αν τον παρατούσε ποτέ κανείς στη μέση της ομιλίας του, εκείνος θα ολοκλήρωνε αυτό που είχε να πει μιλώντας στον εαυτό του. (…) Οι συμπατριώτες του τον εκτιμούσαν τόσο που τον έκαναν αρχιερέα· και χάρη σ’ αυτόν αποφάσισαν να απαλλάξουν από τη φορολογία όλους τους φιλοσόφους».

Ο Αρκεσίλαος «ήταν πιο πειστικός από οποιονδήποτε άλλον, πράγμα που τραβούσε πολλούς μαθητές στη σχολή, παρ’ όλο που συγχρόνως ήταν απότομος και τους επέπληττε. Αλλά το ευχαριστιόντουσαν, γιατί ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος και τους γέμιζε προσδοκίες. (…) Ο Αντίγονος λέει πως του Τίμωνα του άρεσε το πιοτό και πως όταν δεν καταγινόταν με τη φιλοσοφία έγραφε ποιήματα, έπη, τραγωδίες, σατυρικά και κωμικά δράματα (…)».

Ο Πραΰλους ο Τρωαδίτης, μαθητής του Διοσκουρίδη του Κύπριου, υπερέβαλε σε σωκρατικό πνεύμα όταν «έδειξε τόση καρτερικότητα υπομένοντας την άδικη τιμωρία του για προδοσία που δεν είχε κάνει, απαξιώντας να πει έστω και ένα λόγο στους συμπολίτες του».

Ο Καρνεάδης είχε μαλλιά μακριά και νύχια άκοπα. «Τόσο δυνατός φιλόσοφος ήταν, που ακόμα και οι ρήτορες έδιωχναν του μαθητές τους και πήγαιναν να τον ακούσουν…». Ήταν μάλιστα ένας από τους τρεις φιλοσόφους που είχαν σταλεί από την Αθήνα με διπλωματική αποστολή στη Ρώμη το 156 π.X. Τον είδαν οι Ρωμαίοι, που εκείνον τον καιρό μαϊμούδιζαν τους ελληνικούς τρόπους, και έτρεξαν να τον ακούσουν σε σειρά διαλέξεων. Ο Καρνεάδης κατάφερε τη μια ημέρα να υμνήσει στον υπέρτατο βαθμό τη δικαιοσύνη και την επομένη να την κλονίσει με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής!

Ο πυρρωνισμός διαφέρει από τον σκεπτικισμό του Καρνεάδη, που διατεινόταν ότι η γνώση είναι αδύνατη. Οι στωικοί είχαν αντιτάξει ότι η αμφιβολία είναι παραλυτική. Δεν ξέρουμε τι κάνουμε στη συνέχεια.

Ο Κάτων ο Πρεσβύτερος κλονίστηκε και πήγε κατευθείαν στη Σύγκλητο: «Εμέμφθη τους άρχοντες ότι η πρεσβεία χρονοτριβεί άπρακτη στην πόλη, χωρίς να δείχνει καμία βιασύνη, ενώ οι άνδρες που την απαρτίζουν, ευφυείς καθώς είναι, μπορούν εύκολα να πείσουν γι’ αυτά που θέλουν» – απολαμβάνει το περιστατικό ο Μπέρτραντ Ράσελ στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας. Επείγον αίτημα του Κάτωνα: Να επιστρέψουν οι έλληνες πρέσβεις στην πατρίδα τους! Να φύγουν! Θα πρέπει να θυμόμαστε, όπως υπογραμμίζει με τη σειρά του και ο Peter Suber στο βιβλίο Οι Σκεπτικοί , ότι «η κριτική αμφισβήτηση είναι μια δύναμη στην ιστορία εξίσου ισχυρή με τη στρατιωτική δράση».

Διαβάστε και μια λεπτομερή ανάλυση για τους σκεπτικιστές:

via

feature, φιλοσοφία

Αγνωστικισμός



Αγνωστικισμός είναι η θέση του να πιστεύει κανείς ότι η γνώση για την ύπαρξη ή μη-ύπαρξη του θεού είναι αδύνατη. Συχνά προτάσσεται σαν κάτι το ενδιάμεσο μεταξύ θεϊσμού και αθεϊσμού. Υπό αυτό το πρίσμα, ο αγνωστικισμός είναι σκεπτικισμός που αφορά όλα τα θεολογικά θέματα.

Gnostic/Agnostic Atheist/Theist Scale Ο αγνωστικιστής θεωρεί ότι η ανθρώπινη γνώση περιορίζεται στον φυσικό κόσμο και οτι ο νους είναι ανίκανος να γνωρίζει περί των υπερφυσικών. Υπό αυτή τη σκοπιά λοιπόν, ο αγνωστικιστής θα μπορούσε να είναι εξίσου θεϊστής ή άθεος. Ο πρώτος ονομάζεται θρησκευτικός ορθολογιστής. Πιστεύει στον θεό βασιζόμενος καθαρά στην πίστη. Ο δεύτερος κατηγορείται συχνά από τους θεϊστές ότι πιστεύει στη μη-ύπαρξη του θεού, αλλά η κατηγορία αυτή είναι παράλογη και η έκφραση αυτή άνευ περιεχομένου. Ο αγνωστικιστής άθεος απλά δεν βρίσκει συγκλονιστικά στοιχεία ώστε να πιστέψει στην ύπαρξη του θεού.

Huxley Ο όρος ‘αγνωστικιστής’ δημιουργήθηκε από τον T. H. Huxley (1825-1895), που εμπνεύστηκε την έκφραση από τους David Hume και Immanuel Kant.Ο Huxley λέει ότι εφεύρε τον όρο για να περιγράψει αυτό που νόμιζε ότι τον έκανε μοναδικό ανάμεσα στους συσκέπτοντές του.

   «Ήταν αρκετά σίγουροι ότι είχαν κατακτήσει μια κάποια “γνώση”– ότι είχαν επιτυχώς επιλύσει το πρόβλημα της ύπαρξης· ενώ εγώ ήμουν σίγουρος ότι δεν το’χα, και είχα μια πολύ ισχυρή πεποίθηση οτι το πρόβλημα ήταν άλυτο. »

Το ‘Αγνωστικιστής’ ήρθε στο μυαλό μου, λέει, επειδή ο όρος ήταν “υποδηλωτικά αντίθετος με τον όρο ‘γνωστικός’ της Εκλησσιαστικής ιστορίας, που διατείνοταν ότι ξέρει τόσο πολλά για τα πράγματα το οποία δεν γνώριζα τίποτα…

Φαίνεται ότι ο Huxley επινόησε τον όρο ώστε να σημαίνει ότι η μεταφυσική είναι, λίγο πολύ, αρλούμπες. Κοντολογίς, φαίνεται να είχε συμφωνήσει με το συμπέρασμα που έφτασε ο Χιουμ (Hume) στο τέλος του Έρευνα για την Ανθρώπινη Αντίληψη (An Enquiry Concerning Human Understanding):

   Όταν πάμε σε βιβλιοθήκες, πεπεισμένοι γι’ αυτές τις αρχές, τι όλεθρο πρέπει να προκαλέσουμε; Αν πάρουμε στα χέρια μας ένα τόμο·θεολογίας ή μεταφυσικής που διδάσκεται στα σχολεία για παράδειγμα· ας ρωτήσουμε, Περιέχει κανένα αφηρημένο συλλογισμό που να αφορά ποσότητες ή αριθμούς; Όχι. Περιέχει κανένα πειραματικό συλλογισμό που να αφορά πράγματα που είναι γεγονότα ή υπάρχουν; Όχι. Παραδώστε το τότε στις φλόγες: γιατί δεν μπορεί να περιέχει τίποτα άλλο παρά σοφιστείες και ψευδαισθήσεις.

Το Κριτική Καθαρού Λόγου (Critique of Pure Reason) του Καντ (Kant) έλυσε κάποια από τα επιστημολογικά θέματα που τέθηκαν από τον Χιούμ αλλά εις βάρος της δυνατότητας του να γνωρίζουμε οτιδήποτε παραπέρα από το φαίνεσθαι των πραγμάτων. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τον Θεό αλλά η ιδέα του Θεού είναι μια πρακτική αναγκαιότητα, σύμφωνα με τον Kant.

Μεταξύ των πιο διάσημων αγνωστικιστών (με την αρχική έννοια του όρου) συγκαταλέγονταν ο Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ, ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Μπέρτραντ Ράσσελ. Έχει υποστηριχθεί με βάση τα έργα του Ντέιβιντ Χιουμ, ιδιαίτερα τους Διαλόγους σχετικά με την Φυσική Θρησκεία (Dialogues Concerning Natural Religion), ότι υπήρξε αγνωστικιστής, αλλά τούτο παραμένει ανοιχτό προς συζήτηση.

Επίσης, ο αρχαίος Έλληνας σοφιστής Πρωταγόρας είχε εκφράσει ουσιαστικά, αναφερόμενος στους θεούς, την άποψη του ισχυρού αγνωστικισμού, μολονότι η χρήση του όρου είναι στην περίπτωση αυτή αναχρονιστική..

Ο αρχαίος Έλληνας σοφιστής Πρωταγόρας, όταν του ζήτησαν να τοποθετηθεί σχετικά με την ύπαρξη των θεών, έδωσε την παρακάτω απάντηση:

    “Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτα: ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι λογής μορφή έχουν. Γιατί είναι πολλά τα όσα εμποδίζουν να γνωρίζουμε. Από τη μία το άδηλο του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής” (Diels-Kranz 80 Β4).

Για αυτή του τη δήλωση ο Πρωταγόρας εξορίστηκε και τα βιβλία του ρίχτηκαν στην πυρά. Δεν είναι απόλυτα σαφές αν ο Πρωταγόρας θεωρούσε την ύπαρξη των θεών εγγενώς ανεξιχνίαστη ή απλώς εξαιρετικά δύσκολη να διαπιστωθεί. Η φράση “το άδηλο του ζητήματος” κλίνει προς την πρώτη εκδοχή· η φράση “η συντομία της ανθρώπινης ζωής” προς τη δεύτερη. Κατά συνέπεια, η κατάταξή του στους ισχυρούς αγνωστικιστές (βλ. παρακάτω, παραλλαγές του αγνωστικισμού) πρέπει να γίνεται με επιφύλαξη. Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να τον συμπεριλάβουμε στους αγνωστικιστές.

Άλλες παραλλαγές του αγνωστικιστή είναι:

Ο ισχυρός αγνωστικισμός (ή αλλιώς σκληροπυρηνικός αγνωστικισμός, κλειστός αγνωστικισμός, αυστηρός αγνωστικισμός) — η άποψη ότι το ερώτημα για την ύπαρξη των θεοτήτων είναι από τη φύση του ανεξιχνίαστο ή ότι τα ανθρώπινα όντα δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένα να κρίνουν τις σχετικές ενδείξεις.

    Ο ασθενής αγνωστικισμός (ή αλλιώς μετριοπαθής αγνωστικισμός, ανοιχτός αγνωστικισμός, εμπειρικός αγνωστικισμός) — η άποψη ότι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του Θεού ή των θεών είναι προς το παρόν άγνωστη, όχι όμως απαραίτητα ανεξιχνίαστη, επομένως αναβάλλει κανείς την κρίση του μέχρις ότου περισσότερες αποδείξεις είναι διαθέσιμες.

    Ο απαθής αγνωστικισμός (ή αλλιώς “ιγνωστικισμός” ή απαθεϊσμός) — η άποψη ότι το ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη των θεοτήτων είναι χωρίς νόημα, διότι δεν έχει παρατηρήσιμες συνέπειες.

    Ο αναπαραστατικός αγνωστικισμός (model agnosticism) — η άποψη ότι τα φιλοσοφικά και μεταφυσικά ερωτήματα δεν είναι εντέλει επαληθεύσιμα, αλλά ότι θα έπρεπε να οικοδομηθεί ένα μοντέλο ευέλικτων υποθέσεων πάνω στη βάση της λογικής σκέψης. Ας σημειωθεί ότι ο κλάδος αυτός του αγνωστικισμού διαφέρει από τους υπόλοιπους ως προς το ότι δεν εστιάζεται στο ερώτημα της ύπαρξης θεοτήτων.

via

feature, φιλοσοφία

Αλλοτρίωση


Με τον όρο αλλοτρίωση (λατ. alienatio) εννοούμε τη συμμόρφωση ενός ατόμου σε ξένες (αλλότριες) αξιώσεις ή απαιτήσεις με αποτέλεσμα την απομάκρυνση από τον εαυτό του και τον κόσμο της εμπειρίας του. H λέξη σχηματίστηκε από το επίθετο αλλότριος, που σημαίνει αυτός που ανήκει σε άλλον. alienation Στην πραγματικότητα, η ιδέα της αλλοτρίωσης εκφράζει την απουσία κάποιου ουσιαστικού συστατικού της προσωπικότητας του ανθρώπου, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της, δεδομένου ότι απομακρύνει τον άνθρωπο από τον ίδιο τον εαυτό του, από τις ίδιες τις ιδιότητες του, τις πράξεις του και τις σχέσεις με το περιβάλλον του.

Παράλληλα με την έννοια της αλλοτρίωσης χρησιμοποιείται και η λέξη αποξένωση. Εννοιολογικά εξεταζόμενες και οι δύο λέξεις, αλλοτρίωση και αποξένωση, μπορεί να είναι συνώνυμες, αλλά δεν ταυτίζονται. Με τον όρο «αποξένωση» νοείται η απομάκρυνση των ανθρώπων, φαινόμενο που παρατηρείται στις κοινωνικές σχέσεις αστικής ζωής. Για το λόγο αυτό η αποξένωση θεωρείται ως η μια πλευρά της αλλοτρίωσης. Με τον όρο «αλλοτρίωση» νοείται διάσταση γενικότερα, ανάμεσα στο άτομο και στον εαυτό του, η οποία επεκτείνεται και επηρεάζει όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Σύμφωνα με την έννοια αυτή ο αλλοτριωμένος άνθρωπος χάνει την οντότητα του και την αυθυπαρξία του με αποτέλεσμα να γίνεται έρμαιο των καταστάσεων ή της διάθεσης και επιβολής των άλλων. To φαινόμενο αυτό είναι σύνηθες στο σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, έχει μεταβληθεί σε εξάρτημα των μηχανών που χειρίζεται. Περιοδικά αισθάνεται αποκομμένος από την εργασία του, από τους θεσμούς, από τους συνανθρώπους του, από τις ρίζες του, από το φυσικό του περιβάλλον. Αφυδατώνεται συναισθηματικά και υποδουλώνεται σε υλικά αγαθά και αξίες, που σύμφωνα με τον Άγγελο Τερζάκη, επέρχεται ο “πλήρης εξανδραποδισμός” του.

Με τον τρόπο όμως αυτό ο αλλοτριωμένος άνθρωπος παύει να επικοινωνεί με τον εαυτό του και να έχει συνείδηση των πραγματικών του προβλημάτων. Στην πραγματικότητα δεν είναι η δυναμική, η ενιαία οντότητα, έχει χάσει την ταυτότητα του, είναι μια διχασμένη προσωπικότητα, ετεροκινητη. «Εγώ είμαι όπως με Θέλετε» (Πιραντέλλο).

zone_of_alienation H αλλοτρίωση, ανάλογα με το χώρο στον οποίο εκδηλώνεται, μπορεί να διακριθεί σε ποικίλες μορφές , ορισμένες από τις οποίες είναι:
α) Υλική: Αναφέρεται στην παραγωγή των υλικών αγαθών, κυρίως όμως στην απομάκρυνση του ανθρώπου από την εργασία του. To παραγόμενο αγαθό δεν είναι δικό του και το ιδιοποιείται ο ιδιοκτήτης του:
β) Πνευματική: Νοείται η αλλοτριωμένη σκέψη δείγματα της οποίας είναι τα ιδεολογικά στερεότυπα της εποχής και η υποβάθμιση της γλώσσας,
γ) Επικοινωνιακή: αναφέρεται στο πρόβλημα των διαπροσωπικών σχέσεων. O σύγχρονος αστός χάνει την επαφή με τον συνάνθρωπο του με αποτέλεσμα να απομακρύνεται και να αποστασιοποιείται,
δ) Ηθική: H μορφή αυτή της αλλοτρίωσης είναι η πιο σημαντική, δεδομένου ότι έχει άμεση σχέση με το ποιόν και την οντότητα του ανθρώπου εξωτερικά (είδωλα, παγιωμένες «αρχές και αξίες») και εσωτερικά (αδυναμία προαίρεσης βούλησης, αδράνεια, άστοχοι προσανατολισμοί, ψυχική καταπίεση και κατάθλιψη).

H εισαγωγή του όρου αλλοτρίωση στην επιστήμη πραγματοποιήθηκε τον 18ο αιώνα. O Ζαν Ζακ Ρουσώ (1712-1778) χρησιμοποίησε την έννοια της αλλοτρίωσης για να εκφράσει την εκ μέρους του ανθρώπου, ως μέλους της κοινωνίας, παραχώρηση προς την κοινότητα τμήματος των δικαιωμάτων του, τα οποία ανήκαν στη δικαιοδοσία του εκ φύσεως. Ως εκ τούτου θεωρεί την αλλοτρίωση ως προϋπόθεση ύπαρξης της κοινωνίας με την έννοια ότι ο άνθρωπος ανταλλάσει την ατομικότητα του με τη συλλογική ύπαρξη.

Εκείνοι, όμως που καθιέρωσαν τον όρο αλλοτρίωση στις θεωρίες τους ήταν ο Χέγκελ (1770-1871), ο Φόϋερμπαχ (1804-1872) και ο Μαρξ (1818-1883). O Χέγκελ χρησιμοποίησε τον όρο στη μεταφυσική φιλοσοφία (θρησκεία). Κατ’ αυτόν ο άνθρωπος αλλοτριώθηκε από τότε που διέπραξε το προπατορικό του αμάρτημα. O Φόϋερμπαχ, Εγελιανός φιλόσοφος, αποδέχτηκε την ιδέα της αλλοτρίωσης, την οποία συχνά αναφέρει στη φυσιοκρατική του θεωρία. O Μαρξ χρησιμοποίησε ευρέως τον όρο κυρίως στις οικονομικοκοινωνικές θεωρίες του.

alienation1 Κατά το Μαρξ « η αλλοτρίωση του εργάτη σημαίνει ότι η εργασία του εργάτη είναι έξω από αυτόν…Μεταξύ του δημιουργού και του δημιουργήματος του παρατηρείται μια απόσταση…» Υποστηρίχθηκε, εξάλλου, ότι οι εργάτες οι οποίοι με το μόχθο τους παράγουν τα διάφορα προϊόντα δεν έχουν τη δυνατότητα να τα απολαμβάνουν. Έτσι όμως διαπράττεται μια αδικία, η οποία πρέπει να θεραπευθεί. Και η θεραπεία είναι δυνατή, αν τα μέσα παραγωγής περιέλθουν στους εργάτες.

Στην ψυχολογία, τον όρο αλλοτρίωση εισήγαγε ο Φροϋντ (1856-1939) στον τομέα που αφορά την καταπίεση των ενστίκτων (Ψυχική αλλοτρίωση). Διατύπωσε τη θεωρία ότι μέσα στην ανθρώπινη προσωπικότητα εγκαθίσταται ένα ξένο σώμα, το Υπερεγώ, που περιέχει κοινωνικές δεσμεύσεις και αρχές, οι οποίες είναι ξένες προς τη φύση του ανθρώπου. Ωστόσο δεν είναι ωφέλιμο, κατά τον Φρόΰντ, να απαλλαγεί ο άνθρωπος τελείως από το κοινωνικό του Υπερεγώ και τις απαιτήσεις του, δεδομένου ότι η ορθή σχέση των απαιτήσεων του πρέπει να ρυθμίζεται προς τις ορμές του (τη περιοχή του id).

Την ιδέα της αλλοτρίωσης επικαλέστηκαν, εξάλλου, φιλόσοφοι του υπαρξισμού προκειμένου να επισημάνουν την ανακόλουθη σχέση του ανθρώπου προς το περιβάλλον, το οποίο ο ίδιος δημιούργησε. Κατά τους υπαρξιστές (Χάιντεγκερ 1889-1945, Σαρτρ 1905-1980)

«καθένας μας μοιάζει να έχει ‘ριχτεί τυχαία’ σ’ έναν ξένο, αφιλόξενο κόσμο, όπου πρέπει μόνος του, αποκομμένος από τις καθιερωμένες αξίες και αποξενωμένος να προσπαθήσει να δημιουργήσει τον εαυτό του».

Σύμφωνα με την αντίληψη παλαιότερων και νεότερων διανοητών και φιλοσόφων τη βασική αιτία της αλλοτρίωσης αποτελεί το κοινωνικό περιβάλλον, χωρίς να αποκλείεται και ένα ποσοστό ατομικής ευθύνης, το οποίο ασκεί καταλυτική επίδραση στην ψυχική, πνευματική και ηθική ύπαρξη του ανθρώπου. Για το λόγο αυτό ο σύγχρονος άνθρωπος οφείλει να αναζητήσει τους τρόπους και τα μέσα εκείνα που θα του εξασφαλίσουν ισορροπία και αρμονία με τον εαυτό του, τον κοινωνικό του περίγυρο και τη φύση. Στο! μέσα αυτά πρωταρχική σημασία έχουν η ολοκληρωμένη μόρφωση και η ανθρωπιστική παιδεία.

Δημήτρης Διαμαντόπουλος, Θεοδόσης Πελεγρίνης: Λεξικό Φιλοσοφίας

via

feature, φιλοσοφία

Πλουτάρχου: Αρετή, Κακία, Τύχη


Ploutarchos Αναπόσπαστο τμήμα τής γνήσιας ελληνικής ηθικής παράδοσης και τής πάλαι ποτέ ελληνότροπης σχολικής διδασκαλίας αποτελούσε επί αιώνες ο περίφημος μύθος τού ημίθεου Ηρακλή και των δρόμων τής Αρετής και τής Κακίας.

Σύμφωνα με αυτόν τον διδακτικότατο μύθο, ο φημισμένος Έλληνας ήρωας, πριν αρχίσει την επιτέλεση των διακεκριμένων άθλων του, οι οποίοι ήταν πολύ περισσότεροι από τους δώδεκα γνωστότερους, βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο οδούς: τής Αρετής και τής Κακίας. Τότε τού ζητήθηκε να ξεπεράσει το δίλημμα και να επιλέξει την μία από τις δύο ηθικές οδούς. Η Κακία τού υποσχέθηκε έναν δρόμο γεμάτο πλούτη, ηδονές και εξουσία, χωρίς κόπους, καταπονήσεις και εργασία, ενώ η Αρετή τού υπέδειξε τον δρόμο των αδιάκοπων αγώνων, τής συνεχούς εργασίας και των μεγάλων εμπειριών, τον δρόμο που με ευκολία δεν προσφέρει τίποτε σε κανέναν. Ο δρόμος τής Κακίας, διασχίζοντας την χλιδή και την πολυτέλεια, οδηγούσε στο άγνωστο, ενώ ο δρόμος τής Αρετής, περνώντας μέσα από δοκιμασίες και πόνους, κατέληγε στην θέωση.

Ο Ηρακλής, επιθυμώντας να φανεί αντάξιος των ευγενών προγόνων του και όντας γνήσιος εκφραστής των ύψιστων ιδεωδών τού ελληνικού έθνους, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο τής Αρετής, θέτοντας ως τελικό σκοπό τής επίπονης πορείας του την πολυπόθητη θέωση, πρόθυμος να αντιμετωπίσει τις μεγάλες δυσκολίες και τους πολλούς πειρασμούς, τους πόνους και τις θλίψεις. Ο ίδιος μύθος – ως αλληγορικός ή συμβολικός λόγος – μάς βεβαιώνει ότι ο Ηρακλής επάξια οδηγήθηκε στην θέωση, κατέστη «ημίθεος» ή «Θεός κατά χάριν», εισήλθε στα ουράνια δώματα, στον μακάριο Οίκο των Ολύμπιων Θεών και απόλαυσε την θεϊκή ευδαιμονία.

Ο μακραίωνος και πολύπλευρος φιλοσοφικός στοχασμός των Ελλήνων επανειλημμένα αναρωτήθηκε εάν η τελική επιλογή και η μετέπειτα πορεία τού ημίθεου Ηρακλή υπήρξε θέμα απλής τύχης ή θέμα σαφούς και ξεκάθαρης προαίρεσης τού ήρωα, εάν δηλαδή ο ένδοξος Έλληνας εκούσια και υπεύθυνα επέλεξε ή εάν ακούσια και ανεύθυνα ακολούθησε τον δρόμο τής Αρετής, καθώς κ’ εάν – κάτω από διαφορετικές συνθήκες, γεννήματα τής Τύχης – ο Ηρακλής θα επέλεγε την οδό τής Κακίας, με όλα τα συνεφελκόμενά της. Αν και είναι αρκετοί εκείνοι οι στοχαστές, οι οποίοι αποδίδουν κυρίως στην Τύχη τις ενέργειες τού Ηρακλή, οι σπουδαιότεροι φιλόσοφοι αποδέχονται ότι ο Ηρακλής έδρασε ακολουθώντας την προαίρεσή του, η οποία αποδείχτηκε «καλή και αγαθή».

Τόσο, λοιπόν, το αντιθετικό ζεύγος Αρετής και Κακίας, όσο και ο παράγοντας Τύχη, αποτελούσε πάντοτε αντικείμενο σοβαρής και επισταμένης διερεύνησης τής ελληνικής – και όχι μόνον αυτής – ηθικής φιλοσοφίας, όπως και τού υγιούς τμήματος τής ελληνικής κοινωνίας, που «μετά κόπων και βασάνων» διασώζει, καλλιεργεί και αναπτύσσει τις αξίες και τα ιδανικά τού πολυτιμότερου πολιτισμού τής Οικουμένης. Στο παρόν βιβλίο θα παρακολουθήσουμε τις θέσεις και τις απόψεις τού σοφού Πλουτάρχου γιά την Αρετή, την Κακία και την Τύχη. Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τις τρεις έννοιες, αλλά και δυνάμεις, μέσα από πραγματικά γεγονότα, μέσα από την δράση ευρέως γνωστών ιστορικών προσώπων και μέσα από αληθινά παραδείγματα τού ελληνο-ρωμαϊκού βίου, καταδεικνύοντας – μεταξύ άλλων – ότι η εσωτερική πάλη τού ανθρώπου, ο οποίος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην οδό τής Αρετής και στην οδό τής Κακίας, ήταν χαρακτηριστικό πολλών προσωπικοτήτων τού καθημερινού βίου, και όχι μόνον μυθολογικό θέμα ή αντικείμενο τής θεωρητικής διδασκαλίας των φιλοσόφων, όπως αφελώς διαδίδεται από μία πληθώρα προβεβλημένων «διανοουμένων». Από την άλλη πλευρά, πάλι κατά την γνώμη τού Πλουτάρχου, η Τύχη, αν και συχνότατα αποτελούσε την πιό βολική δικαιολογία γιά τις ενέργειες των κακοπροαίρετων, των ράθυμων, των πονηρών και των παράσιτων, δεν ήταν πάντοτε, ίσως ποτέ, μία βασική αιτία ή ένας κύριος ρυθμιστικός παράγοντας τής δράσης και τής αντίδρασης των ανθρώπων.

Στην «ταλαπείρια» εποχή μας, η οποία επιδεικτικά και προς δική της φθορά και καταστροφή και καταισχύνη αγνοεί ότι «το αγαθό και το ευχάριστο έχουν διαφορετική φύση μεταξύ τους» (Πλάτων, Φίληβος, 60b), καθώς και ότι «συμφέρον είναι ο τι οδηγεί στο αγαθό» (Πλάτων, Όροι, 414e), η Αρετή και η Κακία, όταν «κατά τύχη» εντοπιστούν, δεν αναγνωρίζονται ως μεταξύ τους παντελώς αντίθετες έννοιες και ως αντίρροπες δυνάμεις, ενώ η Τύχη – μοναδική αιτία όσων συμβαίνουν στην ζωή των ηλίθιων όντων – ύπουλα και υστερόβουλα χρησιμοποιείται γιά να δικαιολογήσει τις ανθρώπινες ενέργειες, όπως ακριβώς συμβαίνει στον βίο των περισσότερων ζώων, και μάλιστα των άγριων θηρίων, ο οποίος φαίνεται να αποτελεί προσιτό υπόδειγμα και ικανοποιητικό πρότυπο των σύγχρονων «απελευθερωμένων και εκσυγχρονισμένων» κοινωνιών.

Αθανάσιος Τσακνάκης στο 24grammata.com

Πλούταρχος

Ο Πλούταρχος (περ. 45 – περ. 120 μ.Χ.) καταγόταν από εύπορη αριστοκρατική οικογένεια της Χαιρώνειας της Βοιωτίας, όπου γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Φοίτησε στην Ακαδημία της Αθήνας και ταξίδεψε στην Ελλάδα, στην Αλεξάνδρεια, στη Μικρά Ασία και την Ιταλία. Επισκέφθηκε τουλάχιστον δύο φορές τη Ρώμη, όπου συνδέθηκε με κύκλους του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος.

Έχαιρε μεγάλου σεβασμού και τιμήθηκε με διάφορα δημόσια αξιώματα. Επί “πολλάς πυθιάδας”, τουλάχιστον είκοσι χρόνια, διετέλεσε πρωθιερέας του μαντείου των Δελφών.

Ploutarchos1 Έμεινε γνωστός ως ο μεγάλος βιογράφος της αρχαιότητας, χάρη στους πενήντα (από τους οποίους σώζονται οι 48) “Βίους Παραλλήλους επιφανών Ελλήνων και Ρωμαίων“. Το έργο του περιλαμβάνει επιπλέον περίπου διακόσια (σώζονται 78) κείμενα ποικίλης θεματολογίας, δοκίμια, ομιλίες και διαλόγους, στο σύνολο των οποίων δόθηκε, όχι απολύτως εύστοχα, ο τίτλος “Ηθικά”.

Η επίδραση που άσκησε το έργο του Πλούταρχου ήταν τεράστια. Έχει γραφτεί ότι μέσα από αυτό έχουμε όλοι οι μεταγενέστεροι γνωρίσει την ελληνική και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Ειδικά μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα η διάδοσή του στους μορφωμένους ευρωπαϊκούς κύκλους δεν απείχε εκείνης της Βίβλου.

Στους θαυμαστές του και σ` εκείνους που άντλησαν από αυτό κατά τους τελευταίους αιώνες συγκαταλέγονται, ενδεικτικά, ο Έρασμος, που μετέφρασε στα λατινικά και αφιέρωσε στον Ερρίκο Η΄ το “Πως αν τις διακρίνοιε τον κόλακα του φίλου”· ο Μονταίν, που εμπνεύστηκε τις “Δοκιμές” του από τα “Ηθικά”· ο Σαίξπηρ, που βάσισε στους “Βίους” τις ρωμαϊκές τραγωδίες του· ο Ρουσσώ και ο Γκαίτε, που κατέτασσαν τον Πλούταρχο στους αγαπημένους τους συγγραφείς· ο Μπετόβεν, που τον εκτιμούσε όσο και τον Όμηρο και αναζήτησε στο έργο του στήριγμα όταν έχανε την ακοή του· ο Έμερσον και οι υπερβατιστές· ο Καβάφης, στο “Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον”, στους “Αλεξανδρινούς βασιλείς” κ.α., ενώ οι “Παράλληλοι Βίοι” ήταν το αγαπημένο ανάγνωσμα του Ναπολέοντα.

Η μελέτη του Πλούταρχου εγκαταλείφθηκε κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως επειδή το έργο του αποδεικνυόταν αναξιόπιστο για την ιστορική ανασύνθεση του ελληνορωμαϊκού παρελθόντος. Εντούτοις ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν τόσο για την ιστορική ακρίβεια, όσο για το χαρακτήρα και την ψυχολογία των ηρώων του, καθώς και για την ηθική διάσταση των πράξεών τους. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα το ενδιαφέρον για το έργο του Πλούταρχου ώς έναν βαθμό αναζωπυρώθηκε, ωστόσο περιορίστηκε κυρίως στην ακαδημαϊκή κοινότητα.

via

feature, φιλοσοφία

Ξενοφάνης


xenophanis Ο Ξενοφάνης γεννήθηκε στην Κολοφώνα της Μ. Ασίας (μεταξύ 580 και 577 π.Χ.). Εγκατέλειψε την περσοκρατούμενη πατρίδα του και περιόδευε στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ζώντας ως ραψωδός και ποιητής.

Η μεγάλη σημασία του Ξενοφάνη έγκειται στο ότι πρώτος έδειξε ότι αυτό που λέμε «θεοί» είναι δημιούργημα των ανθρώπων, ότι ο άνθρωπος έφτιαξε τους θεούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή του: «Οι θνητοί έχουν την εντύπωση ότι γεννιόνται οι θεοί και ότι έχουν ρούχο, λαλιά και σώμα, όπως είναι τα δικά τους». Αυτό ως ένα σημείο το βρίσκει φυσικό και δικαιολογημένο ο Ξενοφάνης, τουλάχιστον για ανθρώπους που δεν μπορούν να σκεφθούν, που βρίσκονται σε μια ζωώδη κατάσταση. Από την άλλη μεριά, αν τα ζώα είχαν τη δύναμη να φανταστούν και να ζωγραφίσουν θεούς, θα τους έδινε τη δική της μορφή κάθε κατηγορία ζώων: «Αλλ’ αν είχαν χέρια τα βόδια και τα άλογα και τα λιοντάρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν με τα χέρια αυτά και να κάνουν έργα, όπως οι άνθρωποι, τότε τ’ άλογα με άλογα και τα βόδια με βόδια όμοιες θα ζωγράφιζαν τις μορφές των θεών και θα τους έκαναν τέτοια σώματα, όπως είναι τα δικά τους».

Ο Ξενοφάνης παρατηρεί ακόμα ότι οι άνθρωποι δεν εξιδανίκευσαν την εικόνα των θεών, δεν τους είδαν κάτω από το πρίσμα της τελειότητας. Αντίθετα, τους απέδωσαν πολλά ελαττώματα και τους κατέβασαν σε χαμηλό ηθικό επίπεδο. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος, οι εκφραστές της λαϊκής θρησκείας, παρέστησαν τους θεούς σαν να ήταν οι χειρότεροι των ανθρώπων.

Στην εικόνα των θεών έχουμε την πιο εξαθλιωμένη μορφή των ανθρώπων: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα ανάμεσα στους ανθρώπους αποτελούν ντροπή και είναι άξια ψόγου, δηλ. κλεψιές, μοιχείες και απάτες του ενός σε βάρος του άλλου».

Ο Ξενοφάνης δεν εννοεί ότι οι μεγάλοι ποιητές των αρχαίων Ελλήνων φαντάστηκαν τους θεούς να κινούνται πέρα από το καλό και το κακό και ότι έχουν δικαίωμα σαν θεοί να κάνουν ό,τι θέλουν. Εννοεί μάλλον ότι οι αρχαίοι Έλληνες αρνούνταν την ηθική τελειότητα των θεών. Στο βάθος ήθελαν να τους παρουσιάσουν ηθικά κατώτερους, να τους διασύρουν ή τους γελοιοποιήσουν. Οι άνθρωποι φαντάζονται τους θεούς όχι όμοιους αλλά κατώτερούς τους, τουλάχιστον στον ηθικό τομέα. Τους εξομοιώνουν με τους χειρότερους ανθρώπους, όχι με τους καλύτερους.

Κατά τον Ξενοφάνη οι παραστάσεις για τους θεούς δεν είναι σύλληψη ενός ανθρώπου αλλά δημιούργημα ολόκληρης της κοινότητας ή της φυλής. Και δεν μιλά εδώ ο Ξενοφάνης για την ηθική ποιότητα των θεών, αλλά για την εξωτερική και «σωματική» τους εμφάνιση. Αυτή δεν είναι ενιαία. Κάθε ανθρώπινη φυλή δίνει τα δικά της ιδιαίτερα βιολογικά χαρακτηριστικά στους θεούς: «Οι Αιθίοπες παρουσιάζουν τους θεούς τους πλατσομύτηδες και μαύρους, ενώ οι Θράκες γαλανομάτηδες και ξανθούς». Η μορφή των θεών παραλλάσσει από φυλή σε φυλή.

Ποιο είναι το συμπέρασμα του Ξενοφάνη ύστερα από τις παραπάνω διαπιστώσεις του; Δεν φτάνει σε μια απόρριψη της πίστης σε θεούς, στην ιδέα της αθεΐας. Αντικαθιστά την πολυθεΐα με τη μονοθεΐα. Προτείνει μια μονοθεΐα δικής του σύλληψης. Λέει για το θεό: «Ένας θεός, ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους, ανώτατος υπάρχει, που δεν είναι όμοιος ούτε στο σώμα ούτε στη σκέψη με τους θνητούς. Είναι όλος όραση, όλος νόηση, όλος ακοή. Και πάντοτε στον ίδιο τόπο στέκει, χωρίς καθόλου να κινείται, κι ούτε άρμοζει να πηγαίνει πέρα-δώθε· αλλά χωρίς κόπο με το νου και τη θέληση του όλα τα συνταράζει».

Ο Ξενοφάνης δεν αντιλαμβάνεται ότι και ο ίδιος δίνει μια ανθρώπινη εικόνα για το θεό του. Τον φαντάζεται να έχει όλες τις αισθήσεις που έχει και ο άνθρωπος (να βλέπει και να ακούει) και να σκέφτεται. Τα βλέπει βέβαια όλα και τα ακούει όλα, αυτό όμως δεν έχει σχέση με καταγραφή των ανθρώπινων πράξεων και με μια πιθανή τιμωρία των κακών από τον «παντεποπτη θεό».

Τουλάχιστον δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο από τον Ξενοφάνη. Επιπλέον ο θεός του Ξενοφάνη δεν έχει σχέση με τη δημιουργία του κόσμου ούτε ανακατεύεται στην πορεία της ιστορίας ή στη ζωή των ανθρώπων. Στέκεται έξω από τον κόσμο και περιορίζεται στο να «κραδαίνει», να ταρακουνά κάπου-κάπου τη γη. Υποστηρίχτηκε ότι υπονοεί με τη διατύπωση αυτή ο Ξενοφάνης ηφαιστειακά και σεισμικά φαινόμενα που γνώρισε στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία. Φαντάζεται πάντως τον θεό του ο Ξενοφάνης κάτοχο μεγάλης δύναμης, αν και όχι ακριβώς παντοδύναμο. Τέλος ο θεός είναι ακίνητος. Και εδώ ο Ξενοφάνης έρχεται σε αντίθεση με τις λαϊκές και ποιητικές παραστάσεις που ήθελαν τους θεούς να κινούνται και να δρουν. Ο θεός συνταράζει τον κόσμο απλά με τη θέλησή του, χωρίς να κάνει καμιά κίνηση.

Είναι φανερό ότι ο Ξενοφάνης συνδέει κατά κάποιο τρόπο την έννοια του θεού με την ιδέα της τελειότητας. Ο θεός δεν μπορεί να έχει ανθρώπινη μορφή και ανθρώπινα χαρακτηριστικά, σωματικά, ηθικά ή διανοητικά. Έχει σώμα και σκέψη, αλλά αυτά δεν μοιάζουν με το σώμα και τη σκέψη των θνητών. Το γιατί ο Ξενοφάνης δέχτηκε ένα και όχι πολλούς θεούς, αυτό είναι κάτι που μπορεί να μας δημιουργήσει κάποια απορία. Μια σκέψη που μπορεί να υπονοηθεί είναι ότι τα τέλεια δεν μπορεί να είναι πολλά.

Η μονοθεΐα του Ξενοφάνη είναι μοναδική για την εποχή του. Δεν συναντιέται ούτε σε μεταγενέστερες εποχές. Ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και οι άλλοι μεγάλοι φιλόσοφοι δεν έφτασαν στην ιδέα της μονοθεΐας ή τουλάχιστον δεν τόλμησαν να την υποστηρίξουν. Τη μονοθεία θα συναντήσουμε μόνο στους Κυνικούς που απέρριπταν την πολυθεΐα από αντίδραση προς την κρατική θρησκεία. Στην κλασική Αθήνα άρνηση των θεών της πόλης και διδασκαλία για ένα και μόνο θεό συνιστούσε αθεΐα και έγκλημα κατά της πολιτείας. Ο Ξενοφάνης δίδασκε τη μονοθεΐα του, γιατί ζούσε στις μεγάλες ελληνικές αποικίες, που φαίνεται ότι ήταν πιο ανεκτικές.

Φαίνεται ότι ο Ξενοφάνης είχε μια τάση να αμφισβητεί το κύρος των ιδεών και των αξιών που έβλεπε να ισχύουν στην κοινωνία. Αρνιόταν την αξία του αθλητικού ιδεώδους και θεωρούσε ανώτερη τή σοφία από τη σωματική ρώμη.

Η κριτική διάθεση του Ξενοφάνη προχώρησε ακόμα πιο πέρα, έγινε τελικά αγνωστικισμός: «Και τι είναι αληθινό γύρω από τους θεούς και απ’ όλα όσα λέω, κανένας άνθρωπος δεν κατάλαβε ούτε πρόκειται να γνωρίσει». Κανένας δεν γνωρίζει τίποτα για τίποτα. Υπάρχουν μόνο υποκειμενικές γνώμες και εικασίες. Οι εικασίες αυτές βρίσκονται μακριά από την αλήθεια. Ακόμα και αυτά που λέει ο ποιητής μπορεί να μοιάζουν με αλήθεια, αλλά δεν είναι.

via

feature, φιλοσοφία

Η απαρχή της φιλοσοφίας με τον Ησίοδο


esiodos Το όνομα του Ησιόδου – που έζησε το β’ μισό του 8ου αι. π.Χ- συνδέεται περισσότερο με την ελληνική μυθολογία παρά με τη φιλοσοφία. Κατά τον Lesky «η γνώμη που έχει διατυπωθεί συχνά ότι ο Ησίοδος αποτελεί την αρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας πρέπει να γίνει δεκτή με επιφυλακτικότητα». Τέτοια επιφυλακτικότητα εκφράζουν όσοι ταυτίζουν τη φιλοσοφία με την κοσμολογία. Το έργο όμως του Ησιόδου Έργα και Ημέραι περιέχει μια θεώρηση της κοινωνικής ζωής και της ιστορίας, βλέπουμε σ’ αυτό μια κοινωνική φιλοσοφία και μια φιλοσοφία της ιστορίας. Η φιλοσοφία αυτή επέδρασε και σε μεταγενέστερους στοχαστές, ιδίως επηρέασε τη σκέψη του Εμπεδοκλή και του Πρωταγόρα.

Ο Ησίοδος ξεχωρίζει το βασίλειο των ζώων από την κοινωνία των ανθρώπων. Το καθένα έχει τη νομοτέλειά του. Στο βασίλειο των ζώων επικρατεί ο ανελέητος αγώνας της επιβίωσης, το αλληλοφάγωμα: «Αυτό το νόμο όρισε ο γιος του Κρόνου για τα ψάρια και τα άγρια ζώα και τα πετούμενα, να αλληλοτρώγονται, γιατί δεν υπάρχει δικαιοσύνη ανάμεσά τους· στους ανθρώπους όμως έδωσε τη δικαιοσύνη που αποδείχνεται το μεγαλύτερο αγαθό»(Έργα και Ημέραι).

Ο Ησίοδος απορρίπτει τον λεγόμενο κοινωνικό δαρβινισμό, δεν δέχεται ότι στην κοινωνία των ανθρώπων ισχύουν οι νόμοι της ζούγκλας. Στην ανθρώπινη κοινωνία υπάρχει δικαιοσύνη, έννομη τάξη που προέρχεται από τον ίδιο τον Δία.

Ωστόσο στην ανθρώπινη κοινωνία δεν επικρατεί η δικαιοσύνη και η τάξη που θα ήθελε ο ποιητής. Με λύπη διαπιστώνει ότι και στην κοινωνία των ανθρώπων επικρατεί ο νόμος του ισχυρότερου, όπως το δείχνει στην παραβολή του γερακιού και του αηδονιού: «Και τώρα μια ιστορία θα πω στους άρχοντες, αν κι έχουν μυαλό κι αυτοί και καταλαβαίνουν. Έτσι μίλησε το γεράκι στο όμορφο το αηδόνι, όταν το άρπαξε στα νύχια του και το ανέβασε πολύ ψηλά στα σύννεφα. Έκλαιγε εκείνο θλιβερά, πιασμένο ανάμεσα στα γαμψά νύχια. Το γεράκι όμως σκληρά του μίλησε: Κακόμοιρο, τι τσιρίζεις; Σε κρατά ένας πολύ δυνατότερος σου. Θα πας εκεί που σε πάω εγώ, κι ας είσαι και τραγουδιστής- και ανάλογα με το κέφι μου, θα σε φάω ή θα σ’ αφήσω ελεύθερο. Είναι ανόητος αυτός που θέλει να τα βάζει με πιο δυνατούς. Και τη νίκη χάνει και μαζί με τη ντροπή δοκιμάζει και βάσανα».

Ο Ησίοδος στους πιο πάνω στίχους δεν συνιστά την υποταγή στους δυνατούς ή εκμεταλλευτές, όπως υποστηρίζει ο Χ. Θεοδωρίδης (στο βιβλίο Επίκουρος). Ο Ησίοδος λέει τόσα για τη δικαιοσύνη, για την αιδώ και τη νέμεση, ώστε θα ήταν εντελώς αντιφατικό να δικαιώνει τον νόμο για την επικράτηση του ισχυρότερου. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ποιητής, αν και είναι κήρυκας της έντιμης εργασίας και της δικαιοσύνης, διαπνέεται από ένα απαισιόδοξο πνεύμα. Η απαισιοδοξία του εκτείνεται και στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Το νόημα των πιο πάνω στίχων είναι: Ανάμεσα στους ανθρώπους πρέπει να επικρατεί η αρχή του δικαίου, αλλά δυστυχώς παρατηρούμε να κυριαρχεί η δύναμη και η βία των ισχυρών.

Την παραβολή τη λέει στους βασιλιάδες και τους προύχοντες με ειρωνικό πνεύμα και πολλά υπονοούμενα. Τους λέει μια αλήθεια με τη μορφή μύθου, γιατί είναι έξυπνο ι κα ι μπορούν να την καταλάβουν. Την ξέρουν πολύ καλά, γιατί αυτοί είναι τα γεράκια. Ο ίδιος ο ποιητής θα ταύτιζε τον εαυτό του με το αηδόνι.

Ο Ησίοδος καταγγέλλει έτσι τη βία και την αυθαιρεσία των ισχυρών. Δεν τη δικαιώνει ούτε κάνει κήρυγμα κοινωνικής μοιρολατρίας, όπως εντελώς αυθαίρετα ερμηνεύει ο Χ. Θεοδωρίδης. Ο Ησίοδος προειδοποιεί σε αυστηρό τόνο τους ισχυρούς της ημέρας: «Φυλαχτείτε, άρχοντες, απ’ αυτά και ίσια να είναι τα λόγια σας, σεις που καταπίνετε τα δώρα, κα ι ξεχάστε εντελώς τις στρεψοδικίες”.

Το μόνο που δικαιώνει ο Ησίοδος είναι η άμιλλα ανάμεσα στους ανθρώπους, η Έρις η καλή όπως την ονομάζει. Αυτή γίνεται αιτία προόδου: «Δεν υπάρχει ένα μόνο είδος Έριδας στον κόσμο, αλλά δύο. Τη μια θα μπορούσε κανείς να την επαινέσει, αν την καταλάβει, την άλλη όμως θα την κατηγορήσει. Η ψυχή τους είναι χωρισμένη στα δυο. Γιατί η μια τον απαίσιο τον πόλεμο και τη μάχη, η άθλια, σηκώνει. Κανένας βέβαια θνητός δεν την αγαπά, αλλά από ανάγκη και από θέληση των θεών τη σκληρή την Έριδα οι άνθρωποι τιμούν. Την άλλη όμως τη γέννησε πιο μπροστά η σκοτεινή η Νύχτα, αλλά ο Δίας, που ζυγίζει από ψηλά τις τύχες και κατοικεί στον λαμπρό ουρανό, την έβαλε στα θεμέλια της γης και την έκανε για τους ανθρώπους πολύ χρησιμότερη. Αυτή και αυτόν που υστερεί τον σπρώχνει στη δουλειά· γιατί, όταν κάποιος βλέπει τον άλλον να έχει πολλά και ο ίδιος να υστερεί, αυτός τρέχει και να οργώνει και να φυτεύει και να φροντίζει για το νοικοκυριό του. Ζηλεύει ο γείτονας τον γείτονα που αγωνίζεται να πλουτίσει. Αυτή η Έριδα (άμιλλα) είναι καλή για τους ανθρώπους. Έτσι βλέπουμε ο αγγειοπλάστης να ζηλεύει τον αγγειοπλάστη και ο χτίστης τον χτίστη και ο ζητιάνος τον ζητιάνο και ο τραγουδιστής τον τραγουδιστή»

Ενώ ο ποιητής θεωρεί κοινωνικά ωφέλιμο τον ανταγωνισμό και την άμιλλα, απορρίπτει την κακή Έριδα που περιλαμβάνει όχι μόνο τη διχόνοια, τη βία και τον πόλεμο, αλλά και τις αδικίες, την αρπαγή των ξένων αγαθών, την εκμετάλλευση του μόχθου των άλλων.

Η απαισιοδοξία του  Ησιόδου: Οι πέντε εποχές 

Ο Ησίοδος παρά το πάθος του για τη   δικαιοσύνη και την έντιμη εργασία δεν πιστεύει στη δυνατότητα κοινωνικής προόδου ή μεταβολής της ανθρώπινης μοίρας. Την απαισιοδοξία του τη στηρίζει πάνω σε ένα μύθο, σύμφωνα με τον οποίο ο Δίας, για να εκδικηθεί και τους ανθρώπους – εκτός από τον Προμηθέα – για την κλοπή της φωτιάς, έκανε δώρο σ’ αυτούς μια ωραία γυναίκα, την Πανδώρα, μαζί με ένα πιθάρι που περιείχε δήθεν πολύτιμα αγαθά. Η Πανδώρα άνοιξε το πιθάρι και πετάχτηκαν μέσα απ’ αυτό όλα τα κακά και σκορπίστηκαν πάνω στη γη. Μόνο η Ελπίδα δεν ξέφυγε από το πιθάρι, γιατί η Πανδώρα πρόφτασε και το ‘κλεισε. Η απόδοση όλων των κακών στη γυναίκα, που είναι αντρική επινόηση και αποτέλεσμα μισογυνισμού, συναντιέται και στη Βίβλο.

Όπως η Βίβλος μιλά για έκπτωση των ανθρώπων από τον παράδεισο, έτσι και ο Ησίοδος φαντάζεται μια αρχική χρυσή εποχή. Οι άνθρωποι τότε ζούσαν σαν θεοί, δεν είχαν βάσανα και δεν γνώριζαν μόχθο ούτε γεράματα, αλλά  ήταν πάντα παλικάρια, χαίρονταν σε γιορτινά συμπόσια, δεν προσβάλλονταν από αρρώστιες και ο θάνατος τους έμοιαζε με ύπνο γλυκό.

Μετά το «χρυσό γένος» δημιουργήθηκε από τους θεούς το ασημένιο γένος. Ήταν μια κυριολεκτικά δυστυχισμένη γενιά. Η αιτία της δυστυχίας της ήταν η αμυαλιά και η άρνησή της να προσφέρει τιμές στους θεούς.

Ακολουθεί το χάλκινο γένος. Ήταν ένα γένος που χρησιμοποιούσε τον χαλκό. Είχε χάλκινα σπίτια και χάλκινα όπλα. Ήταν ένα γένος ανθρώπων πολεμοχαρές. Αφανίστηκε εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων.

Ακολουθεί το τέταρτο γένος, το γένος των ηρώων, γένος δίκαιο και αντρείο, που εξολοθρεύτηκε όμως σε πολέμους.

Το πιο δυστυχισμένο γένος είναι το σιδερένιο γένος. Είναι η εποχή, στην οποία ζει ο ποιητής. Την περιγράφει με μελανά χρώματα. Το γένος αυτό θα καταστραφεί λόγω της ηθικής εξαχρείωσης των ανθρώπων. Καμιά τιμή δεν θα έχει όποιος κρατά το λόγο του ούτε ο δίκαιος και ο καλός, αλλά θα τιμούν περισσότερο τον κακό και τον αχρείο. Το μόνο δίκαιο θα είναι η δύναμη, ενώ θα λείπει η συναίσθηση του αληθινού δίκαιου. Η Αιδώς και η Νέμεση (ο σεβασμός και το δίκαιο) θα πετάξουν στον Όλυμπο, θα εγκαταλείψουν τη γη. Η ηθική εξαχρείωση και διαστροφή θα φέρουν ακόμα και βιολογικές ανωμαλίες. Τα παιδιά θα γεννιόνται με άσπρα μαλλιά και δεν θα μοιάζουν των γονιών τους. Οι τερατογενέσεις αυτές θα σημάνουν και το τέλος της σιδερένιας γενιάς.

Ο Ησίοδος δίνει την εντύπωση ενός ευαίσθητου και απαισιόδοξου ηθικιστή, που τα βλέπει όλα μαύρα. Εξογκώνει τα αρνητικά φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, τις αδικίες και τα ελαττώματα των συγχρόνων του. Το ποίημά του «Έργα και Ημέρα ι» το έγραψε, για να δώσει ένα μάθημα στον αδελφό του, που, ενώ πήρε το μερίδιο από την πατρική περιουσία, τον οδήγησε στο δικαστήριο, για να πάρει κι άλλα, και το κατόρθωσε δωροδοκώντας κατά τον Ησίοδο τους δικαστές.

Η ιδέα για τη συνεχή κατάπτωση της ανθρώπινης κοινωνίας δεν κυριάρχησε στην αρχαία ελληνική σκέψη. Ο Πυθαγόρας δίδαξε την κυκλική και επαναλαμβανόμενη πορεία της ιστορίας, στηριζόμενος στην ιδέα της μετενσωμάτωσης. Οι ίδιοι άνθρωποι, όταν δεν εξαγνίζονται κατά την επίγεια ζωή τους, ξανάρχονται στη γη και επαναλαμβάνουν τις ίδιες περίπου πράξεις. Ο Πρωταγόρας είχε μια αισιόδοξη ιδέα για την κοινωνία. Θεωρούσε κι αυτός ότι τα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης είναι η αιδώς και η δίκη. Τα δώρα αυτά του Δία πρέπει να καλλιεργούνται συνεχώς και να διδάσκονται από τον ένα στον άλλον και η κοινωνία δεν υπάρχει κίνδυνος να διαλυθεί. Ο Θουκυδίδης μίλησε για μια ομοιόμορφη πορεία της ιστορίας. Στην ιστορία έχουμε την εκδήλωση της τάσης για δύναμη, σε διαφορετικούς βαθμούς. Όταν οι πόλεις δεν θέτουν όριο στην τάση για δύναμη, οδηγούνται σε καταστρεπτικούς πολέμους με τη συνεπακόλουθη ανατροπή των ηθικών αξιών. Η ιστορία δεν αλλάζει, αφού η ανθρώπινη φύση δεν είναι δυνατό να αλλάξει.

Αξιολόγηση του Ησιόδου

Η προσπάθεια του Ησιόδου έχει ερμηνευθεί εντελώς διαφορετικά από κοινωνιολογική άποψη. Μερικοί τον θεωρούν κοινωνικό επαναστάτη ή κοινωνικό μεταρρυθμιστή. Άλλοι τον θέλουν κοινωνικά συντηρητικό. Σαν άνθρωπος ο Ησίοδος μάς δίνει την εικόνα ενός συντηρητικού αγρότη που έχει στραμμένο το ενδιαφέρον του στην εργασία και αποστρέφεται τις συζητήσεις στην αγορά. Ανάμεσα σ’ αυτές θα συμπεριελάμβανε όχι μόνο τα κουτσομπολιά αλλά και τις συζητήσεις για τα κοινά, τις πολιτικές συζητήσεις. Ο Θεοδωρίδης τον χαρακτηρίζει προπαγανδιστή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Εκτός των άλλων του καταλογίζει το ότι τάσσεται υπέρ του βασιλικού θεσμού. Ωστόσο ο βασιλικός θεσμός κυριαρχούσε την εποχή του Ησιόδου και οι δημοκρατικές ιδέες ήταν άγνωστες. Ο Ησίοδος δεν εκφράζει την ψυχολογία και τις ιδέες μιας ανώτερης ή αριστοκρατικής τάξης αλλά μιας τάξης φτωχών αγροτών που υποφέρει από τις αδικίες των ισχυρών. Αυτό είναι ολοφάνερο.

Από το άλλο μέρος μπορεί ο Ησίοδος να ήταν ένας μικρονοικοκύρης, που ήθελε να κρατιέται μακριά από τη φτώχεια, να εργάζεται και να κάνει οικονομίες ή να προστατεύει την περιουσία του από άρπαγες, αλλά δεν ήταν ηττοπαθής. Για μια στιγμή σκέφτεται μήπως θα πρέπει να πάψει να είναι δίκαιος, θύμα των άλλων. Καταλαβαίνει ότι ένας φτωχός δεν μπορεί να έχει αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση. Η φτώχεια συμβάδιζε ι με την κακομοιριά. Ωστόσο η ηθική του συνείδηση δεν του επιτρέπει το πέρασμα στην αδικία.

Ο Ησίοδος μιλά τόσο πολύ για τη δικαιοσύνη ώστε δίνει την εντύπωση ότι θα ήθελε τη μεταμόρφωση της κοινωνίας του, μια κοινωνία που θα σεβόταν την αρχή της δικαιοσύνης, που θα ήταν πιο δίκαιη, θα στεκόταν με κάποιο σεβασμό μπροστά στις ηθικές αρχές και αξίες. Γι’ αυτό κατάγγελλε την κοινωνική αδικία. Ο Ησίοδος φο-βάτα ι την καταστροφή, την τέλεια αποσύνθεση κα τη διάλυση της κοινωνίας. Μιλά σαν προφήτης, θέλει να ξυπνήσει τις συνειδήσεις των συγχρόνων του, φωνάζει για μια δίκαιη και υποφερτή κοινωνία. Δεν πρότεινε κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Ζητούσε μόνο Αιδώ και Νέμεση.

Αυτό που μας κάνει εντύπωση είναι ότι ο Ησίοδος ήταν και αγρότης και ποιητής, και άνθρωπος της δουλειάς και εργάτης του πνεύματος. Είχε γνώση της ζωής, ήταν ρεαλιστής. Έκρινε όμως την πραγματικότητα έχοντας ως κριτήριο ορισμένες ηθικές αρχές, ίσως και το σύμπλεγμα ότι είχε γίνει θύμα της κακίας των ανθρώπων. Έτσι ασκούσε κοινωνική κριτική. Το μόνο που δεν έκανε ήταν να συγκαλύπτει την εκμετάλλευση ή να προπαγανδίζει την κυριαρχία μιας ισχυρής τάξης ή του μονάρχη, όπως επιχειρεί να αποδείξει ο Θεοδωρίδης παραποιώντας εντελώς το νόημα ορισμένων στίχων του. Ο Θεοδωρίδης τον υποπτεύεται ως ιδεαλιστή. Η ποίηση όμως του Ησιόδου είναι στον ίδιο βαθμό ρεαλιστική και ιδεαλιστική.

Ο Ησίοδος ήταν ένας φιλοσοφημένος ποιητής. Συνέλαβε τους ρυθμούς της κοινωνικής ζωής και δεν έκρινε απαραίτητο να ασχοληθεί με κλέα ανδρών, με τα κατορθώματα ορισμένων βασιλιάδων, όπως έκανε ο Όμηρος και άλλοι. Ασχολήθηκε με τα «καθόλου» και όχι με ένα μέρος της ζωής. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίησή του είναι πιο φιλοσοφική από την ποίηση του Ομήρου, αν και ο τελευταίος χρησιμοποίησε στην ποίησή του πιο δυνατά εκφραστικά μέσα. 
 

Αποσπάσματα από το βιβλίο Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, του Σ.Γκίκα

via

feature, φιλοσοφία

H ηθική της μη βίας του Σωκράτη


Socrates_Louvre O Σωκράτης τασσόταν κατά της χρήσης σωματικής βίας στις διανθρώπινες σχέσεις. Την αποφυγή της βίας συνιστούσε και στην περίπτωση που κάποιος γίνεται θύμα αδικίας ή κακομεταχείρισης. Όταν αδικείται κάποιος, δεν παθαίνει κάποιο ουσιαστικό κακό. H αδικία βλάπτει κυρίως αυτόν που αδικεί, όχι τον αδικούμενο. Εννοεί στην περίπτωση αυτή ο Σωκράτης κάποια ψυχική βλάβη εκείνου που αδικεί.

Την απαίτηση για μη ανταπόδοση της αδικίας θεωρεί ο Σωκράτης στοιχείο της δικαιοσύνης. Για να είναι κανείς δίκαιος, δεν πρέπει να αδικεί ούτε στην περίπτωση που τον αδικούν. H αρχή της δικαιοσύνης ισχύει γενικά και απόλυτα: Ουδαμώς δεί άδικείν.

Με την πιο πάνω άποψη ο Σωκράτης ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της ανταπόδοσης, που ήταν κυρίαρχη στην εποχή του. Ήταν για όλους αυτονόητο και δίκαιο να ευεργετεί κανείς τους φίλους του και να τιμωρεί τους εχθρούς του με τη βοήθεια των φίλων.

Ερχόταν επίσης ο Σωκράτης σε αντίθεση με τη θεωρία για το δίκαιο του ισχυρότερου, που υποστηριζόταν από μαθητές του Γοργία, τον Πώλο και τον Καλλικλή. O Σωκράτης θεωρούσε το άδικείν χειρότερο από το αδικείσθαι και θα προτιμούσε το δεύτερο από το πρώτο. Αντίθετα, ο Καλλικλής θεωρούσε την παθητική στάση απέναντι σε αδικίες ανελεύθερη και δουλοπρεπή, ανάξια για ελεύθερο άντρα.

O Σωκράτης μάλλον αντιμετώπιζε τους επιθετικούς τύπους σαν ψυχικά άρρωστους. Θυμώνει κανείς με έναν άρρωστο; Ωστόσο ο Σωκράτης υποστηρίζει μια εντελώς παθητική ηθική. Διατυπώνει την άποψη ότι πρέπει να παραιτείται κανείς ακόμα και από την αυτοάμυνα, από την προστασία της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας. O άνθρωπος δεν πρέπει να «αμύνεται» και να «αντιδρά κακώς» (Κρίτων 49D). Αντιδικία είναι και το να προκαλεί κανείς ζημιά στον αδικούντα και βιαιοπραγούντα πάνω στην προσπάθεια του να προστατευθεί, να αμυνθεί.

via